του Λουκά Βελιδάκη

Ένας απογευματινός περίπατος στο σημείο όπου μια εβδομάδα πριν δολοφονήθηκε άνθρωπος, μετά από συμπλοκή ανάμεσα σε μαφίες αλλοδαπών που λυμαίνονται μια μεγάλη ακτίνα γης νοτιοανατολικά της Ομόνοιας, δεν είναι εύκολο εγχείρημα- κυρίως ψυχολογικά. Φόβος έχει ενσταλάξει, οι δρόμοι αυτοί προ πολλού έχουν χάσει την αθωότητα τους. Ξεκινώ, ωστόσο, κι ό,τι γίνει…

Φτάνω στην πλατεία του Ψυρρή, όπου τα τραπεζάκια είναι γεμάτα με παρέες από Έλληνες και συνεχίζω ευθεία την Αριστοφάνους με κατεύθυνση προς τη Μενάνδρου- το δρόμο που έγινε το μήλο της Έριδος ανάμεσα στις συμμορίες των Αφγανών και των Πακιστανών για τη διακίνηση λαθραίων τσιγάρων και ναρκωτικών. Όσο διασχίζω την Αριστοφάνους, τόσο χάνονται οι χαρμόσυνες φωνές από τα καφέ της πλατείας. Όσο διεισδύω προς τα μέσα, τόσο περισσότερο οι εικόνες αλλάζουν- ερειπωμένα κτίρια, μουτζούρες στους τοίχους, σκουπίδια… Κι ο κόσμος όλο και λιγοστεύει. Εκεί περπατάει τρεκλίζοντας κι ένας τύπος, μετανάστης, που έχει λύσει τη ζώνη του, την κρατάει στα χέρια, την κραδαίνει ελαφρώς και ψελλίζει ακατάληπτες λέξεις. Η πρώτη εικόνα δεν είναι ευοίωνη.

Μενάνδρου και Ευριπίδου η εικόνα αλλάζει εκ νέου. Μοιάζει με μαχαλά κάποιας αραβικής χώρας. Στη γωνία διέρχεται μια ομάδα αστυνομικών με σκούτερ. Δεν το κρύβω, μια εικόνα καθησυχαστική. Λίγα μέτρα μετά, τους ξαναβλέπω- είχαν κάνει τον κύκλο. Ενώ οδηγούν, κοιτούν τριγύρω. Το ίδιο και όλοι όσοι είναι εκεί. Ένα σύνολο ανθρώπων με σκούρο δέρμα, άλλοι μόνοι κι άλλοι σε παρέες, στέκονται λες κι απλά αφήνουν το χρόνο να διέλθει από δίπλα τους. Και κοιτούν καχύποπτα. Όλοι, όλους.

Περπατώ τη Μενάνδρου προς την πλατεία Θεάτρου, στο σημείο όπου πριν λίγες μέρες έπεφτε νεκρός ο νεαρός Αφγανός. Δεν υπάρχει τίποτα που να θυμίζει το γεγονός- δεν υπάρχει κάποιο λουλούδι ή ένα κερί να καίει. Υπάρχει όμως διάχυτη η καχυποψία, οι γρήγορες ματιές, που σε σκανάρουν.

Συνεχίζω, προσποιούμενος ότι αναζητώ κάτι. Αφήνω το βλέμμα μου να πλανηθεί προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς όμως γοργές κινήσεις. Το νιώθω έντονα, πολλά βλέμματα πάνω μου- είμαι μια ανορθογραφία σε ένα σημείο όπου υπάρχουν μόνο αλλοδαποί με σκυμμένο το κεφάλι. Παραμένω σε εγρήγορση και δεν αφήνω κάποιο φόβο να με ορίσει (υπήρχε φόβος, δεν το κρύβω). Όσο περπατάω γίνεται σαφές ότι η παρουσία της αστυνομίας έχει αποτρέψει τις πωλήσεις λαθραίων τσιγάρων. Δεν υπάρχουν πουθενά. Ουδείς, επίσης, με προσέγγισε για να μου πουλήσει ναρκωτικά, μολονότι με τη στάση μου -επίτηδες- έδειχνα ότι κάτι ψάχνω.

Μετά το φονικό, η αστυνομία έχει προχωρήσει σε δεκάδες προσαγωγές, οι μαφίες μαζεύτηκαν, το “προϊόν” κρύφτηκε και οι πωλήσεις δεν είναι ορατές με γυμνό μάτι. Εντύπωση μου έκανε πάντως το γεγονός ότι κατεβαίνοντας, αργότερα, το δρόμο κάτω από τη Βαρβάκειο, Σωκράτους και Θεάτρου, σε μια ταράτσα πρόσεξα έναν τύπο που έμοιαζε να κρατάει τσίλιες. Είχε hands free στα αυτιά του και παρατηρούσε τα πάντα- κι εμένα όταν επιχείρησα να σηκώσω το κινητό και να φωτογραφίσω, κάτι που τελικά δεν έκανα όταν πρόσεξα ότι με κοιτάζει επίμονα…

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν εύκολο να τραβήξεις φωτογραφίες. Τα βλέμματα της καχυποψίας ήταν έντονα, εχθρικά. Υπήρξαν σημεία, καρέ υπέροχα, στα οποία ήθελα να απαθανατίσω τη στιγμή, μα δεν τόλμησα- με σταματούσε ένα ένστικτο αυτοσυντήρησης…

Ήθελα πολύ να βγάλω φωτογραφία τον τύπο με το αμάνικο φανελάκι που ρέμβαζε στον 2ο όροφο μιας πολυκατοικίας στη Ζήνωνος, σε ένα μπαλκόνι γεμάτο γλάστρες. Κοιτούσα το κτίριο κι απορούσα πώς είναι δυνατόν να ζουν άνθρωποι εκεί. Ο κύριος αυτός μένει εδώ όμως, ρέμβαζε, κι ίσως ένιωθε ανακουφισμένος που απέφυγε τα χειρότερα στον τόπο της καταγωγής του. Δεν ξέρω…

Ήθελα να τραβήξω τους νεαρούς άνδρες που είχαν μαζευτεί στην Αναξαγόρα και στη Μενάνδρου, λίγο πριν την Πειραιώς- είτε έκαναν κάτι παράνομο είτε απλώς περίμεναν, ποιος ξέρει τι. Τα κεφάλια τους ήταν σκυφτά, τα βλέμματα τους όμως αδιάκοπα- κλεφτά και γρήγορα.


Διαβάστε: Ξενάγηση στη σκοτεινή πλευρά της πόλης…


Δεν αποτόλμησα να φωτογραφίσω όλα όσα ήθελα, διότι ένιωθα πολλά βλέμματα καρφωμένα πάνω μου… Ο φόβος κέρδιζε τη δημοσιογραφική περιέργεια. Δυστυχώς.

Σε μια μεγάλη ακτίνα γύρω από τη Μενάνδρου, κάτω από το δημαρχείο, στην Ευριπίδου και στη Σοφοκλέους, στη Ζήνωνος, τη Σωκράτους και τη Γερανίου, οι πινακίδες στα μαγαζιά είναι σχεδόν όλες ξένες. Οι ήχοι είναι ξένοι. Οι φωνές. Οι φιγούρες. Λες και υπάρχουν αδιόρατα σύνορα που οριοθετούνται από την Αθήνας, την Πειραιώς και την Αγίου Κωνσταντίνου. Είναι σαν να μπαινοβγαίνεις σε άλλα σύμπαντα, ενώ προχωράς τριγύρω. Παίρνεις ανάσα όταν βγαίνεις στις λεωφόρους και κρατάς την ανάσα σου όταν διασχίζεις τα στενά.

Στο τρίγωνο που σχηματίζουν οι πλατείες Μοναστηρακίου, Ομονοίας και Μεταξουργείου ξετυλίγεται μια αλληλουχία εικόνων που εναλλάσσονται με ταχύτητα μέτρο το μέτρο. Κάτω από την Ομόνοια υπάρχει ένα άλλο σύμπαν, βρόμικο και μυστηριώδες.

Όσο περιφερόμουν, αστυνομία είδα πάλι κοντά στην πλατεία Ομονοίας- δύο άνδρες σε πεζή περιπολία. Στην πλατεία όπου γίνεται το μπόλιασμα, ακούς και πάλι ελληνικά, τα οποία αναμειγνύονται με γλώσσες της Ανατολής. Εκεί ανοίγει το πεδίο και αλλάζουν οι ήχοι και τα χρώματα. Η Ομόνοια είναι λες το σημείο όπου καταλήγουν όλοι οι τριγύρω παραπόταμοι.

Τι κρατάω από τον περίπατο στην “απαγορευμένη ζώνη”; Την εικόνα ερείπωσης με τα πάντα να κυλάνε αργά. Την καταραμένη φτώχεια σε κάθε σπιθαμή γης. Τα συρματοπλέγματα πάνω σε ένα βρόμικο τοιχίο ενός άδειου χώρου που έχει παρατηθεί στην τύχη του.

Αυτό ακριβώς ένιωσα στην περιοχή κάτω από την Ομόνοια- ότι είναι ένα έρμαιο της τύχης, βρόμικο, παρατημένο, φτωχό και μικροπαραβατικό. Ένα τρίγωνο με έμφοβους ανθρώπους που γεννά φόβο σε όσους διέλθουν τα αόρατα σύνορα και εισέλθουν σε αυτό τον τόσο διαφορετικό γαλαξία στο κέντρο της Αθήνας.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις