Δημήτρης Ινδαρές: Μιλώντας στην έντυπο έκδοση της Καθημερινής, ο κ. Ινδαρές λέει πολλά για το περιστατικό τις 18ης Δεκεμβρίου στην οδό Ματρόζου στο Κουκάκι, οπότε ο ίδιος, μαζί με τους δύο γιους του, τον ένα ασκούμενο δικηγόρο και τον άλλο φοιτητή Αρχιτεκτονικής στην Πάτρα, συνελήφθησαν από την Αστυνομία..

Ερωτηθείς από πού διέφυγαν οι καταληψίες, ο κ. Ινδαρές απαντάει: «Η διερεύνηση του πώς διέφυγαν οι καταληψίες είναι δουλειά της αστυνομίας, που όμως περιορίστηκε, όπως φαίνεται, στη δική μας αναίτια και βιαστική σύλληψη, αντί να προχωρήσει στην εξονυχιστική έρευνα του άλλου όμορου ακινήτου, μιας επταώροφης πολυκατοικίας με 40 κουδούνια. Ο ακάλυπτος της κατάληψης εφάπτεται με τον ακάλυπτο της πολυκατοικίας σε δύο τουλάχιστον επίπεδα, αθέατα από τους γύρω δρόμους, προσφέροντας επιλογές διαφυγής και αναμονής μέχρι να περάσει η “μπόρα”. Αντιθέτως, κάθε σημείο του δικού μας σπιτιού είναι ορατό από παντού. Φαντάζεται κανείς πως μια σωστή επιχείρηση λαμβάνει υπόψη αυτές τις παραμέτρους… Όσο για τα παιδιά μας, δεν είχαν καμία σχέση με την κατάληψη. Από την αρχή της επέμβασης και καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων της αστυνομίας με τα άτομα της κατάληψης, σύμφωνα με αδιαμφισβήτητες μαρτυρίες αλλά και φωτογραφίες και βίντεο, βρίσκονταν στο μπαλκόνι του σπιτιού μας και παρακολουθούσαν από εκεί, όπως όλοι οι γείτονες, τα γεγονότα».


Κουκάκι: Βίντεο με τις σκηνές έντασης στην κατάληψη – Έξι κατηγορίες σε βαθμό πλημμελήματος στους συλληφθέντες


Σκηνικό μάχης

Η ερώτηση που εξ αρχής τριβέλιζε το μυαλό όλων είναι το γιατί ο ίδιος δεν άφησε την αστυνομία να εισέλθει στο σπίτι του: «Δεν αρνήθηκα. Υπήρχε ένα σκηνικό μάχης, με πυροβολισμούς, φωνές, πτώσεις αντικειμένων. Μου χτυπάει το κουδούνι ένας άνθρωπος λουσμένος με μπογιές, εκτός εαυτού. Με κρυμμένα χαρακτηριστικά, χωρίς διακριτικά ή κάποιο στοιχείο ταυτότητας. Του έκανα την ερώτηση που θα έκανε κάθε ενεργός πολίτης: αν υπάρχει εισαγγελέας ή κάποια νόμιμη άδεια. Εκανε μεταβολή και έφυγε. Αν υπήρχε εισαγγελέας, θα ήταν περιττός κάθε διάλογος. Ο αστυνομικός θα συνέχιζε την πορεία του μέσα από το σπίτι, προστατεύοντάς μας από άσκοπες παρεξηγήσεις και τριβές και βέβαια από την έκθεσή μας σε υψηλού ρίσκου κινδύνους. Το ερώτημά σας, λοιπόν, θα έπρεπε να απευθύνεται στις αρχές. Γιατί η αστυνομία χτύπησε την πόρτα και ζήτησε να περάσει μέσα από το σπίτι μου χωρίς να έχει φροντίσει να έχει στα χέρια της όλα τα απαραίτητα νομικά εχέγγυα, ως όφειλε;»

Ερωτηθείς γιατί ένιωσε την ανάγκη να ανέβει στην ταράτσα, απαντάει: «Δεν θεώρησα ότι κινδύνευα. Η ταράτσα του σπιτιού μου είναι σπίτι μου. Δεν είναι κοινόχρηστος χώρος. Ανέβηκα να δω τι συμβαίνει στο σπίτι μου. Εκεί είδα τους άνδρες των ΕKAM, ανάμεσά τους και τον άνδρα που μου είχε χτυπήσει την πόρτα. Πού να φανταστώ πως θα αντιμετωπίζαμε αυτή τη βάναυση εκδικητική συμπεριφορά επειδή δεν κατάφεραν να συλλάβουν αυτούς που κυνηγούσαν».

