Eλληνικός Τιτανικός: Μία ιστορία που πρέπει να διαβαστεί. Αφορά την πιο μαύρη σελίδα της ελληνικής ακτοπλοΐας που συνέβη ξημέρωμα, μιας παγωμένης ημέρας του χειμώνα. Στις 19 Ιανουαρίου του 1947.Είναι το πλέον πολύνεκρο ναυάγιο ελληνικού πλοίου, που δεν προκλήθηκε από πολεμικές ενέργειες. Οι 544 επιβάτες και το πλήρωμα των 86 ανδρών δεν μπορούσαν να φανταστούν τι θάνατος ξημέρωνε για τους περισσότερους από αυτούς.Μεταξύ των επιβατών ταξιδεύουν 36 πολιτικοί κρατούμενοι, κομμουνιστές με τις χειροπέδες στα χέρια που οδηγούνταν στην εξορία,περίπου 43 χωροφύλακες και 244 στρατιώτες.

Από την κλασσική δραματική ελληνική ταινία, η «Ορατότις μηδέν», σήμερα οι περισσότεροι γνωρίζουμεμόνο την ατάκα του πρωταγωνιστή Νίκου Κούρκουλου στο ρόλο ναυτικού, που ουρλιάζει «όχι άλλο κάρβουνο, μωρέ!» Η ταινία προσπάθησε να αποδώσει αυτό που συνέβαινε στα ελληνικά βαπόρια. Οι εφοπλιστές αγόραζαν καράβια που ήταν προορισμένα για παλιοσίδερα, τα επιδιόρθωναν στην Ολλανδία και τα ξανάριχναν στη θάλασσα. Κυριολεκτικά σαπιοκάραβα… Ένα τέτοιο σκαρίήταν και το παμπάλαιο ατμόπλοιο «Χειμάρα».

Είχε ναυπηγηθεί το 1905 στη Γερμανίακαι αρχικά χρησιμοποιήθηκε από την ταχυδρομική υπηρεσία. Μετά από 9 χρόνια ανασκευάζεται και χρησιμοποιείται ως βοηθητικό σκάφος νοσοκομείο. Στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο υφίσταται νέα μετατροπή και γίνεται βοηθητικό σκάφος ναρκοθέτησης, ενώ μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λειτουργεί ως επιβατηγό.Η μοίρα του φαίνεται πως ήταν ν' αλλάζει διαρκώς χρήση και μορφή. Το 1939 γίνονται νέες μετατροπές και μπαίνει στην υπηρεσία του Πολεμικού Ναυτικού της ναζιστικής Γερμανίας, πάλι ως πλωτό νοσοκομείο.Στο τέλος του πολέμου, το ατμόπλοιο βρίσκεται πλέον σε βρετανικά «χέρια». Και το 1946, το 40 ετών ταλαιπωρημένο καράβι δίνεται στην Ελλάδα ως «πολεμική επανόρθωση»και το ελληνικό δημόσιο το βάζει στο δρομολόγιο Αθήνα – Θεσσαλονίκη ως επιβατηγό.

Χάραμαλοιπόν της 19ης Ιανουαρίου του 1947, 4.10 το πρωί, το παμπάλαιο ατμόπλοιο, με πλοίαρχο τον52χρονο Σπυρίδωνα Μπιλλίνη,προσέκρουσε σε μια από τις νησίδες που αποτελούν το σύμπλεγμα «Βερδούγια» στο Νότιο Ευβοϊκό [βρίσκονται στον δίαυλο του σημερινού πορθμείου της Αγίας Μαρίνας – Στύρων].Εξαιτίας κακοκαιρίας [δριμύ ψύχος με ισχυρούς βοριάδες] ο καπετάνιος απέφυγε να ανοιχτεί στο Αιγαίο και ακολούθησε δρομολόγιο εσωτερικά της Εύβοιας, περνώντας από την Χαλκίδα. Εκεί αποβίβασε περίπου 10 άτομα και μετά από μιάμιση ώρα ξεκίνησε το ταξίδι προς το λιμάνι του Πειραιά. Δεν έφτασαν ποτέ…

Συμβαίνει μία δυνατή πρόσκρουση σε υφάλους, τα φώτα έσβησαν και σχεδόν αμέσως άρχισαν να βγαίνουν καπνοί.Η πρόσκρουση προκαλεί γρήγορη εισροή υδάτων στο πλοίο.Το «Χειμάρρα» μένει ακυβέρνητο και παρασύρεται από τους ανέμους και τα ισχυρά ρεύματα, και μετάαπό 1,5 ώρα βυθίζεται στην παγωμένη θάλασσα, οδηγώντας στο θάνατο391 ανθρώπους. Στην αρχή μιλούν για πρόσκρουση σε νάρκη.


Το πλήρωμα δεν λειτούργησε με ψυχραιμία κι η εγκατάλειψη του πλοίου έγινε άναρχα. Στα καταστρώματα, επικράτησε πανικός κι οι επιβάτες έδιναν μάχη μεταξύ τους για ένα σωσίβιο. Οι λέμβοι και σχεδίες βυθίζονταν από το μεγάλο αριθμό των επιβαινόντων ή ανατρέπονταν πριν ακόμη επιβιβαστούν σ' αυτές οι ναυαγοί. Οπλίτεςέπεφταν στη θάλασσα με τα ρούχα, με αποτέλεσμα να πνίγονται αμέσως στα παγωμένα νερά.

Η δίκη που έγινε αργότερα κατέδειξε ευθύνες του καπετάνιου που παρεξέκλινε της πορείας. Απάντηση δεν δόθηκε γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε ο εφεδρικός ασύρματος, που θα μπορούσε να είχε σώσει ζωές επιβατών, ενώ οι ιστορίες των επιζώντων που βοήθησαν και έσωσαν συνεπιβάτες τους είναι συγκλονιστικές.

Ο διασωθείς ασυρματιστής Γεώργιος Φρέρης αφηγείται: «Τα νερά εισορμούσαν από το ρήγμα. Το σκάφος βούλιαζε σιγά σιγά. Ο πανικός ήταν αφάνταστος. Όλοι έτρεχαν για τις λίγες βάρκες. Άλλοι παρακαλούσαν τη Μεγαλόχαρη και τον Άγιο Νικόλαο και άλλοι βλαστημούσαν. Μανάδες που είχαν χάσει τα παιδιά τους στον πανικό έβγαζαν άναρθρες κραυγές. Παιδιά που ζητούσαν τη μάνα τους ούρλιαζαν, έκλαιγαν, θρηνούσαν. Ήταν σπαραγμοί. Ήταν παραφροσύνη».

Στο βιβλίο του Σπύρου Κουζινόπουλου: «Μελανές κηλίδες στην ιστορία της Θεσσαλονίκης», περιλαμβάνεται η αφήγηση τουδιασωθέντα στρατιώτη Ανδρέα Χριστόπουλου: «Όταν το καράβι άρχισε να βουλιάζει, ο πιο πολύς κόσμος δεν το είχε εγκαταλείψει ακόμη. Και βρέθηκε απότομα στη θάλασσα και ρουφήχτηκε από τη δίνη. Εγώ με απεγνωσμένες κινήσεις των ποδιών και των χεριών κατάφερα να φτάσω μισοπνιγμένος στην επιφάνεια. Με το κουράγιο της απελπισίας, έπλεα ώρες στο νερό. Κοντά μου, παράδερνε μια μάνα με το παιδί της. Σε λίγο το παιδί πέθανε και εκείνη για να γλιτώσει, άφησε να το πάρει το κύμα…».

Από τους 10 πολιτικούς κρατούμενους που σώθηκαν, οι οκτώ συνελήφθησαν αμέσως μόλις βγήκαν στη στεριά ενώ δυο κατάφεραν να αποδράσουν, αλλά αργότεραέπεσαν ξανά στα χέρια των αρχών, την ίδια χρονιά. «Είκοσι μέρες με είχαν στην απομόνωση. «Σε δέρνουμε, μου έλεγαν, γιατί δεν πνίγηκες». Ακολούθησαν 12 χρόνια εξορίας και φυλακής» εξιστορεί ο ένας από αυτούς, ο Αλ. Ξυλάκης.Όλοι οι πολιτικοί εξόριστοι είχαμε συγκεντρωθεί στο κατάστρωμα. Ένας σύντροφός μου, ο Αριστείδης, είχε μία λάμπα θυέλλης και την άναψε.Από ένα κιβώτιο παίρνουμε σωσίβια. Βγάζω τα ρούχα μου, το φοράω και ζητάω από τους άλλους συγκρατούμενούς μου να κάνουν το ίδιο.Το καράβι απότομα γέρνει αριστερά και αρχίζει να βυθίζεται. Ανέβηκα στην κουπαστή και έπεσα στη θάλασσα. Στο μεταξύ πολλές ναυαγοσωστικές βάρκες άρχισαν να αναποδογυρίζουν γιατί ήταν υπερφορτωμένες. Οι στιγμές ήταν εφιαλτικές. Από όλα τα σημεία ακούγονταν σπαρακτικές κραυγές βοήθειας. Κολυμπώ μερικά μέτρα και βλέπω τη λάμπα να τρεμοσβήνει και ακριβώς την ώρα εκείνη το πλοίο να χάνεται. Καθώς κολυμπούσα προς την ακτή ένιωθα κάθε λίγο τα σώματα των πνιγμένων που ανέβαιναν στην επιφάνεια του νερού. Μετά από ώρες έφθασα στην ακτή. Στις δέκα το πρωί πέρασε ένα καΐκι και όπως οι ναυτικοί με είδαν να στέκομαι γυμνός στην ακτή, ήρθαν κοντά μου».


Οι34 εξόριστοι πολιτικοί κρατούμενοι που επέβαιναν,ανάμεσά τους σημαντικά στελέχη του ΚΚΕ στη Βόρεια Ελλάδα, ενέπνευσε ισχυρισμούς ακραίας φαιδρότητας. Η εφημερίδα«Εστία» έγραψε:«Οι κομμουνισταί είχαν κάθε λόγον να εξαφανίσουν μεταφερομένους συμμορίτας διά να λείψουν αι αναμφισβήτητοι αποδείξεις περί της αναρχοκομμουνιστικής δράσεως». Τη θέση αυτήείχε σπεύσει να την υιοθετήσει ο τότε πρωθυπουργός της χώρας,ΚωνσταντίνοςΤσαλδάρης.

Η Αθηνά Λιάσκου που κατάφερε να βγει ζωντανή διηγείται:«Άρχισαν τα νερά να ανεβαίνουν επάνω και να παρασύρουν τους ανθρώπους. Δεν πήδηξα από το καράβι για να γλιτώσω, απλώς με πήραν τα κύματα πάνω από το καράβι προς τα ανοιχτά. Κρατούσα το χέρι της μητέρας μου από τη μια… μαζί μας έπεσαν στη θάλασσα και οι δύο φίλες μας αλλά κάποια στιγμή εξαφανίστηκαν… Έμεινα εγώ με τη μητέρα μου, σκοτάδι, φωνές, κακό. Κάποια στιγμή άρχισε να ξημερώνει… Την κράτησα περίπου 2 – 2,5 ώρες τη μητέρα μου ίσως και παραπάνω δεν ξέρω… Κάποια στιγμή άρχισε να βαραίνει και εκείνη την ώρα έβαλα τις φωνές «χάνω τη μητέρα μου, χάνω τη μητέραμου»! Αφέθηκα για να πάω κι εγώ μαζί της, αλλά ένας φαντάρος πιασμένος σε ένα βαρέλι με έπιασε από το χέρι και αναγκάστηκα να αφήσω τη μητέρα μου που βυθιζόταν μέχρι που πνίγηκε»

Οι έρευνες για ναυαγούς ξεκίνησαν 10 ώρες αργότερα καθώς ποτέ το ατμόπλοιο δεν εξέπεμψε σήμα κινδύνου αν και υπήρχε εφεδρικός ασύρματος που λειτουργούσε με μπαταρίες και δεν χρειαζόταν ρεύμα.Ανάμεσα στους διασωθέντες ήταν και ο μετέπειτα δήμαρχος Θεσσαλονίκης Ντίνος Κοσμόπουλος. Αντίθετα νεκρός ανασύρθηκε ο τότεδήμαρχος Πόρου,Δημήτριος Αριστ. Σαμπάνης.

Οι πραγματογνώμονες που κλήθηκαν να ερευνήσουν τα αίτια του πολύνεκρου ναυαγίου κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το πλοίο «δεν εκινείτο επί της ορθής πορείας μέσα στο δίαυλο, αλλά συνέχιζε να κινείται με τουλάχιστον 25 μοίρες λάθος πορεία»! Ο ισχυρός κλονισμός και η εισροή υδάτων ήταν αποτέλεσμα της πρόσκρουσης της αριστερής πλευράς του πλοίου στο υφαλοπρανές της βραχονησίδας!

Στη δίκη που ακολούθησε, ο δεύτερος πλοίαρχος Μπέρτολς, που ήταν βάρδια την ώρα του ναυαγίου, καταδικάστηκε σε φυλάκιση 20 μηνών και ο πλοίαρχος Μπελέσης σε φυλάκιση 15 μηνών με αναστολή. Για την απώλεια του πλοίου το Ελληνικό Δημόσιο εισέπραξε από την ασφάλεια 70.000 λίρες Αγγλίας. Και 391 άνθρωποι στον πάτο της θάλασσας…

Χρόνια αργότερα, ο δύτης Κώστας Θωκταρίδης και η και η καταδυτική ομάδα grafas diving πραγματοποίησαν έρευνες στο σημείο του ναυαγίου, φωτογράφισαν το ναυάγιοκαι ανέσυραν πολύτιμα αντικείμενα. Εκτέθηκαν μαζί με κειμήλια από το ναυάγιο του Τιτανικού στις αρχές του 2006 στο Ζάππειο.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις