Η δίκη της Χρυσής Αυγής οδεύει, μετά από μακρύ χρονικό διάστημα, προς το τέλος της. Η σπουδαιότητα του αποτελέσματος, είναι εξαιρετικά μεγάλη. Το Flash.gr εξασφάλισε αποκλειστική συνέντευξη με την κα Αφροδίτη Βόλη, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σε Ευρωπαϊκό και Διεθνές Οικονομικό Δίκαιο του Πανεπιστημίου του Μονάχου [υπότροφος DAAD] και υποψήφια διδάκτωρ ποινικού δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονάχου [υπότροφος Πανεπιστημίου Μονάχου και Ιδρύματος Konrad Adenauer] Επίσης δημοσιεύουμε εκτενές απόσπασμα της μελέτης που εκπόνησε, με τίτλο «Αυτουργία μέσω οργανωμένων μηχανισμών εξουσίας: Η περίπτωση της Χρυσής Αυγής».  

Η αξία της μελέτης έγκειται, μεταξύ άλλων, στο ότι οριοθετείται η έννοια του «οργανωμένου μηχανισμού εξουσίας» κατά τρόπο σαφή, που δεν διευρύνει απαράδεκτα το αξιόποινο.Πρωτοδημοσιεύτηκε στο γερμανικό νομικό περιοδικό Goltdammer’s Archiv [τ. Ιουνίου 2019] και σε ελληνική μετάφραση στην Ποινική Δικαιοσύνη [τ. Ιουνίου 2019, σελ. 685 επ.].
Είναι αφιερωμένη στον καθηγητή Claus Roxin, το έργο του οποίου για την αυτουργία μέσω οργανωμένων μηχανισμών εξουσίας, κατέστησε δυνατή την ηθική δικαίωση εκατομμυρίων θυμάτων απολυταρχικών καθεστώτων ανά τον κόσμο.

Την συνέντευξη πήρε ο συνεργάτης του Flash.gr, o Αυγερινός Χατζηχρυσός.


Μέλη της Χρυσής Αυγής χαιρετούν ναζιστικά εντός της αιθούσης του δικαστηρίου

Κα Βόλη, σταδιακά, η δίκη της Χρυσής Αυγής οδεύει προς το τέλος της. Ποια είναι η σπουδαιότητα της έκβασης μίας τέτοιας δίκης σε πολιτικό, ηθικό και νομικό επίπεδο;
Πολιτικά, παρότι η δίκη της Χρυσής Αυγής δεν είναι στο επίκεντρο του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, αποτελεί σημείο αναφοράς ακόμα και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα, διότι πρόκειται για τη μεγαλύτερη ποινική δίκη κατά ακροδεξιάς οργάνωσης από τη Δίκη της Νυρεμβέργης, η οποία επισφράγισε το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ηθικά, είναι σημαίνουσας σημασίας η έκβαση της δίκης. Εβδομήντα χρόνια μετά την ήττα του Εθνικοσοσιαλισμού, κι ενώ βρίσκονται εν ζωή άνθρωποι που εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης επί Εθνικοσοσιαλισμού, βλέπουμε αυτές τις ιδέες να κερδίζουν πάλι έδαφος και να αναφύονται ως φαντάσματα, ακόμα και στα κοινοβούλια. Ο τρόπος που απαντούν οι κοινωνίες και τα δικαστήρια στην εγκληματική δραστηριότητα τέτοιων ομάδων απαντά στο ερώτημα, αν υπάρχουν ακόμα αντισώματα στην κοινωνία, ώστε να ανακόψουν την πορεία τους, ή να τους δώσουν το τελικό χτύπημα.


Η έδρα του δικαστηρίου της Χρυσής Αυγής

Τέλος, τόσο σε ηθικό, όσο και σε νομικό επίπεδο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι νεώτερες θεωρίες περί ποινής δεν επικεντρώνονται μόνο στην προστασία του κοινωνικού συνόλου από τον εγκληματία ή στην επανένταξη του τελευταίου, αλλά και στα δικαιώματα του ίδιου του θύματος. Όταν το οργανωμένο κράτος παραβλέπει έναν ιεραρχικά δομημένο μηχανισμό που προσπαθεί να επιβάλει δικές του απόψεις, πέρα και έξω από το δίκαιο, την ελευθερία έκφρασης, τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια ΒΙΑΙΩΣ, και καταφάσκει ποινική ευθύνη μόνο για τα αναλώσιμα εκτελεστικά όργανα, είναι σαν να λέει στο θύμα «όχι απλώς δεν δικαιούσαι, αλλά η ζωή σου δεν αξίζει για να ασχοληθούμε μαζί σου».


Στελέχη, πρώην βουλευτές του κόμματος Χρυσή Αυγή, καταθέτουν στο δικαστήριο

Η μελέτη σας για τη δίκη της Χρυσής Αυγής είναι μία νομική μελέτη με δογματικό υπόβαθρο που δημοσιεύτηκε σε νομικά περιοδικά. Πώς θα εξηγούσατε με απλά λόγια το περιεχόμενό της σε μη νομικούς;
Όντως, υπήρξε ενδιαφέρον για δημοσίευση στο εγνωσμένου κύρους νομικό περιοδικό Goltdammer’sArchiv, όπου και δημοσιεύτηκε και προκάλεσε σοβαρό σχολιασμό μεταξύ των νομικών κύκλων της Γερμανίας, ιδιαίτερα στον απόηχο της δίκης της NSU στο Μόναχο. Η εκλαΐκευση είναι δύσκολη, αλλά θα έλεγα με απλά λόγια ότι, στηριζόμενη στη θεωρία του Claus Roxin για την ποινική ευθύνη του λεγόμενου «αυτουργού του γραφείου» που τυγχάνει ευρείας αποδοχής από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο και τα εθνικά δικαστήρια πολλών κρατών ανά τον κόσμο, προσπάθησα να την αντιστοιχήσω με τα καθ’ ημάς τεκταινόμενα. Λαμβάνοντας υπόψιν, βεβαίως, τα πορίσματα του εισαγγελέως κ. Ντογιάκου, του παραπεμπτικού βουλεύματος, του πορίσματος των ανακριτριών και βέβαια των μαρτυρικών καταθέσεων της κύριας διαδικασίας, που επιβεβαιώνουν το υλικό της προδικασίας.


Ο φασιστικός χαιρετισμός του Μιχαλιολάκου στο δικαστήριο, προκάλεσε αναστάτωση και την παρέμβαση της αστυνομίας

Πώς συνεισφέρετε κάτι νέο με αυτήν τη μελέτη σας;
Η ποινική ευθύνη της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής, που δεν τέλεσε ιδιοχείρως τα εγκλήματα, αλλά ήταν ο αυτουργός πίσω από τους αυτουργούς, εξαρτάται από την αποδοχή ή μη της κατηγορίας της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση. Η απόρριψη αυτής της κατηγορίας συνεπάγεται την αποσύνδεση της ηγεσίας από τα τελεσθέντα αδικήματα. Η μελέτη μου, αντίθετα, δεν καταφεύγει στο πρόκριμα της εγκληματικής οργάνωσης. Ο αρχηγός και η ανώτερη ιεραρχία έκτισαν έναν μηχανισμό, ο οποίος, είτε τον θεωρήσει κανείς εγκληματική οργάνωση, είτε όχι, διασφαλίζει την εκτέλεση των εντολών. Για τη θεμελίωση αυτής της μορφής αυτουργίας τίθενται οι εξής όροι: εξουσία εντολής, αποδέσμευση της οργάνωσης από το δίκαιο, ανταλλαξιμότητα και υψηλή ετοιμότητα εκτελεστικών οργάνων. Εφόσον πληρούνται αυτοί οι όροι, τα εγκλήματα τελούνται αυτόματα από την ηγεσία μέσω των εκτελεστικών οργάνων του μηχανισμού. Η ποινική ευθύνη της ηγεσίας δεν είναι, δηλαδή, παρακολουθηματική, εκπορευόμενη εκ της ιδιότητας του μέλους εγκληματικής οργάνωσης. Πιο απλά, είτε χαρακτηριστεί ως εγκληματική οργάνωση, είτε όχι, η οργάνωση αυτή, υπό τους όρους που περιέγραψα πιο πάνω, είναι ο μηχανισμός μέσω του οποίου η ίδια η ηγεσία τέλεσε τα εγκλήματα. Τα εγκλήματα τελέσθηκαν από την ίδια την ηγεσία, μέσω των ανταλλάξιμων οργάνων της: είναι οι ίδιοι αυτουργοί.


Η εισαγγελέας κυρία Οικονόμου προκάλεσε αναστάτωση με την εισήγησή της

Πώς θα σχολιάζατε την εισαγγελική πρόταση της 18ης Δεκεμβρίου;
Η εισαγγελέας κυρία Οικονόμου είναι δικαστικός με σοβαρό κύρος, με προσφορά στην απονομή δικαίου και σοβαρότατη πορεία στο δικαστικό σώμα. Στον προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ότι εστίασε στην αδιαμφισβήτητη ποινική ευθύνη των εκτελεστικών βραχιόνων, αφήνοντας αναπάντητα τα ερωτήματα που προκύπτουν σχετικά με την ποινική ευθύνη της ηγεσίας της οργάνωσης. Η τελευταία προκύπτει αβίαστα και πολλαπλώς από τον πλούτο του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, από την αριστοτεχνική τεκμηρίωση του εισαγγελέως κ. Ντογιάκου καθώς και από την πολύχρονη ακροαματική διαδικασία που επισφράγισε τα πορίσματα της προδικασίας.

Κυρία Βόλη σας ευχαριστώ πολύ που μιλήσατε στο Flash.
Εγώ σας ευχαριστώ.

Αυτουργία μέσω οργανωμένων μηχανισμών εξουσίας: Η περίπτωση της Χρυσής Αυγής
Β. Η οργανωμένη κυριαρχία της Χρυσής Αυγής

Παρότι η δίκη της Χρυσής Αυγής δεν βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος των ευρωπαϊκών ΜΜΕ, είναι από ιστορική σκοπιά μοναδική, ακόμη και για τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Είναι η πρώτη φορά από τη Δίκη της Νυρεμβέργης που διεξάγεται ποινική δίκη αυτών των διαστάσεων κατά μιας εθνικοσοσιαλιστικής οργάνωσης, η οποία αποτελεί την τρίτη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη. Κατηγορούμενοι είναι ο αρχηγός του κόμματος Νικόλαος Μιχαλολιάκος και άλλα 68 κομματικά μέλη. Μεταξύ των κατηγοριών ανήκουν η διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης και συμμετοχή σε αυτήν, ανθρωποκτονίες και επιθέσεις κατά μεταναστών και συνδικαλιστών. Στο επόμενο βήμα μελετάται η ποινική ευθύνη των υποκινητών και των εκτελεστικών οργάνων της ακροδεξιάς Χρυσής Αυγής βάσει της προαναφερθείσης θεωρίας της αυτουργίας μέσω οργανωμένων μηχανισμών εξουσίας.

Ι. Εξουσία εντολής εντός ενός ιεραρχικώς δομημένου μηχανισμού εξουσίας
Ως πρώτο κριτήριο εξετάζεται, εάν καταφάσκεται οργανωμένος μηχανισμός εξουσίας, εντός του οποίου οι υποκινητές ασκούν την εξουσία εντολής. Στο επίκεντρο της μελέτης μας βρίσκεται το φερόμενο ως εγκληματική οργάνωση (και έως πρόσφατα εκπροσωπούμενο στο Ελληνικό Κοινοβούλιο) πολιτικό κόμμα της Χρυσής Αυγής. Ερωτάται καταρχάς, εάν το υπό συζήτηση κόμμα αποτελεί οργάνωση με ιεραρχική δομή, η οποία συγκροτείται βάσει εντολών και πειθαρχίας.

  1. Η σύσταση της οργάνωσης
    Η Χρυσή Αυγή ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ως ολιγάριθμη ομάδα εθνικοσοσιαλιστικής επιμόρφωσης. Στη συνέχεια, η ομάδα μετεξελίχθηκε σε πολιτικό σχηματισμό κατά τα πρότυπα του Γερμανικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, με επικεφαλής το Νικόλαο Μιχαλολιάκο. Το ιδεολογικό υπόβαθρο του κόμματος, όπως προκύπτει από τη χρήση εθνικοσοσιαλιστικών συμβόλων, συνθημάτων ή από τον εγκωμιασμό του Χίτλερ, είναι ως φρονηματικό στοιχείο ποινικώς αδιάφορο. Εντούτοις διαγράφει μια ακριβή εικόνα της ομάδας και επεξηγεί τη σκληρή κομματική πειθαρχία, τη σχεδόν μεταφυσική λατρεία του αρχηγού και την επιβολή της ιδεολογίας περί φυλετικής καθαρότητας μέσω μιας οργανωμένης, ιεραρχικώς δομημένης εγκληματικής δράσης. Το επίσημο καταστατικό του κόμματος που κατετέθη στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου το 2012 ορίζει τα όργανα του κόμματος και προβλέπει τη δέσμευση των κατώτερων οργάνων από τις αποφάσεις των ιεραρχικά ανώτερων. Στο δεύτερο, ανεπίσημο καταστατικό, που κατατέθηκε κατά την προδικασία, γίνεται λόγος για την «αρχή του Αρχηγού» (Führerprinzip). Ο Αρχηγός είναι «ο ανώτατος ηγέτης της Χρυσής Αυγής». Σε αυτό το δακτυλογραφημένο καταστατικό διαγράφεται μια προσωποπαγής δομή της οργάνωσης, η οποία αποστασιοποιείται από την επίσημη ιεραρχία, όπως η τελευταία περιγράφεται στο επίσημο καταστατικό.
  2. Η αυστηρή ιεραρχία ως εγγενής ιδιότητα

α) Η κορυφή της οργάνωσης – Η «αρχή του αρχηγού»
Θεμελιώδες χαρακτηριστικό της Χρυσής Αυγής ήταν η ιεραρχική δομή της με τον Αρχηγό της ως επικεφαλής και απόλυτο κυρίαρχο. Από τη δικογραφία προκύπτει ο στρατιωτικός χαρακτήρας της ιεραρχικής δομής της. Ως Ανώτατος Ηγέτης έχει την απόλυτη ευθύνη των τελικών αποφάσεων. Οι σχετικές δηλώσεις των στελεχών καταδεικνύουν την απόλυτη, απεριόριστη και αδιαμφισβήτητη κυριαρχία του. Ο βουλευτής του κόμματος και κατηγορούμενος Ευστάθιος Μπούκουρας δήλωσε ότι «δεν έχουμε Πρόεδρο. Έχουμε Αρχηγό, τον ακολουθούμε πιστά, σαν γνήσιοι στρατιώτες και δεν κάνουμε πίσω σε ό,τι και να μας πει. Ακολουθούμε πιστά σε ό,τι μας διατάσσει και εκτελούμε». Σε ηλεκτρονικό έγγραφο της Ουρανίας Μιχαλολιάκου διαβάζουμε: «Ευελπιστούμε να μπορέσουμε να κάνουμε μια μέρα το Ελληνικό Κράτος λειτουργικό, όπως είναι η Χρυσή Αυγή, όπου η θέληση του Αρχηγού επιβάλλεται και εφαρμόζεται άμεσα, χωρίς παρεκκλίσεις και χωρίς ενδοιασμούς». Επίσης χαρακτηριστική είναι η εγκύκλιος του κατηγορουμένου βουλευτή Χρήστου Παππά, στην οποία αναφέρονται τα εξής: «θα πρέπει να λειτουργήσουμε με τα όργανα του κινήματος, σαν ένας πολιτικός απελευθερωτικός στρατός του Εθνικισμού και να εφαρμόσουμε πιστά την πάγια αρχή του στρατιωτικού δόγματος που λέγεται απαρέγκλιτη πίστη και υπακοή στην Ιεραρχία. Ζήτω η Νίκη. Ζήτω ο Αρχηγός».


Η προκλητικότητα μελών της Χρυσής Αυγής προκαλούσε συχνά την ανάγκη παρέμβασης της αστυνομίας στη δικαστική αίθουσα

Η κάθετη ιεραρχία της οργάνωσης περιγράφεται ρητά στο πόρισμα των ανακριτριών Κλάπα και Δημητροπούλου: «Η οργάνωση της Χρυσής Αυγής φέρεται να διαθέτει κάθετη ιεραρχική δομή, με βάση την οποία λειτουργεί, επί σειρά ετών, με κατανομή καθηκόντων και αρμοδιοτήτων, που αφορούν στη διάδοση και κατήχηση των θέσεών της, την εκπαίδευση των μελών της και την οργάνωση των δράσεών της». Η δομή της οργάνωσης δεν επιτρέπει απόκλιση από την κομματική γραμμή. Για την «αρχή του αρχηγού» γίνεται ρητώς λόγος σε μαρτυρικές καταθέσεις της κύριας διαδικασίας: «Δεν γίνεται τίποτα χωρίς την έγκριση του αρχηγού (…) οι ίδιοι το λένε, αν δεν πάρουν την έγκριση του αρχηγού δεν γίνεται (…) Ο συντονισμός φτάνει μέχρι τον Μιχαλολιάκο. Είναι η δομή της οργάνωσης (…)».

Περαιτέρω, σε ένορκη κατάθεση μάρτυρα διαβάζουμε τα εξής: «Στη Χρυσή Αυγή η πίστη στον Αρχηγό εκφεύγει του προσώπου του, αναγόμενη σε ένα επίπεδο μεταφυσικής. Πρόκειται για τη λατρεία στον ίδιο το θεσμό του Αρχηγού και επί της ουσίας για την εκδήλωση της απόφασης του προσώπου να θέσει όλη του την ύπαρξη υπό τις εντολές του, τόσο του ίδιου όσο και των προσώπων που αυτός καθορίζει. Για παράδειγμα, η παράβαση εντολής του ιεραρχικώς ανωτέρου τιμωρείται γι’αυτόν ακριβώς το λόγο, δηλαδή όχι γιατί παρέβης την εντολή του συγκεκριμένου προσώπου, αλλά γιατί παρέβης την εντολή του προσώπου που ο αρχηγός τοποθέτησε στη θέση του εντολέα. Έχει πλήρη εποπτεία, υπό την έννοια ότι οι άνθρωποι που έχουν την εξουσία να οργανώσουν το οτιδήποτε, είναι άνθρωποι απολύτως πιστοί στον Αρχηγό και δεν διανοούνταν να κάνουν κάτι πέρα από τις εντολές του Αρχηγού. Μάλιστα όχι λόγω του φόβου για τυχόν συνέπειες, αλλά λόγω της απόλυτης πίστης τους».

Η παρουσία της μητέρας του δολοφονηθέντος Παύλου Φύσσα, είναι σχεδόν καθημερινή στη δικαστική αίθουσα

β) Οι εντολείς της μεσαίας ιεραρχίας
Στην ιεραρχική δομή ακολουθούσαν μετά τον Αρχηγό οι βουλευτές του κόμματος, οι οποίοι είχαν οριστεί και «περιφερειάρχες» και συντόνιζαν τις δράσεις στις περιφέρειες. Έπονταν οι υπεύθυνοι κάθε Τοπικής Οργάνωσης, επονομαζόμενοι και «Πυρηνάρχες». Η ιεραρχία εντός της δομής ήταν κάθετη και απαρέγκλιτη. Ο πυρηνάρχης αναφερόταν απ’ευθείας στον τοπικό βουλευτή και αυτός με τη σειρά του στην ανώτατη ηγεσία της εγκληματικής οργάνωσης, από την οποία ελάμβανε την εντολή ή την έγκριση για την εκδήλωση οποιασδήποτε αξιοποίνου δράσεως ή την τέλεση οποιουδήποτε εγκλήματος. Η εγκληματική δράση του κόμματος – επιθέσεις σε αλλοδαπούς, αντιφρονούντες και ιδεολογικούς αντιπάλους προς το σκοπό της διάδοσης και επιβολής των πολιτικών ιδεών και θεωριών της δια της βίας – «εκδηλωνόταν μέσω των Τοπικών Οργανώσεών της και πάντοτε υπό την καθοδήγηση ανώτερου στην ιεραρχία στελέχους της, με βάση οργανωμένο σχέδιο, το οποίο εκτελούσαν τα μέλη των ομάδων κρούσεως, επονομαζόμενα και Τάγματα Εφόδου. Αυτά λειτουργούσαν υπό την αιγίδα των κατά τόπους Τοπικών Οργανώσεων και τα μέλη τους είχαν ιδιαίτερα σωματικά προσόντα και κατάλληλη σωματική εκπαίδευση, προσομοιάζουσα με εκείνη των ανδρών των επίλεκτων Ειδικών Μονάδων των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας, δρούσαν δε οργανωμένα και συντεταγμένα, τηρώντας πιστά τις σχετικές εντολές και οδηγίες του εκάστοτε επικεφαλής της επιχείρησης-επίθεσης, ο οποίος ήταν ακόμη και Βουλευτής και εφαρμόζοντας επακριβώς το σχέδιο δράσεως, το οποίο είχε καταρτιστεί σε κάθε περίπτωση ξεχωριστά».

γ) Τα μέλη της κατώτερης ιεραρχίας
Στις κατώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας βρίσκονταν οι υποστηρικτές – κατ’ουσίαν μέλη – του κόμματος, οι οποίοι κατέβαλλαν εισφορές, είχαν την υποχρέωση να παρουσιάζονται στα γραφεία και να συμμετέχουν στις οργανωμένες δράσεις του κόμματος. Οι νεώτεροι και πιο ρωμαλέοι συμμετείχαν και στην «ασφάλεια» της αντίστοιχης Τοπικής Οργάνωσης και στα αντίστοιχα «Τάγματα Εφόδου».

  1. Υπακοή και πειθαρχία ως προϋπόθεση της αποτελεσματικότητας του μηχανισμού

Ζωτικής σημασίας ήταν η αυστηρή και απόλυτη πειθαρχία και η άνευ αντιρρήσεως υπακοή όλων ανεξαιρέτως στις εντολές του Αρχηγού και των ιεραρχικά ανωτέρων. Οι δηλώσεις των κατηγορουμένων, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην πρόταση του εισαγγελέα Εφετών (νυν αντεισαγγελέα ΑΠ) Ντογιάκου και στο παραπεμπτικό βούλευμα 215/2015, δεν αφήνουν περιθώριο αμφισβήτησης: «Είμαστε στρατιώτες, είμαστε πειθαρχημένοι, είμαστε Χρυσαυγίτες. Είστε σαν στρατός πειθαρχημένος. Να ευχαριστήσω τα παιδιά με τις μαύρες μπλούζες» (Νικόλαος Μιχαλολιάκος, 17η Ιουνίου 2012).


H δικηγόρος υπεράσπισης της οικογένειας Φύσσα

«Η ηγεσία έχει μία απαίτηση από όλους σας. Να υπακούτε πιστά στις εντολές των ανωτέρων σας. Στα στελέχη, στα όργανα του κινήματός μας. Χρειάζεται απόλυτη πειθαρχία και τάξη. Τα στελέχη γνωρίζουν τί γίνεται, να μην έχετε πολλές απορίες για κάποιο τρόπο αντιμετώπισης θεμάτων. Για όλα υπάρχει λόγος και αιτία. Να υπακούτε πιστά στις εντολές των ανωτέρων σας» (Ηλίας Παναγιώταρος, 31η Οκτωβρίου 2012).

«… αν ακολουθείτε πιστά τις γραμμές που σας δίνονται, αν εκτελείτε τις εντολές και αν είστε πειθαρχημένοι, μη σας νοιάζει τίποτα. Για τα υπόλοιπα κανονίζουμε εμείς. Να είστε σίγουροι γι’αυτό το πράγμα» (Ιωάννης Λαγός).

Συνάγεται συνεπώς το συμπέρασμα ότι η πιστή εφαρμογή των εντολών είναι απόρροια της λατρείας στο πρόσωπο του Αρχηγού, ακόμη και όταν οι εντολές δεν προέρχονται απευθείας από αυτόν, διότι τα ιεραρχικώς μεσαία στελέχη, τα οποία ασκούν εξουσία εντολής, «τη δεδομένη στιγμή αντικαθιστούν στην ουσία τον ίδιο τον Αρχηγό, αποτελώντας τα εκτελεστικά του όργανα».

  1. Εκτελεστικά όργανα: τα Τάγματα Εφόδου

Θεμελιώδες στοιχείο του υπό συζήτηση μηχανισμού είναι η επιχειρησιακή δράση του. Αυτή υλοποιείτο από επίλεκτες ομάδες στελεχών, μελών και υποστηρικτών, οι οποίες ήταν εκπαιδευμένες υπό σκληρές συνθήκες. Αυτές οι ομάδες κινούνταν και ενεργούσαν απολύτως συντεταγμένα ως παραστρατιωτικές ομάδες, με στρατιωτικά παραγγέλματα και στρατιωτικό βηματισμό. Έφεραν ομοιόμορφη ενδυμασία και οπλισμό, όπως κοντάρια, ρόπαλα, σιδερολοστούς και μαχαίρια, με σκοπό να προκαλούν φόβο στα «αντίπαλα» στρατόπεδα. Επικεφαλής κατά τη διάρκεια των επιθέσεων ήταν άτομα με υψηλή ιεραρχική θέση, όπως βουλευτές και πυρηνάρχες, συνεπικουρούμενα και από άλλα επίλεκτα μέλη των Τοπικών Οργανώσεων. Οι επιθέσεις τους είχαν βίαιο χαρακτήρα, βαρύτατες συνέπειες για τη ζωή και τη σωματική ακεραιότητα των θυμάτων. Ο τρόπος τέλεσης των πράξεων υποδεικνύει έναν μηχανισμό με αυστηρή ιεραρχική δομή και ενδελεχή προπαρασκευή των ποινικών αδικημάτων. Κάθε ένα από αυτά τα μέλη είχε προκαθορισμένο ρόλο, ήταν εκπαιδευμένο, ενεργούσαν δε όλα από κοινού εντός αυστηρά καθορισμένου χρονικού πλαισίου δράσης, κατά τρόπο αστραπιαίο και με συγκεκριμένο σκοπό. Η δράση τους άρχιζε και τελείωνε με συγκεκριμένο παράγγελμα του επικεφαλής του Τάγματος Εφόδου. Η προκαθορισμένη επίθεση ήταν στις περισσότερες περιπτώσεις γνωστή στον περιφερειάρχη του κόμματος καθώς και στον ηγετικό πυρήνα. Σε αυτήν την κατηγορία υπάγονται οι επιθέσεις στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στο Πέραμα, στην οικία των Αιγυπτίων αλιεργατών επίσης στο Πέραμα, στους κοινωνικούς χώρους «Αντίπνοια» και «Συνεργείο», το πογκρόμ του 2011, η επίθεση και η απόπειρα εμπρησμού στο χώρο προσευχής Μουσουλμάνων στο κέντρο της Αθήνας και η επίθεση σε βάρος Πακιστανών εργατών στην Ιεράπετρα Κρήτης. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως στην ανθρωποκτονία του μουσικού Παύλου Φύσσα, τα Τάγματα Ασφαλείας ενεργοποιούνταν αυθόρμητα, εν συνεχεία όμως επικοινωνούσαν με υψηλόβαθμα στελέχη, όπως προκύπτει από το υλικό της δικογραφίας, προκειμένου να εγκρίνουν την επιχείρηση.

  1. Modus Operandi των Ταγμάτων Εφόδου

Οι κατά στρατιωτική σύλληψη διεξαχθείσες επιθέσεις σε αλλοδαπούς και Έλληνες ήταν προσχεδιασμένες. Η εντολή για ενεργοποίηση προς τα Τάγματα Εφόδου διαμοιραζόταν μέσω SMS, στο τέλος του οποίου υπήρχε η υπόδειξη «διαγράψτε αυτό το μήνυμα». Η εντολή προς δράση ήταν αποτέλεσμα διαβουλεύσεων στον κλειστό πυρήνα της οργάνωσης. Ο κλειστός πυρήνας αποτελείτο από ανώτατα στελέχη του κόμματος, τα οποία συζητούσαν την τοποθεσία, τους στόχους και τα εκτελεστικά όργανα της επίθεσης. Τα μέλη του κλειστού πυρήνα έδιναν λόγο μόνο στο βουλευτή της περιοχής, ο οποίος ελάμβανε την τελική απόφαση και έδινε τη σχετική εντολή. Η εντολή διαβιβαζόταν ιεραρχικά από τον αρχηγό στον υπαρχηγό και στη συνέχεια στους υπόλοιπους κατώτερους στην ιεραρχία μέχρι την τελική υλοποίησή της, εν είδει ντόμινο, όπως υπαγορεύει η δομή του μηχανισμού. Αποτέλεσμα αυτού του «ντόμινο» ήταν η σίγουρη, αυτοματοποιημένη εκτέλεση της εντολής. Όπως επισημαίνεται από μάρτυρα, «πρέπει να αποδείξεις ότι είσαι τυφλά πιστός στο κίνημα, στον αρχηγό και στις αρχές του εθνικοσοσιαλισμού […] Η πειθαρχία είναι το παν και το μόνο που χρειάζεται για τη λειτουργία της ΧΑ. […] Επίσης γίνονταν συνεχώς επιθέσεις κατά αλλοδαπών με γενική κεντρική εντολή. Αυτό σημαίνει ότι πολλές φορές δεν δινόταν συγκεκριμένη εντολή επίθεσης, αλλά και αν ακόμα γινόταν μία τέτοια επίθεση με πρωτοβουλία κάποιου στελέχους, αυτή δεν αποδοκιμαζόταν, αλλά επικροτείτο και καλυπτόταν από τη γενική εντολή».

  1. Εξουσία εντολής σε επιμέρους περιπτώσεις

Η πρώτη προϋπόθεση της εξουσίας εντολής εντός μίας οργάνωσης διαγράφεται με μεγαλύτερη ενάργεια, εάν μελετήσει κανείς τις επιμέρους επιθέσεις της Χρυσής Αυγής, όπως περιγράφονται στο αποδεικτικό υλικό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τη διαμόρφωση, το διαμοιρασμό και την με αυστηρή πειθαρχία εφαρμογή της εντολής είναι η επίθεση κατά συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ της 12ης Σεπτεμβρίου 2013 στο Πέραμα. Όπως σημειώνεται στην εισαγγελική πρόταση, η εν λόγω επίθεση έλαβε χώρα με την έγκριση και τη σύμφωνη γνώμη του κατηγορουμένου Ιωάννη Λαγού, ο οποίος ασκούσε εξουσία εντολής επί όλων των Τοπικών Οργανώσεων της περιοχής και είχε προαναγγείλει δημοσίως την επίθεση σε συγκέντρωση εργαζομένων σε χώρο της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης του Περάματος. Από τα μηνύματα που απέστειλε το βράδυ της επίθεσης προκύπτει ότι έλεγχε και κατηύθυνε τη δράση των τοπικών Ταγμάτων Εφόδου. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι η περιγραφή της επίθεσης κατά των μελών του ΠΑΜΕ, μέσω της οποίας πραγματώθηκε η εντολή με θρησκευτική ευλάβεια. Τα μέλη των Ταγμάτων Εφόδου κατέφθασαν οργανωμένα, έκλεισαν την κυκλοφορία και εγκλώβισαν τα θύματα της επίθεσης, η οποία ξεκίνησε με το παράγγελμα του αρχηγού. Η επίθεση έληξε επίσης κατόπιν παραγγέλματος από τον κατηγορούμενο αρχηγό της Τοπικής Οργάνωσης. Τότε, όλα τα άτομα που συμμετείχαν στην επίθεση, υπακούοντας απόλυτα στην εν λόγω εντολή, εξαφανίστηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα.


O πατέρας του δολοφονηθέντος μετανάστη Πακιστανού Σαχζάτ Λουκμάν, σε αντιφασιστική διαδήλωση

Αντίστοιχη ιεραρχική σύλληψη και εκτέλεση εντολής διαπιστώνεται στην επίθεση κατά των Αιγυπτίων αλιεργατών της 12ης Ιουνίου 2012 στο Πέραμα. Σε δημόσια εκδήλωση σε καφετέρια του Περάματος είχε δηλώσει ο τοπικός βουλευτής, λίγες ώρες πριν την επίθεση, ότι οι Αιγύπτιοι αλιεργάτες «θα δίνουν λογαριασμό στη Χρυσή Αυγή». Μερικές ώρες μετά από αυτήν την προαναγγελία, ένα Τάγμα Εφόδου αποτελούμενο από τουλάχιστον 20 άτομα διεξήγαγε μια πλήρως οργανωμένη επίθεση, κατά την οποία τέσσερις Αιγύπτιοι αλιεργάτες υπέστησαν σοβαρές σωματικές και περιουσιακές βλάβες. Δεν υπάρχει συνεπώς αμφιβολία ότι η επίθεση διεξήχθη από το μηχανισμό της Χρυσής Αυγής, με τα Τάγματα Εφόδου και μέλη των Τοπικών Οργανώσεων ως εκτελεστικά όργανα.

Αντίστοιχα προανήγγειλε ο πυρηνάρχης Νικαίας Γεώργιος Πατέλης τα πογκρόμ κατά μεταναστών το καλοκαίρι 2012: «Ό,τι κινείται, σφάζεται. […] Τη γραμμή περιμένω να την πάρουμε. […] Η Χρυσή Αυγή πλέον έχει μπει στη ζωή μας, οτιδήποτε μας λένε πρέπει να το κάνουμε.»


Η δίκη της Χρυσής Αυγής ήταν ένας από τους λόγους που στις πρόσφατες εθνικές εκλογές, έμεινε εκτός Βουλής

Αντίστοιχη μεθοδολογία σημειώνεται και σε άλλες επιθέσεις που περιγράφονται στο αποδεικτικό υλικό, όπως παραδείγματος χάριν στους κοινωνικούς χώρους «Αντίπνοια» και «Συνεργείο», σε αλλοδαπούς στην Ιεράπετρα και σε πογκρόμ στο κέντρο της Αθήνας. Αξιοσημείωτο είναι ότι παρατηρείται εκτέλεση της επίθεσης με στρατιωτική πειθαρχία, ακόμη και στις επιθέσεις, για τις οποίες δεν υπήρχε ρητή ειδική εντολή, όπως στην περίπτωση του Shahzad Luqman. Ο Πακιστανός υπήκοος δολοφονήθηκε το ξημέρωμα της 17ης Ιανουαρίου 2013 στα Πετράλωνα από δύο άτομα που επέβαιναν σε μοτοσυκλέτα. Από το αποδεικτικό υλικό που εισφέρθηκε στην κύρια ανάκριση προέκυψε ότι οι άμεσοι αυτουργοί διέπραξαν την ανθρωποκτονία όχι τυχαία, αλλά στο πλαίσιο της εντάξεως και συμμετοχής τους στο μηχανισμό της «Χρυσής Αυγής» ως μέλη των Ταγμάτων Εφόδου. Η απρόκλητη επίθεση στον άγνωστο σε αυτούς αλλοδαπό, ο οποίος βρέθηκε τυχαία στο δρόμο τους, τελέστηκε αποκλειστικά και μόνο από φυλετικό μίσος. Όπως ωστόσο διαπιστώνεται από το αποδεικτικό υλικό και αξιολογείται στην εισαγγελική πρόταση, οι άμεσοι αυτουργοί ενήργησαν στο πλαίσιο του οργανωμένου μηχανισμού της Χρυσής Αυγής, προς το σκοπό της βίαιης επιβολής των εθνικοσοσιαλιστικών αρχών της οργάνωσης.


Ελληνικό κοινοβούλιο

Μεταξύ των αρχών αυτών αναφέρεται η πεποίθηση της φυλετικής υπεροχής, η οποία εκφράζεται με οργανωμένες επιθέσεις κατά «υπανθρώπων», όπως τους χαρακτηρίζουν σύμφωνα με την ακροδεξιά ρητορική τους, ακόμη και από το βήμα της Βουλής. Έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση, εκτέλεσαν την επίθεση συμμορφούμενοι στις επανειλημμένες δημοσίως εκφρασθείσες παροτρύνσεις του Αρχηγού και του ηγετικού πυρήνα της οργάνωσης για επιθέσεις και πογκρόμ κατά μεταναστών. Η ιδιαιτερότητα της υπόθεσης έγκειται στο ότι η υπό συζήτηση ανθρωποκτονία δεν τελέστηκε κατόπιν ρητής εντολής του Αρχηγού, αλλά κατά τρόπο που δεν την αποκόπτει από τον κομματικό μηχανισμό ή τα στελέχη που ελέγχουν και βεβαιώνουν την απρόσκοπτη λειτουργία της οργάνωσης. Οι δύο άμεσοι αυτουργοί, ευρισκόμενοι χαμηλόβαθμα στην ιεραρχία, φόνευσαν τον περαστικό αλλοδαπό, πραγματώνοντας τις αρχές τις οργάνωσης και τη γενική εκπεφρασμένη βούληση που συμπυκνώνει την αποστολή του μηχανισμού. Συνεπώς, παράλληλα με την ποινική ευθύνη των δύο εκτελεστικών οργάνων του Τάγματος Εφόδου, διαπιστώνεται η αυτουργία των ηγετικών στελεχών μέσω του μηχανισμού εξουσίας. Διότι το κόμμα ως μηχανισμός εξουσίας και οι εγκληματικοί στόχοι του δημιούργησαν το γόνιμο έδαφος, επί του οποίου τα ανταλλάξιμα, ετοιμοπόλεμα όργανά του πραγμάτωσαν αυτούς τους στόχους. Επομένως, οι άμεσοι αυτουργοί δεν έπρεπε κατ’ανάγκην να έχουν υποκινηθεί ρητά προς την τέλεση της ανθρωποκτονίας. Μέσω της εντάξεώς τους στο μηχανισμό οικειοποιήθηκαν παράλληλα την «αρχή του Αρχηγού» και τους σκοπούς του μηχανισμού και λειτούργησαν μέσω της δράσης τους ως γρανάζια του μηχανισμού προς το σκοπό της πραγμάτωσης των εντολών της κορυφής της ιεραρχίας.


Παρουσία της συζύγου του Αλέξη Τσίπρα στη δικαστική αίθουσα, μαζί με τη μητέρα του Παύλου Φύσσα

Συνάγεται επομένως ότι το γνωστό σύνθημα του κόμματος, «αίμα, τιμή, Χρυσή Αυγή», δεν παραπέμπει απλώς στο αντίστοιχο εθνικοσοσιαλιστικό σύνθημα, αλλά εκφράζει την ίδια την αποστολή του κόμματος: πρόκειται για μηχανισμό με εγκληματικούς σκοπούς, ο οποίος έχει συσταθεί με σκοπό την πραγμάτωση αυτών των σκοπών, ώστε να εδραιωθεί μέσω αιματηρών συμπλοκών με πολιτικούς αντιπάλους στην ελληνική κοινωνία και στην πολιτική ζωή.

II. Αποδέσμευση από το δίκαιο

  1. Το πολιτικό κόμμα της Χρυσής Αυγής ως μη κρατική οργάνωση, αποδεσμευμένη από το δίκαιο

Ως δεύτερη προϋπόθεση για την κατάφαση έμμεσης αυτουργίας των ηγετικών στελεχών της ΧΑ ως δρώντων εντός ενός μηχανισμού εξουσίας, εξετάζεται η αποδέσμευση του μηχανισμού από το δίκαιο. Η καταρχήν κατάφαση προσκρούει σε δύο αντικρουόμενες θέσεις: το αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών παραπέμπει 69 πρόσωπα – συμπεριλαμβανομένης σύσσωμης της κοινοβουλευτικής ομάδας – με την κατηγορία της διεύθυνσης ή συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση καθώς και την τέλεση βαρύτατων αδικημάτων, όπως ανθρωποκτονιών. Εντούτοις υπενθυμίζεται ότι η φερόμενη ως εγκληματική οργάνωση αποτελεί παράλληλα πολιτικό κόμμα, το οποίο εκπροσωπείται στο Ευρωκοινοβούλιο και μέχρι πρόσφατα στην Ελληνική Βουλή.

Ο ανύποπτος αναγνώστης ενδεχομένως να αναρωτηθεί, πώς εξηγείται η αντίφαση, ένα πολιτικό κόμμα που βαρύνεται με την κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης και ένας αξιοσημείωτος αριθμός στελεχών του κατηγορείται για την τέλεση βαρύτατων αδικημάτων, να έχει εγκριθεί από τον Άρειο Πάγο προς συμμετοχή σε εκλογές. Η διαπίστωση αυτή θέτει το επόμενο ερώτημα: ο πολιτικός χαρακτήρας μιας οργάνωσης, η συγκρότησή της δηλαδή ως πολιτικού κόμματος, λειτουργεί ως ένας μανδύας ασυλίας για την περαιτέρω νομική αξιολόγηση της οργάνωσης, μέσω του μηχανισμού του οποίου διαπράττονται αδικήματα; Ή ο χαρακτηρισμός ως πολιτικού κόμματος αφήνει ανεπηρέαστη τη νομική αξιολόγηση της οργάνωσης ως εγκληματικής;


Eμφάνιση του Κασσιδιάρη να χαιρετά ναζιστικά

Το ερώτημα αυτό δεν επιδέχεται μονολεκτικής απάντησης. Αντιθέτως, κρίνεται ως γόνιμη μια σύντομη δικαιοσυγκριτική επισκόπηση του νομικού πλαισίου της απαγόρευσης κόμματος. Το άρθρο 21 § 2 του γερμανικού Θεμελιώδους Νόμου προβλέπει τη δυνατότητα απαγόρευσης για πολιτικά κόμματα, τα οποία „έχουν σκοπό, σύμφωνα με τους στόχους τους ή τη συμπεριφορά των υποστηρικτών τους, να διαταράξουν ή να εξαλείψουν τη φιλελεύθερη δημοκρατική θεμελιώδη τάξη ή να διακινδυνεύσουν την υπόσταση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας“. Πολυσυζητημένη και καίρια είναι η απόφαση του Γερμανικού Συνταγματικού Ομοσπονδιακού Δικαστηρίου επί της αιτήσεως προς απαγόρευση του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος Γερμανίας. Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε το NPD εχθρικό προς τη συνταγματική τάξη, ιδιαίτερα ως προς το πολιτικό πρόγραμμά του που αποσκοπεί στην ανατροπή της φιλελεύθερης δημοκρατικής θεμελιώδους τάξης. Στοχεύει, τόνισε, στην αντικατάσταση της παρούσης συνταγματικής τάξης από ένα αυταρχικό «εθνικό κράτος» που προσανατολίζεται σε μια «κοινότητα έθνους». Εντούτοις, απέρριψε την αίτηση δικαστικής απαγόρευσης, με το αιτιολογικό ότι ελλείπει από το εν λόγω πολιτικό κόμμα η δυναμική που θα καταστήσει δυνατή την επίτευξη των προγραμματικών στόχων του. Σε ένα πρώτο επίπεδο διαπιστώνεται μια αντιφατικότητα: αφενός η διαπίστωση της αντισυνταγματικότητας του NPD, αφετέρου η άρνηση της απαγόρευσης του κόμματος. Την ένσταση αυτή αίρει το Δικαστήριο με την παρατήρηση ότι η σχετική δυνατότητα απαγόρευσης δεν αποτελεί φρονηματική απαγόρευση, αλλά προστασία της ακώλυτης συμμετοχής όλων των πολιτών στη διαδικασία διαμορφώσεως της πολιτικής βούλησης.


Προσαγωγή του ευρωβουλευτή Λαγού στον ανακριτή, για παράνομη δράση

Στην ελληνική έννομη τάξη απουσιάζει αντίστοιχο δικαιικό οπλοστάσιο. Εντούτοις, το σχετικό νομικό πλαίσιο αξιώνει τη θετική τοποθέτηση του ασκούντος το συνταγματικό δικαίωμα έναντι του δημοκρατικού πολιτεύματος. Προϋπόθεση για την ίδρυση πολιτικού κόμματος είναι η κατάθεση ιδρυτικής δήλωσης στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Με αυτή τη διαδικασία δεσμεύεται το κόμμα ότι η εσωτερική οργάνωση και η εξωτερική δράση του εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ξεχωριστή δήλωση απαιτείται για τη συμμετοχή στις εθνικές εκλογές και στις Ευρωεκλογές, η οποία επίσης κατατίθεται στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου. Παρότι η διαδικασία αυτή διαφέρει ουσιωδώς από τη γερμανική δυνατότητα απαγόρευσης κόμματος, η προσκομιζόμενη προς την Εισαγγελία του Αρείου Πάγου δήλωση δεν αποτελεί μια απλή τυπικότητα. Το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας έχει απαγορεύσει σε αρκετές περιπτώσεις τη συμμετοχή στις εκλογές σε κόμματα, τα οποία κρίθηκαν ότι δεν εξυπηρετούν την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, όπως επιτάσσει το άρθρο 29 παρ. 1 του Συντάγματος. Περαιτέρω, το άρθρο 25 παρ. 3 απαγορεύει την κατάχρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, δηλαδή την άσκησή τους για σκοπούς αντίθετους από εκείνους, για τους οποίους θεσπίστηκαν. Συνεπώς, η δήλωση μιας οργάνωσης ότι συνιστά πολιτικό κόμμα, δεν γίνεται δεκτή αμαχητί, αλλά εξετάζεται υπό το φως γενικών συνταγματικών διατάξεων.

  1. Πολιτικό κόμμα και εγκληματική οργάνωση

Οι ανωτέρω παρατηρήσεις είναι αναγκαίες για την κατανόηση του άρθρου 129 παρ. 3 αρ. 1 του γερμ. ΠΚ και τα acontrario δικαιοσυγκριτικά συμπεράσματα που συνάγονται από την ανάγνωσή του για το ελληνικό δίκαιο. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει ότι η παρ. 1 περί εγκληματικής οργάνωσης δεν εφαρμόζεται, εάν η ένωση είναι ένα πολιτικό κόμμα, το οποίο δεν κήρυξε ως αντισυνταγματικό το Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο. Το πνεύμα της εν λόγω διάταξης συνίσταται καταρχήν στη διαπίστωση ότι εξουσία προς απαγόρευση πολιτικού κόμματος έχει μόνο το Συνταγματικό Δικαστήριο. Εφόσον το τελευταίο δεν κηρύσσει την αντισυνταγματικότητά του, τα ποινικά δικαστήρια δεν δύνανται να κρίνουν ένα πολιτικό κόμμα ως εγκληματική οργάνωση, ακόμη και αν η δράση του αποσκοπεί στη διάπραξη εγκλημάτων. Η διάταξη αυτή πρέπει να ιδωθεί υπό το φως του γερμανικού δικαιικού πλαισίου. Στο ελληνικό δίκαιο τέτοια δυνατότητα δεν προβλέπεται. Μια ενδεχόμενη αξιολόγηση πολιτικού κόμματος ως εγκληματικής οργάνωσης, δεν θα υποκαθιστούσε το ρητά προβλεπόμενο προς αυτή τη διαδικασία δικαστικό όργανο. Συνεπώς, η εξ αντιδιαστολής παράλληλη ανάγνωση των δικαιικών πλαισίων, οδηγεί στη διαπίστωση ότι σύμφωνα με το ελληνικό ποινικό δίκαιο δεν αποκλείεται ένα κόμμα να συνιστά παράλληλα εγκληματική οργάνωση. Ιδιαίτερα γόνιμες είναι οι σκέψεις που παρατίθενται στην εισαγγελική πρόταση, οι οποίες υιοθετούνται και στο παραπεμπτικό βούλευμα 215/2015: μια οργάνωση που, υπό το μανδύα πολιτικής δραστηριότητας, επιδιώκει την επίτευξη των στόχων της με τη χρήση σωματικής ή ένοπλης βίας, εκτόξευση απειλών κατά της ανθρώπινης ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας οποιουδήποτε πολίτη με πραγματικό σκοπό την τέλεση αξιοποίνων πράξεων και την περαιτέρω διασάλευση της δημόσιας τάξης, είναι πρόδηλο ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί νόμιμο πολιτικό κόμμα. Είναι προφανές ότι μία οργάνωση που μετέρχεται τέτοιων πρακτικών δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Η επίκληση του άρθρου 29 Σ είναι εν προκειμένω καταχρηστική.


O δολοφονημένος από νεοναζί μετανάστης Πακιστανός Σαχζάτ Λουκμάν

Οφείλει παρόλα αυτά να σημειωθεί ότι ο χαρακτηρισμός του υπό συζήτηση μηχανισμού ως εγκληματικής οργάνωσης, δεν συνιστά πρόκριμα για την κατάφαση της μορφής αυτουργίας που υποστηρίζεται στο παρόν άρθρο. Ο νομικός χαρακτηρισμός της οργάνωσης είναι, στο πλαίσιο της παρούσας συζήτησης, δευτερεύουσας σημασίας. Ζωτικής σημασίας είναι η διαπίστωση ότι αποτελεί μηχανισμό με ιεραρχική δομή, μέσω του οποίου τελούνται αδικήματα. Οι ανωτέρω παρατηρήσεις κρίθηκαν εντούτοις αναγκαίες. Η Χρυσή Αυγή συνιστά από αυτήν τη σκοπιά μοναδική περίπτωση, διότι αποτελεί εξαίρεση έναντι του κανόνα του διαχωρισμού του πολιτικού κόμματος από την εγκληματική οργάνωση, ο οποίος απαντάται συχνότατα στην Ευρώπη με τη μορφή διακριτού κόμματος-πυρήνα και του στρατιωτικού σκέλους του, όπως στην περίπτωση του IRA. Στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής, το έως πρόσφατα αντιπροσωπευόμενο στο Κοινοβούλιο κόμμα περικλείει την εγκληματική οργάνωση. Εντούτοις το κόμμα υπερβαίνει την εγκληματική οργάνωση, καθώς περιλαμβάνει κομματικά μέλη ή και απλούς ψηφοφόρους, οι οποίοι σαφώς δεν ανήκουν στην εγκληματική οργάνωση.

Στην αποδέσμευση του μηχανισμού από το δίκαιο παραπέμπει ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χαράλαμπος Βουρλιώτης στο πόρισμά του της 28ης Σεπτεμβρίου 2013: «Η βία για τα μέλη της Χρυσής Αυγής είναι το μήνυμα και όχι το μέσον επίτευξης των όποιων επιδιώξεών τους. […] Με τη διάρθρωση αυτή και τον προδιαγραφόμενο τρόπο σχεδιασμού και ιεραρχικής δράσης, από το έτος 1987 άρχισαν να εκδηλώνονται επιθέσεις, κατ’αρχάς εναντίον αλλοδαπών, αλλά και στη συνέχεια και μέχρι πρόσφατα και εναντίον ημεδαπών, τους οποίους στοχοποίησε η οργάνωση ως άτομα με διαφορετικές αντιλήψεις από τους ίδιους που έπρεπε να υποστούν τις συνέπειες της διαφορετικότητάς τους. Έτσι, σε εφαρμογή των καταστατικών «αρχών» και επιδιώξεων της εγκληματικής αυτής οργάνωσης, διαπράχθηκαν, στα πλαίσια της επιλήψιμης, κατά τις προηγούμενες αναπτύξεις, δραστηριότητάς της, δεκάδες αξιόποινες πράξεις […]».

ΙΙΙ. Η ανταλλαξιμότητα των εκτελεστικών οργάνων

Ως τρίτη προϋπόθεση της έμμεσης αυτουργίας μέσω οργανωμένων μηχανισμών εξουσίας εξετάζεται, εάν οι άμεσοι αυτουργοί, δηλαδή τα εκτελεστικά όργανα της οργάνωσης, είναι αντικαταστατά, ώστε, αν ένα εκτελεστικό όργανο εκπέσει, να αντικαθίσταται άμεσα από ένα άλλο, και κατ’αυτόν τον τρόπο να διασφαλίζεται η εκτέλεση της εντολής. Η εν λόγω προϋπόθεση υποστηρίζεται εναργώς από την εισαγγελική πρόταση Ντογιάκου και το παραπεμπτικό βούλευμα. Καταρχάς, στο ηλεκτρονικό αρχείο του κατηγορουμένου επικεφαλής της Τοπικής Οργάνωσης Νίκαιας, βρέθηκε κατάλογος με τα ονόματα και τα τηλέφωνα των μελών, ώστε να εξασφαλίζεται άμεση πρόσβαση σε αυτά και να ασκείται εποπτεία και έλεγχος της δράσης τους.

Το κριτήριο αυτό καταφάσκεται ξεκάθαρα στην περίπτωση της ανθρωποκτονίας του Παύλου Φύσσα. Χαρακτηριστική είναι η ειδοποίηση – ντόμινο που έλαβε χώρα, όταν εντοπίστηκε από στελέχη της Τοπικής Οργάνωσης στο Κερατσίνι να παρακολουθεί έναν ποδοσφαιρικό αγώνα σε καφετέρια της περιοχής. Τα στελέχη αυτά ειδοποίησαν ιεραρχικά ανώτερούς τους για την παρουσία του μουσικού στον χώρο, και αυτά με τη σειρά τους τον επικεφαλής της Οργάνωσης της περιοχής. Εν συνεχεία, ο τελευταίος απέστειλε μήνυμα στα μέλη της ασφάλειας της Τοπικής Οργάνωσης με το εξής περιεχόμενο: «Όλοι τώρα στην Τοπική. Όσοι είσαστε κοντά. Δεν θα περιμένουμε μακρινούς. Τώρα.», ενεργοποιώντας έτσι τα Τάγματα Εφόδου στο πλαίσιο και σε άμεση εκτέλεση των γενικότερων εντολών του επίσης κατηγορουμένου Ιωάννη Λαγού.

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία της δικογραφίας, ο ανωτέρω περιγραφόμενος τρόπος ενεργοποίησης των Ταγμάτων Εφόδου ήταν συνήθης. Με μαζικές αποστολές ειδοποιούνταν τα καταχωρημένα μέλη προς ετοιμότητα. Επειδή δε η Οργάνωση δρούσε επί σειρά ετών και διέθετε πληθώρα πιστών μελών, δεν ήταν αναγκαίο μέσω των μηνυμάτων να προσέλθει το σύνολο των μελών που ειδοποιείτο. Ακόμη κι αν κάποια από αυτά κωλύοντο ή απλώς αρνούνταν να εκτελέσουν την εντολή, η μαζική ειδοποίηση και ενεργοποίηση των σχετικών πολυπληθών ομάδων, καθιστούσε δυνατόν, να μην επηρεάζει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα η απροθυμία ή το κώλυμα ορισμένων.

Το στοιχείο της ανταλλαξιμότητας τονίζεται και στην κύρια διαδικασία. Ο δημοσιογράφος Δημήτριος Ψαρράς επισημαίνει σε μαρτυρική κατάθεση της 2ας Οκτωβρίου 2017: «Ο Αρχηγός δεν μετέχει στις βίαιες και νυχτερινές επιθέσεις της οργάνωσης. Πρέπει να παραμείνει αλώβητος. […] [M]όνο το πρόσωπο του Αρχηγού δεν είναι αναλώσιμο. Ο Μιχαλολιάκος είναι η Χρυσή Αυγή. Διέπεται από την αρχή του Αρχηγού.»

Στο κριτήριο της ανταλλαξιμότητας των άμεσων αυτουργών παραπέμπει και η στρατηγική απόφαση του Αρχηγού του κόμματος να αποστασιοποιηθεί από τα ποινικά αδικήματα των εκτελεστικών του οργάνων. Ο συνήγορός του δήλωσε κατά την πέμπτη δικάσιμο (4η Ιουνίου 2015ότι «ο Νίκος Μιχαλολιάκος είναι ξένος τελείως με τις πράξεις που προκάλεσαν τις φερόμενες βλάβες».

IV. Υψηλή ετοιμότητα προς δράση των εκτελεστικών οργάνων

Η υψηλή ετοιμότητα των μελών προκύπτει καταρχάς από τον τρόπο συγκρότησης της οργάνωσης. Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι η πληροφορία που αναφέρεται σε κομματικό έγγραφο ότι οι Τοπικές Οργανώσεις κατέγραφαν τα μέλη που διέθεταν μοτοσυκλέτες, οι οποίες, όπως περιγράφεται σε οικεία σημεία της εισαγγελικής πρότασης, χρησιμοποιούνταν για εκφοβισμό αντιπάλων ή για δολοφονικές επιθέσεις κατά μεταναστών. Μέσω αυτής της καταγραφής ήταν γνωστό στους διευθύνοντες τον μηχανισμό πόσες μοτοσυκλέτες ήταν διαθέσιμες στην περιοχή που θα λάμβανε χώρα μια επίθεση, διασφαλίζοντας έτσι τον χρόνο της ενεργοποίησης και της ανασύνταξης σε ελάχιστο χρόνο των ανά τόπους Ταγμάτων Εφόδου.

Επιπλέον, η υψηλή ετοιμότητα καταδεικνύεται στην περιγραφή των αδικημάτων. Όπως αναφέρεται στην εισαγγελική πρόταση, ο κατηγορούμενος βουλευτής Ιωάννης Λαγός, υπεύθυνος «περιφερειάρχης» για τον Πειραιά είχε τη φροντίδα, τα Τάγματα Εφόδου των Τοπικών Οργανώσεων της περιοχής να είναι ετοιμοπόλεμα και ικανά να δράσουν συλλογικά και οργανωμένα. Το σκοπό της αυξημένης ετοιμότητας εξυπηρετούσε περαιτέρω η οπλοφορία των μελών και στελεχών του κόμματος, προκειμένου να είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμα να τα χρησιμοποιήσουν για την επίτευξη των σκοπών του. Η αυξημένη ετοιμότητα των εκτελεστικών οργάνων προκύπτει περαιτέρω από τις διακηρύξεις μίσους των ιεραρχικά ανωτέρων, «προαναγγέλλοντας, ουσιαστικά, τα σχέδια και τις επιθέσεις που θα επακολουθούσαν, υποδεικνύοντας και τη στάση που έπρεπε να κρατήσουν τα μέλη της, τα οποία έπρεπε να είναι ετοιμοπόλεμα». Τέτοια περίπτωση συνιστά η εξαγγελία του κατηγορουμένου Ιωάννη Λαγού, βουλευτή και διευθύνοντος των Τοπικών Οργανώσεων Πειραιά, σε συγκέντρωση εργαζομένων σε χώρο της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης: «Η Ζώνη θα κερδηθεί, τα καράβια θα ξαναέρθουν και οι λακέδες του ΠΑΜΕ και του ΚΚΕ, οι οποίοι καπηλεύονται τόσα χρόνια αυτήν κατάσταση θα εξαφανιστούν από εδώ πέρα μέσα». Η εμπρηστική αυτή δήλωση λειτούργησε ως «σήμα – εντολή» προς τα μέλη των Ταγμάτων Εφόδου να είναι έτοιμα να δράσουν με βιαιότητα κατά των συνδικαλιστών.


Προσαγωγή του Η. Κασιδιάρη στα δικαστήρια της Ευελπίδων

Η περιγραφή της αυξημένης ετοιμότητας στην εκτέλεση της ανθρωποκτονίας του Παύλου Φύσσα είναι ιδιαίτερα παραστατική, τόσο στο υλικό της προδικασίας όσο και στις μαρτυρικές καταθέσεις της κύριας διαδικασίας: με τη μαζική αποστολή μηνυμάτων μέσω κινητού τηλεφώνου κινητοποιήθηκαν σχεδόν όλα τα εκτελεστικά όργανα εντός δέκα ή δεκαπέντε λεπτών, χωρίς την οποιαδήποτε αντίδραση ή ερώτηση για το σκοπό της κινητοποίησης σε τόσο προχωρημένη ώρα, σε εργάσιμη ημέρα. Τα εν λόγω, περίπου σαράντα, εκτελεστικά όργανα, εντός του εξαιρετικά ελάχιστου χρόνου από τη λήψη του μηνύματος, βρίσκονταν στο συμφωνημένο τόπο επιβαίνοντας σε μοτοσικλέτες και ήταν εφοδιασμένα με κράνη, κοντάρια, σιδερογροθιές. Αντίστοιχη κινητοποίηση σε προχωρημένη ώρα (03.10) μελών των Ταγμάτων Εφόδου περιγράφεται στην επίθεση κατά των Αιγυπτίων αλιεργατών και στην δολοφονία του Πακιστανού πολίτη Shahzad Luqman.

Η αυξημένη ετοιμότητα ήταν ιδιότητα κεντρικής σημασίας των Ταγμάτων Εφόδου. Οι άνδρες που συνέθεταν την Τοπική Οργάνωση Νίκαιας βρίσκονταν «ανά πάσα στιγμή σε ετοιμότητα και πρόθυμοι να υπακούσουν στις εντολές που τους δίδονταν, χωρίς αντίρρηση ή ενδοιασμό». Για κάθε μία από τις εγκληματικές δράσεις της, αναφέρει ο εισαγγελέας Ισίδωρος Ντογιάκος, «προϋπήρχε καλά εκπονημένο και οργανωμένο σχέδιο δράσεως, με προκαθορισμένη χρονική διάρκεια, καθώς και ακριβής καταμερισμός εργασίας. Η εγκληματική αυτή δράση υλοποιείτο, σε κάθε περίπτωση, υπό την καθοδήγηση αλλά και την αυτοπρόσωπη παρουσία στο σημείο της δράσεως κάποιου από τα προαναφερόμενα πρόσωπα. Επίσης, προκύπτει σαφώς η ύπαρξη συγκεκριμένου εκτελεστικού μηχανισμού με δομή, οργάνωση, πειθαρχία, κατάλληλο εξοπλισμό και οπλισμό, διαρκή εκπαίδευση και πλήρη ετοιμότητα για την ανάληψη δράσεως, οποτεδήποτε κρινόταν απαραίτητο και αναγκαίο από τα ηγετικά στελέχη της Οργάνωσης».


Στιγμιότυπο από την αίθουσα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, όπου διπεξάγεται η δίκη της “Χρυσής Αυγής”

Δ. Επιλογικά

Η δίκη των 69 μελών της Χρυσής Αυγής πλησιάζει σταδιακά προς το τέλος της. Παρότι η διάρκεια της δίκης είχε υπολογιστεί αρχικά στους δεκαοχτώ μήνες, η κύρια διαδικασία έχει ήδη ξεπεράσει τα 3,5 χρόνια και μόλις πρόσφατα ολοκληρώθηκαν οι μαρτυρικές καταθέσεις. Αναμένεται απόφαση εντός του 2020. Η μακρά διάρκεια της δίκης δεν εκπλήσσει και οφείλεται σε πολλαπλά αίτια. Επί παραδείγματι, η ακαταλληλότητα της δικαστικής αίθουσας έχει δημιουργήσει συχνά προβλήματα στην εξέλιξη της δίκης: η μικρή δικαστική αίθουσα δεν διαθέτει ξεχωριστούς χώρους για τα θύματα και τις οικογένειές τους, καθώς και για μάρτυρες, ώστε λόγω διενέξεων μεταξύ των κατηγορουμένων και των άλλων μετεχόντων να διακόπτεται συχνά η δίκη. Επιπρόσθετα, πρέπει να ληφθεί υπόψιν ότι οι δικαστές και οι δικηγόροι που ασχολούνται με την υπόθεση, εργάζονται και σε άλλες υποθέσεις.

Η Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου και η Ειρήνη Βλάχου σχολιάζουν τη δομή της δίκης: «Είναι ενδιαφέρον ότι η δικογραφία δεν περιλαμβάνει κατηγορία για ηθική αυτουργία. Δεκαοκτώ κατηγορούμενοι, συμπεριλαμβανομένων του αρχηγού του κόμματος και άλλων βουλευτών, κατηγορούνται για συμμετοχή και διεύθυνση σε εγκληματική οργάνωση, αλλά όχι για ίδρυση εγκληματικής οργάνωσης, καθώς η ποινική υπόθεση διερευνάται από το 2008 και εντεύθεν, ενώ η οργάνωση ιδρύθηκε ήδη το 1980. Σε αυτούς τους 18 κατηγορουμένους δεν αποδίδεται κάποια άλλη κατηγορία». Στη «δεύτερη ομάδα» των κατηγορουμένων εντούτοις, αποδίδονται επιπλέον κατηγορίες. «Γι’αυτό και γίνεται διάκριση ανάμεσα σε «ανώτερους» και «κατώτερους» κατηγορουμένους – η ηγεσία της οργάνωσης δεν ήθελε «αίμα στα χέρια της» και γιαυτό απορρίπτει της κατηγορίες, σύμφωνα με τις οποίες ανέθεσε τις επιθέσεις. Εξ αυτού του λόγου αυτή η ομάδα δεν εμφανίζεται έως τώρα στο ακροατήριο – ισχυρίζεται, ότι δεν έχει καμία σχέση με τα κατώτερα στελέχη, τα οποία έκαναν «τη βρώμικη δουλειά». Αυτό τους επιτρέπει κατά την άποψή τους να περιφρονούν την ποινική διαδικασία», αλλά και να ακολουθεί μια επιθετική τακτική: η κορυφή της οργάνωσης αφενός ισχυρίζεται ότι δεν έχει καμία σχέση με τα αδικήματα, διότι τα πρόσωπα που τα διέπραξαν, ενήργησαν αυτοβούλως. Αφετέρου χαρακτηρίζει την εν λόγω ποινική διαδικασία ως κυνήγι μαγισσών.

Οι έως τώρα περισσότερες από 300 δικάσιμοι έχουν δικαιώσει πλήρως την εισαγγελική πρόταση του Ισίδωρου Ντογιάκου και το παραπεμπτικό βούλευμα. Στην κύρια διαδικασία απεδείχθη ότι ο εθνικοσοσιαλισμός είναι ο ιδεολογικός πυρήνας της οργάνωσης και το θεμέλιο της στοχοθεσίας των διαπραχθέντων αδικημάτων. Από το πλούσιο αποδεικτικό υλικό, όπως π.χ. τις ηχογραφημένες τηλεφωνικές συνδιαλέξεις των αυτουργών και των μαρτύρων προκύπτει περαιτέρω ότι δινόταν αναφορά στην υψηλότερη βαθμίδα της οργάνωσης. Απεδείχθη ότι τα υπό συζήτηση αδικήματα τελέσθηκαν στο πλαίσιο μιας ιεραρχικώς δομημένης οργάνωσης, η οποία πραγμάτωνε το σκοπό του κόμματος. Κάθε εγκληματική πράξη ήταν ιεραρχικά προγραμματισμένη, τελείτο με αυτό το σκοπό από εκπαιδευμένα μέλη του κόμματος και πραγμάτωνε μέσω μιας στρατιωτικής δομής το ιδεολογικό πρόγραμμα της Χρυσής Αυγής. Η προσπάθεια της κορυφής της οργάνωσης να αποστασιοποιηθεί από τα εγκλήματα της κατώτερης ιεραρχίας, είναι συνεπώς ανούσια: η οργάνωση είναι, αντιθέτως, δομημένη βάσει της «αρχής του Αρχηγού», όπως αναφέρεται πολλάκις στο υλικό της προδικασίας και της κύριας διαδικασίας. Δεν ετίθετο ποτέ ζήτημα αυτενέργειας των ταγμάτων εφόδου. Από το αποδεικτικό υλικό γίνεται σαφές ότι η Χρυσή Αυγή πραγμάτωνε τους στόχους της με βία υπό το μανδύα της πολιτικής δραστηριότητας.


Tάγματα εφόδου υπό την καθοδήγηση του Η. Κασιδιάρη

Από την παραπάνω ανάλυση προκύπτει ότι η θεωρία της έμμεσης αυτουργίας μέσω οργανωμένων μηχανισμών εξουσίας περιγράφει εναργώς τη συμμετοχή αφενός της ηγετικής ομάδας και αφετέρου των εκτελεστικών οργάνων στην τέλεση των αδικημάτων. Η αναλυθείσα μορφή αυτουργίας θέτει τα πλέον στέρεα δικαιικά θεμέλια για την ποινική αξιολόγηση των επονομαζόμενων «αυτουργών του γραφείου» ή υποκινητών. Η ποινική ευθύνη των εκτελεστικών οργάνων ως άμεσων αυτουργών παραμένει παραταύτα ακέραιη. Η αυτουργία μέσω οργανωμένων μηχανισμών εξουσίας περιγράφει την ποινική ευθύνη των προσώπων αυτών, τα οποία πρώτον, έχουν θεμελιώσει το ιδεολογικό υπόβαθρο του μηχανισμού. Η παρατήρηση αυτή δεν ενέχει φρονηματική διάσταση. Αφορά πολύ περισσότερο στην ίδια τη συγκρότηση και τον προσανατολισμό της οργάνωσης. Με τη ρητορική μίσους αντικειμενοποιούσαν ευάλωτες μειονότητες, θέτοντας το γενικό πλαίσιο δράσης, εντός του οποίου κινούνταν τα εκτελεστικά μέλη. Με αυτόν τον τρόπο οι άμεσοι αυτουργοί ήταν πλήρως αποδεσμευμένοι ηθικά και ελεγχόμενοι από το κόμμα, ώστε διέπρατταν βαρύτατα αδικήματα κατά αγνώστων σε αυτούς προσώπων.


Tάγματα εφόδου σε επέτειο

Συνεπώς γίνεται σαφές ότι ο ρόλος των ηγετικών στελεχών και της μεσαίας ιεραρχίας δεν περιοριζόταν σε αυτόν ενός ιδεολογικού καθοδηγητή. Τα στελέχη με εξουσία εντολής κυριαρχούσαν επί του μηχανισμού και της δράσης του μέσω των ταγμάτων, που θα «λέρωναν τα χέρια τους». Στον έλεγχο του μηχανισμού αποσκοπούσε επίσης η προαναγγελία των επερχομένων δράσεων και πογκρόμ, η οποία στόχευσε στην διασφάλιση της ετοιμότητας των εκτελεστικών οργάνων. Έχοντας υπόψιν το ζωτικό ρόλο των ηγετικών στελεχών, γίνεται αντιληπτό γιατί ο χαρακτηρισμός «αυτουργοί του γραφείου» αποδίδει με ακρίβεια τη θέση τους εντός του μηχανισμού. Δεν ήταν συναυτουργοί: η πραγμάτωση των εγκληματικών σχεδίων ανετίθετο σε αναλώσιμα εκτελεστικά όργανα. Ούτε ως ηθικοί αυτουργοί των αδικημάτων μπορούν να αξιολογηθούν: ελλείπει το στοιχείο της πνευματικής επικοινωνίας, μέσω της οποίας ο ηθικός αυτουργός προκαλεί στον άμεσο αυτουργό μια εγκληματική απόφαση. Η ανώτατη ηγεσία δεν γνώριζε τις περισσότερες φορές τα πρόσωπα που απάρτιζαν τα τάγματα εφόδου. Σε ορισμένες δε περιπτώσεις, δεν υπήρχε ρητή εντολή προς τέλεση ανθρωποκτονίας, όπως στην περίπτωση του Shahzad Luqman, ενώ στην περίπτωση του μουσικού Παύλου Φύσσα προκύπτει από το υλικό της προδικασίας και την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου ένα ντόμινο επικοινωνίας, μέσω του οποίου ενεργοποιήθηκε η αυξημένη ετοιμότητα των μελών της κατώτερης ιεραρχίας. Ωστόσο, όπως ορθώς επισημαίνει ο Νίκος Αλιβιζάτος σε άρθρο του στην Καθημερινή ήδη το 2013, δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο Αρχηγός της οργάνωσης Νικόλαος Μιχαλολιάκος έδωσε πράγματι εντολή να δολοφονηθούν τα προαναφερθέντα θύματα.

Παρέλαση της οργάνωσης σε δρόμους της Αθήνας

Η παρατήρηση αυτή είναι εύστοχη. Όχι μόνο διότι, όπως σημειώνει ο Αλιβιζάτος, ο αρχηγός του κόμματος είναι ιδρυτής και καθοδηγητής της εγκληματικής οργάνωσης. Για την κατάφαση της υπό συζήτηση μορφής αυτουργίας δεν είναι αναγκαίος ο χαρακτηρισμός του μηχανισμού ως εγκληματικής οργάνωσης. Ο Αρχηγός του κόμματος της Χρυσής Αυγής, στο πρόσωπο του οποίου υπάρχει πίστη και υπακοή μεταφυσικής διάστασης, είναι ο ηγέτης του μηχανισμού, τον οποίο θέτει σε κίνηση κατ’εφαρμογή του τεθειμένου ιδεολογικού πυρήνα. Είναι, με άλλα λόγια, ο αυτουργός πίσω από τον αυτουργό. Εν γνώσει του γεγονότος ότι ο ηγέτης της οργάνωσης δεν μπορεί να συνδεθεί με την τέλεση των επιμέρους αδικημάτων, παρά μόνο ως διευθύνων το κόμμα – εγκληματική οργάνωση, ο αρχηγός της Χρυσής Αυγής δήλωσε κυνικά σε ραδιοφωνική εκπομπή της 17. Σεπτεμβρίου 2015 ότι αναλαμβάνει μεν την πολιτική ευθύνη, αλλά ποινική ευθύνη δεν υπάρχει. Αν υπήρξε, διερωτάται, γιατί δεν διαπιστώθηκε ποινική ευθύνη για τη δολοφονία Λαμπράκη; «Είναι δυνατόν», συνεχίζει, «ένα ολόκληρο κόμμα να κατηγορείται, γιατί ένας οπαδός, ένας φίλος του κόμματος προέβη σε μια καταδικαστέα πράξη;»

Οι ισχυρισμοί αυτοί, όπως καθίσταται σαφές μετά την παραπάνω ανάλυση, είναι ασθενείς. Καταρχάς, ο παραλληλισμός με τη δολοφονία Λαμπράκη είναι ατυχής: η αποτυχία να αποκαλυφθεί εξ ολοκλήρου το παρακρατικό υπόβαθρο μιας δολοφονίας που τάραξε την ελληνική πολιτική ζωή πριν από δεκαετίες, δεν δικαιολογεί τη συγκάλυψη μιας άλλης δολοφονίας 56 έτη αργότερα. Το δεύτερο δε επιχείρημα, μετά την παρουσίαση σοβαρού αποδεικτικού υλικού που περιλαμβάνεται στο υλικό της προδικασίας και της κύριας διαδικασίας, είναι επίσης παραπλανητικό. Από το πλούσιο αποδεικτικό υλικό καθίσταται σαφές ότι τα αδικήματα των Ταγμάτων Εφόδου δεν είναι περιστασιακές πράξεις προσώπων που τυγχάνουν να είναι οπαδοί ενός κόμματος. Αντιθέτως: η τέλεσή τους εκπορεύεται από τη συμπόρευση με το συγκεκριμένο κόμμα, απορρέει από το ιδεολογικό του πλαίσιο και λαμβάνει χώρα στο όνομα του αρχηγού. Αυτό το δογματικό κενό έρχεται να καλύψει η, διεθνούς αποδοχής πλέον, αυτουργία μέσω των οργανωμένων μηχανισμών εξουσίας.

[όλη η μελέτη, σε ελληνική μετάφραση, είναι δημοσιευμένη στο https://bit.ly/2FLIye0 ]