Αναφορικά με την κατηγορία, ότι προσπάθησε να αφαιρέσει όπλο αστυνομικού, σημειώνει: «Από πολύ νωρίς η αστυνομία άρχισε να διαδίδει διάφορα για να συγκαλύψει την αποτυχία της. Αυτό ειδικά δεν υπάρχει ούτε στο κατηγορητήριο. Όπως επίσης εξόφθαλμα ψευδής είναι και ο ισχυρισμός ότι τα παιδιά μας ήταν στην κατάληψη και έφυγαν από τη μια ταράτσα στην άλλη, ενώ οι άνδρες των EKAM τα καταδίωκαν. Η αλήθεια ειπώθηκε από την αρχή τόσο από εμάς όσο και από μεγάλο αριθμό ανθρώπων που έβλεπαν τα παιδιά στο μπαλκόνι του σπιτιού μας να παρακολουθούν τα γεγονότα. Από την αρχή. Την ώρα που από το κτίριο της κατάληψης έπεφταν τούβλα, μπογιές και πυροσβεστήρες, βρίσκονταν και τα δύο συνεχώς στο μπαλκόνι μας, σε κοινή θέα. Τα βίντεο, οι φωτογραφίες, οι μαρτυρίες ήταν διαθέσιμα από την αρχή. Ενώ από την πλευρά της αστυνομίας κάπου χάθηκε το drone που επόπτευε την επιχείρηση».


Ράδιο αρβύλα

«Το σπίτι όπου μένουμε ήταν του παππού μου, ιδιοκτησία μας από το 1950. Από το 1983 μένουμε εδώ, εκτός από το διάστημα μιας εξαετίας που μετακινηθήκαμε και πάλι στην περιοχή και επιστρέψαμε το 2016. Το 2017 γίνεται η κατάληψη της διπλανής μονοκατοικίας με μια εντυπωσιακού όγκου επιχείρηση, οργανωμένη, μέχρι κάδοι για τα μπάζα υπήρχαν. Ήρθαμε σε επικοινωνία με τον Ευαγγελισμό, που είναι ο ιδιοκτήτης, ρωτώντας τους αν γνωρίζουν τι συμβαίνει, μιλήσαμε και με την Αστυνομία, η οποία μας είπε ότι δεν είναι δική της δουλειά, αλλά της Ασφάλειας, της οποίας οι ενέργειες τελούν υπό καθεστώς μυστικότητας. Στη γειτνίασή μας με τους καταληψίες βάλαμε κάποιες κόκκινες γραμμές, τις οποίες σεβάστηκαν: να μη γράψουν στους τοίχους μας, να μη χρησιμοποιούν την ταράτσα μας ή οποιονδήποτε ιδιωτικό μας χώρο. Απ’ ό,τι γνωρίζουμε, τις τήρησαν», προσθέτει, σε σχόλιο αν ο ίδιος είχε σχέση με τους καταληψίες, ενώ στο ερώτημα αν έδινε ηλεκτρικό ρεύμα στην κατάληψη, τονίζει:« Ράδιο αρβύλα, λάσπη, πείτε το όπως θέλετε. Η όποια σύνδεση του διπλανού σπιτιού με το δίκτυο της ΔΕΗ δεν είχε καμία σχέση με το δικό μας σπίτι».

«Μπορεί να συνιστά επιλογή για τους καταληψίες να συγκρούονται με το κράτος μέσα στο πλαίσιο μιας αντιπαλότητας και εχθροπάθειας. Κατά την άποψή μου, αυτό είναι κάτι που εγκυμονεί όλα τα κακά μιας βίαιης αντιπαράθεσης που δεν οδηγεί πουθενά, αναπαράγει έναν φαύλο κύκλο βίας που δεν τελειώνει. Εκτός όμως από την ιδεολογική μου αντίθεση, μετά τη δυσάρεστη εμπειρία της πρώτης εκκένωσης, πριν από ενάμιση χρόνο περίπου, δυσφορούσαμε πραγματικά στην ιδέα της επανάληψης αυτού του πολεμικού σκηνικού έξω από την πόρτα μας», παρατηρεί, ενώ σε ερώτηση για το τι σημαίνει για τον ίδιο η παρουσία της Αστυνομία, σημειώνει: «Η αστυνομία εγγυάται την ασφάλεια και την τάξη, κρατάει δηλαδή τον φόβο του κακού μακριά από τους πολίτες. Οταν όμως η αστυνομία βρίσκεται να πολεμάει το δίκιο με ψευδείς κατηγορίες, είναι κάτι που χρειάζεται να μας προβληματίσει πολύ σοβαρά. Η δημοκρατία μπορεί να μην κινδυνεύει από τέτοιου είδους περιστατικά, χρειάζεται όμως συνεχώς επαναβεβαίωση. Και ειδικά τέτοιες κρίσιμες στιγμές ίσως να το χρειάζεται περισσότερο από κάποιες άλλες».


Πολιτική εκμετάλλευση

Ερωτηθείς για το εάν υπήρξε πολιτική εκμετάλλευση του γεγονότος, λέει: «Η αντιπολίτευση στη συγκεκριμένη περίπτωση έκανε τη δουλειά της. Άσκησε δηλαδή τον συνταγματικό της ρόλο, να ελέγξει τη συμπολίτευση σε μια περίπτωση υπέρβασης ορίων. Από την άλλη πλευρά, υπήρξε σαφώς κακή διαχείριση. Ορισμένοι βουλευτές της συμπολίτευσης έσπευσαν, μάλιστα, να υιοθετήσουν βιαστικά ανακοινώσεις και αστυνομικά δελτία με έωλα στοιχεία που κατέπιπταν με την πάροδο ωρών και μετατόπισαν την ιστορία από το επίπεδο των θεσμών στο πεδίο της ηθικής μας υπόστασης».

Στην ερώτηση για το εάν υπέβαλε μήνυση κατά των αστυνομικών, είπε: «Θα ασκήσουμε τα νόμιμα δικαιώματά μας, σύμφωνα με τις συμβουλές και τις οδηγίες των δικηγόρων μας. Ουδείς μπορεί να κάνει ό,τι θέλει, ούτε οι αναρχικοί ούτε οι αστυνομικοί».


Ο λόγος

Δεμένος στην ταράτσα του σπιτιού, είχε την ψυχραιμία να μιλήσει συγκροτημένα για τον ελληνικό «διαρκή εμφύλιο, όπου οι μεν βασανίζουν τους δε, σε εναλλασσόμενους ρόλους». «Αυτό είναι το δικό μου ένστικτο αυτοσυντήρησης: ο λόγος. Δεν είναι το ξύλο και οι πέτρες, ούτε οι άναρθρες κραυγές και ύβρεις. Θα μπορούσα να μιλάω μέχρι να πεθάνω για να κρατήσω τη βία μακριά απ’ τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου. Οι λέξεις ήταν τα μόνα όπλα που μου απέμεναν για να προστατεύσω τα παιδιά μου από το μένος των λεκτικών και σωματικών προπηλακισμών και τη γυναίκα μου, που είχε βρεθεί μόνη στο εσωτερικό του σπιτιού. Ήταν ένα είδος ενστικτώδους αντιπερισπασμού, που ευτυχώς λειτούργησε, αφού πρώτα με απείλησαν «να το βουλώσω»… Όσον αφορά τον «εμφύλιο», η εργαλειοποίηση των θεσμών και το ξήλωμα των δικαιωμάτων στο όνομα της στράτευσης και του σκοπού που αγιάζει τα μέσα, όπως επίσης ο βαθύς διχασμός που επιβεβαιώνεται με κάθε ευκαιρία, φοβάμαι πως δεν απέχουν και πολύ από κάτι τέτοιο».

Δείτε το βίντεο


Η λογική

Ερωτηθείς, εάν θα άλλαζε κάτι από τη στάση που κράτησε εκείνη την ημέρα, απαντάει: «Έκανα αυτά που έχω μάθει από την αγωγή μου, από το σπίτι μου, από τον πατέρα μου τον δικηγόρο, από τον όρκο που έδωσα ως πολιτικός επιστήμονας στο Πάντειο και από όλη μου την τριβή με τα κοινά όλα αυτά τα χρόνια, πρεσβεύοντας την υπεράσπιση της λογικής, της μετριοπάθειας, της νομιμότητας. Δεν μπορώ να δείξω στα παιδιά μου πως δεν υποστηρίζω τις αρχές με τις οποίες τα μεγάλωσα. Δεν θα επέλεγα ποτέ να κρυφτώ ή να λουφάξω από φόβο. Ίσως, άλλωστε, το γεγονός πως βγήκαμε από το σπίτι μας κι όλα συνέβησαν σε κοινή θέα να στάθηκε εντέλει σωτήριο. Θα ρωτούσα όποιον μου χτυπούσε την πόρτα για να μπει στο σπίτι μου αν υπάρχει εισαγγελική εντολή. Περιμένοντας να ακούσω το «ναι», να συμπεριφέρεται με συνέπεια σε αυτά που προβλέπουν ο νόμος και το Σύνταγμα. Όταν ήρθε ο εισαγγελέας, ανοίξαμε και ερεύνησαν το σπίτι».

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις