Μόρια πρόσφυγες: Δεν είναι η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που η Ελλάδα στιγματίζεται από το φαινόμενο "Μόρια". Αν και μεγάλος πληθυσμός τηςχώρας έζησε μεταναστεύοντας σε άλλα κράτη και άλλες ηπείρους, η ίδια δεν δέχτηκε πρόσφυγες ακόμα κι αν αυτοί ήταν Έλληνες. Υπήρξε νόμος και στο παρελθόνπου επιχείρησε να σφραγίσει ουσιαστικά τις πύλες εισόδου στην Ελλάδα απέναντι σε έναν ελληνισμό που ψυχορραγούσε στις πανάρχαιες εστίες του, της Ανατολής.

Συγκεκριμένα, την 20ή Ιουλίου του1922 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύτηκε ο νόμος 2870 «περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις τους Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής».Ήταν ένα ηχηρό ράπισμα στους διωγμένους, καταδιωγμένους κ Έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Ιωνίας και της Καππαδοκίας.Ήταν η κυβέρνηση Π. Πρωτοπαπαδάκη (Λαϊκό Κόμμα) που πέρασε τον νόμο, τον οποίον υπέγραψε ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Λουκάς Κανακάρης-Ρούφος και ο υπουργός Δικαιοσύνης Δημήτριος Γούναρης.Ο 2870/22 στρεφόταν στην πραγματικότητα κατά των Ελλήνων που ήδη είχαν αρχίσει να φθάνουν στην επικράτεια του ελληνικού κράτους (κυρίως από τον Πόντο) και είχαν αντιμετωπιστεί με σκαιό τρόπο. Αυτοί άλλωστε ήταν οι μόνοι που έφθαναν στη μητέρα πατρίδα «ομαδόν».

Μέρες, ακόμα, πριν από την ψήφιση του νόμου από τη Βουλή, χιλιάδες Έλληνες Πόντιοι είχαν περιοριστεί στο λοιμοκαθαρτήριο του Αγίου Γεωργίου στο Κερατσίνι, ενώ από τις αρχές του μηνός Ιουνίου (9/6) η κυβέρνηση είχε λάβει απόφαση και για τη μετατροπή της Μακρονήσου σε λοιμοκαθαρτήριο.Για «το ζήτημα της εγκαταστάσεως των προσφύγων, απεφασίσθη όπως εγκατασταθούν όλοι εις Μακρόνησον […] μετά την απολύμανσίν των και την εξυγίανσιν (να) τοποθετηθούν εις διάφορα μέρη» (εφ. «Εμπρός», 10/6/1922).

Οι… άλλοι Έλληνες ήταν ανεπιθύμητοι από κάποιους και έπρεπε να εμποδιστεί η είσοδός τους, ακόμα και με επιβολή αυστηρών κυρώσεων στους εφοπλιστές ή τους καπετάνιους της εποχής που θα ήθελαν να τους δώσουν μια διέξοδο: ποινή φυλάκισης και χρηματική αλλά και οριστική ή προσωρινή στέρηση του δικαιώματος άσκησης του ναυτικού επαγγέλματος.


Oι ανεπιθύμητοι Έλληνες "τουρκόσποροι" που είχαν εκδιωχθεί επί Κεμάλ

Χωρίς νερό και σωστή τροφή, μέσα στη βρομιά και τη δυσωδία, ζούσαν ένα μαρτύριο χειρότερο και από της κόλασης.Ρακένδυτοι, ματωμένοι, αποδεκατισμένοι και με την ψυχή στο στόμα, είχαν να αντιμετωπίσουν τεράστιο πρόβλημα κοινωνικής προσαρμογής, ενώ με μειωτικούς χαρακτηρισμούς όπως «τουρκόσποροι», «τουρκομερίτες», «αούτον το παιδίον» και άλλες παρόμοιες απαξιωτικές εκφράσεις, τόσο η πολιτεία όσο και η ελλαδική κοινωνία τους κατέτασσαν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Τους θεωρούσαν δε επιτήδειους, πονηρούς, πολυμήχανους και ελευθερίων ηθών.

Πολλούς, όταν έφταναν στην Ελλάδα, κυρίως στον Πειραιά, τους πήγαιναν κατευθείαν στην καραντίνα της Μακρονήσου. Οι νοσοκόμοι τούς έριχναν σε πρόχειρα λουτρά για να τους κάνουν ζεστά μπάνια, αλλά πριν από αυτό τους έκοβαν με αλογομηχανή τα μαλλιά. Το ψυχολογικό μαρτύριο –ιδίως των γυναικών και των κοριτσιών– από αυτήν την ενέργεια ήταν τεράστιο.Ασυνείδητοι προμηθευτές, για να πλουτίσουν, προμήθευαν την καραντίνα με βρομερά μακαρόνια, σκουληκιασμένες ελιές, χαλασμένες ρέγκες, σάπια φρούτα. Σε συνδυασμό με τη δίψα που τους ταλάνιζε, οδηγούσαν τους πρόσφυγες κατευθείαν στο θάνατο. Μαυραγορίτες πουλούσαν ένα καρβέλι ψωμί έναντι μιας χρυσής λίρας και οι πρόσφυγες, για να μπορέσουν να επιβιώσουν, έδιναν ό,τι χρυσαφικά είχαν επάνω τους.

Όπως γράφει ο Χρήστος Σαμουηλίδης, «η σπείρα μάζευε, ξεγύμνωνε, έγδερνε τους δύστυχους Ρωμιούς του Καυκάσου και του Πόντου».Η εξοικείωση με το θάνατο τους έκανε όμως περήφανους και ακατάβλητους.