Άλεξ Μεσχισβίλι: Στις 4 Φεβρουαρίου του 2006 οι Αρχές της Ημαθίας βρίσκονται ενώπιον μιας πρωτοφανούς τραγωδίας. Αντιλαμβάνονται ότι ο 11χρονος μαθητής Άλεξ Μεσχισβίλι, κάτοικος Βέροιας και εξαφανισμένος βράδυ της προηγούμενης ημέρας, έχει δολοφονηθεί. Λίγο αργότερα θα διαπιστωθεί ότι το έγκλημα έχει διαπραχθεί από συνομηλίκους του,από 11 έως 13 χρόνων.

Η ιστορία του έγινε γνωστή στο πανελλήνιο, πολλά που αφορούν αυτό το φονικό συμβάν ήρθαν στο φως, και άλλα τόσα όμως δεν συζητήθηκαν ποτέ.Είναι γεγονός ότι τα παιδιά έχουν μία σκληρότητα. Ακόμα δεν έχουν θρέψει οι ηθικοί νόμοι εντός του (αν βεβαίως τους έχουν τεθεί τέτοιοι) και τα λόγια ή οι πράξεις του ενίοτε έχουν βία. Όμως άλλο να ξεποδαριάζεις σαδιστικά τα πόδια ενός μεγαλόσωμου σκαθαριού, άλλονα τραβάς γάτα από την ουρά και άλλο η βία να προκαλεί τον θάνατο ενός ανθρώπου. Εκεί πλέον κρύβεται μία οικογενειακή πληγή που έχει αρχίσει και κακοφορμίζει.


Αυτό το οικογενειακό προβληματικό περιβάλλον φάνηκε έντονα και κυριάρχησε στην υπόθεση του Άλεξ από το γεγονός ότι υπήρξε έντονη προσπάθεια συγκάλυψης από οικογενειακά μέλη των περισσοτέρων εκ των ανήλικων δραστών. Όχι μόνο πριν αποκαλυφθεί το συμβάν αλλά και μετέπειτα.Οι αρχές εντελώς τυχαία ανακαλύπτουν την υπόθεση. Ίσως το γεγονός ότι ο χαρισματικός σε επιδόσεις Άλεξ δεν είναι παρά το παιδί μιας οικονομικής μετανάστριας από τη Ρωσία, δεν καθιστά επιτακτική την έρευνα, ίσως πάλι οι αρχές των μικρών πόλεων δεν έχουν καμία ιδιαίτερη γνώση σε ανακριτικό έργο. Το γεγονός είναι ότι από «καραμπόλα» μαθαίνουν τι έχει συμβεί.

Στη Βέροια υπάρχειμία παρέα συνομηλίκων που προκαλεί συχνά προβλήματα όχι μόνο στα παιδιά του σχολείου αλλά και πιο έξω. Έκλεβαν κινητά, ποδήλατα, μικροποσά… Ο πατέρας ενός από τα παιδιά, πηγαίνει στην αστυνομία και ζητά να πάρουν την παρέα τον πέντε παιδιών, όπου ανήκε και ο γιος τους, στο αστυνομικό τμήμα για να τους κάνουν συστάσεις, ώστε να φοβηθούν και να σταματήσουν τις μικροκλοπές. Όπερ και εγένετο. Ενώ η εξέταση σε έναν από τα παιδιά εξελισσόταν κανονικά, ο αρχιφύλακας ρωτά τυχαία ένα εξ αυτών αν γνώριζε τον Άλεξ.

Ο 12χρονος έβαλε αμέσως τα κλάματα και παραδέχτηκε ότι τον είχε δει την βραδιά που χάθηκε.Το συγκεκριμένο άτομο ήταν και σχεδόν το μόνο που τήρησε ως το τέλος διαφορετική στάση και παραδέχτηκε τις πράξεις, παρά τον εκφοβισμό που δέχτηκε από συγγενείς των άλλων παιδιών.

Δεν χρειάζεται να επαναλάβουμε τον τρόπο που δολοφονήθηκε ο Άλεξ αλλά ως ελάχιστη συνεισφορά στη μνήμη του και στην οδύνη της μητέρας του να εστιάσουμε στο λελογισμένο των ενήλικων συγγενών που προσπάθησαν να συγκαλύψουν το έγκλημα και βοήθησαν να συγκαλυφθούν κάποιες αλήθειες που ποτέ δεν καταγράφτηκαν επίσημα. Άλλο κατανοώ, άλλο αναλαμβάνω την ευθύνη και άλλο συγκαλύπτω μια δολοφονία στέλνοντας ένα μήνυμα στους ανήλικους παραβατικούς: αν θες σκότωσε, μπορείς και να τη γλυτώσεις…

Την ίδια στάση, μετά από χρόνια κράτησαν και οι γονείς του ενός εκ των ενηλίκων νεαρών δολοφόνων της φοιτήτριας Ελένης Τοπαλούδη, μία υπόθεση που εκδικάζεται στις μέρες μας. Όπως συγκάλυπταν τις πράξεις βίας του ανήλικου παιδιού τους, αφήνοντάς του περιθώρια να πιστεύει ότι πάντα μπορεί να πράττει όπως θέλει χωρίς να υφίσταται καμία συνέπεια, έτσι προσπάθησαν να αμβλύνουν τη δολοφονική του πράξη με «κατά συνθήκη δικαιολογίες».
Στην περίπτωση του Άλεξ βεβαίως υπήρξε μία καταδικαστική απόφαση, με ανασταλτική ποινή, στον παππού δύο εκ των δραστών,Βασίλης Τρούπκος.

Συγκεκριμένακαταδικάστηκε σε φυλάκιση 4 ετών και 6 μηνών για υπόθαλψη εγκληματία κατά συρροή και για ψευδορκία μάρτυρα.Ποτέ δεν έγινε γνωστό αν υπήρξε συνέργεια μετά τη δολοφονία του Άλεξ και ότι απλά τα παιδιά έκρυψαν το πτώμα, την επομένη μόνο τα παιδιά το έβαλαν σε καρότσι και το μετέφεραν σε μία γέφυρα ποταμού και μόνο τα παιδιά έφθασαν ως τις όχθες για να… το πάρει το ποτάμι. Ο οποίος παππούς ήξερε από το ίδιο βράδυ ότι το παιδί της οικογένειας συμμετείχε σε κάτι φριχτό.

Σημασία έχει να εστιάσουμε και στην αδιαφορία άλλων μελών της ίδιας οικογένειας. Διότι όταν το ένα από τα δύο παιδία τους που συμμετείχανπαραμιλούσε τη νύχτα του φόνου φωνάζοντας«πέθανε το παιδί, πέθανε. Φωνάξτε τον παππού μου…»δεν γίνεται μητέρα και γιαγιά, να μην δίνουν καμία σημασία.Γι΄ αυτό και στο δικαστήριο μόνο η μητέρα ενός παιδιού (ρουμάνικης καταγωγής) αθωώθηκε, διότιείχε ζητήσει τη βοήθεια των Αρχών για την παραβατικότητα του γιου της.


Όσο για το άλλο παιδί που επίσης συνεργάστηκε με τις Αρχές καιεμφανίστηκε μετανιωμένος, ζήτησε συγγνώμη στέλνοντας το δικό του μήνυμα:«Μην υποκύπτετε, μιλήστε, αντισταθείτε…».Υποστήριξε δε ότι το να συμμετέχεις σε μια ομάδα με βίαιη συμπεριφορά σε κάνει να νιώθεις ισχυρός, αλλά αν αποφασίσεις να φύγεις, σε κυριεύει ο φόβος από τις απειλές που δέχεσαι ότι θα πάθεις τα ίδια. Ο μόνος τρόπος να γλυτώσει κανείς από έναν τέτοιο φαύλο κύκλο, είναι να μιλήσει. Στους γονείς του, στους δασκάλους του, ακόμη και στην Αστυνομία αν χρειαστεί είχε πει χαρακτηριστικά.

Από την άλλη μεριά, τα αδέλφια των οποίων οι συγγενείς έδωσαν μάχη συγκάλυψης, είχαν άλλη στάση στη μετέπειτα ζωής τους. Δημοσιογράφος που εντόπισε στην Αγγλία ένα εξ αυτών είχε επιλέξει να διαγράψει από τη μνήμη του όλα όσα έγιναν τότε. «Η υπόθεση Άλεξ δεν υπήρξε ποτέ για εμάς», δήλωση στη δημοσιογράφο. Σαν ο μη γένοιτο η δολοφονία… Και ποιος να το πει αυτό στη μάνα που συνεχίζει να θρηνεί αυτόν τον αναίτιο θάνατο του χαρισματικού παιδιού της. Η σορός του δεν βρέθηκε ποτέ…

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις