Γκιζέλα Ντάλι: Ας περάσουμε κατευθείαν στην ουσία της προσωπικότητας της σταρ που αναστάτωσε τον κινηματογράφο τη συντηρητική περίοδο του 50. Σε συνέντευξή της πολλά χρόνια μετά από την εποχή της δόξας της είχε δηλώσει αναφερόμενη στον σύζυγό της σκηνοθέτη Δ. Δαδηρά:

«Ήταν άλλη η όψη μου και άλλη η κόψη μου. Ο Ντίμης Δαδήρας και οι άλλοι κινηματογραφικοί παραγωγοί εκμεταλλεύτηκαν την όψη μου! Η κόψη μου ήταν η βλάχα από τα Μέγαρα, στουρνάρι στο κεφάλι! Τώρα που βλέπω τις ταινίες μου, μ’ αρέσει αυτή η κοπέλα, η Γκιζέλα, αλλά σήμερα δεν θα ήθελα να είμαι στη θέση της».

Αυτή η άκρως τολμηρή γυναίκα μπροστά στο φακό, είχε δύσκολα παιδικά χρόνια, και οι γονείς της την είχαν βάλει σε μοναστήρι, στα Μέγαρα, μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος. Σπούδασε από νωρίς χορό, εικαστικά και υποκριτική, ήταν όμορφη, καλοφτιαγμένη και προκλητική κι από το 1960 άρχισε να εμφανίζεται σε ταινίες, αισθηματικές κομεντί, κωμωδίες και μελό. Το πρόσωπό της ενδύθηκε τη μάσκα της φιληδονίας. Το Αδαμαντία, έγινε Γκιζέλα. Το Μαυροειδή, έγινε Ντάλι. Κι εκείνη, απέδρασε από το παρελθόν της.

Ντεμπούτο στο κινηματογράφο έκανε με την ταινία «Ραντεβού στη Βενετία» του σκηνοθέτη Ντίμη Δαδήρα, με τον οποίο και παντρεύτηκε, κι ας τους χώριζαν 21 χρόνια. «Ήταν για εννέα χρόνια ο θεός μου. Ο θεός μου ήταν και μετά τον χωρισμό μας. Αλλά ήμουν αδύναμη. Με πρόδιδε, ανταπέδιδα τα χτυπήματα κάτω από τη ζώνη, μέχρι που εξουθενωθήκαμε και χωρίσαμε…».

Άλλος μεγάλος έρωτας της ζωής της ήταν ο Άλκης Γιαννακάς, επίσης σύμβολο ανδρικό στην εποχή του. Χωρίς να μασά τα λόγια της η Γκ .Ντάλι είχε πει: «Ήταν ο ωραιότερος και πιο περιζήτητος άντρας και ήταν δικός μου. Ζήσαμε μια σχέση πάθους».

Με τον σύζυγός της γύρισαν επτά ταινίες. Ο φακός την αγαπούσε και αποτύπωσε το τέλειο σώμα της σε πολλές αποκαλυπτικές σκηνές που έκοβαν την ανάσα στον ανδρικό πληθυσμό, ασυνήθιστος εκείνη την εποχή να βλέπει γυναίκες να γδύνονται με τόση άνεση. Όμως «θύμα» της εξωτερικής της εμφάνισης και των άστοχων επιλογών της, περιορίστηκε μόνο σε ρόλους κομπάρσου και τη δεκαετία του 1970 εμφανίστηκε αποκλειστικά σε σοφτ ερωτικές ταινίες, μερικές από τις οποίες θεωρούνται cult.

Εκείνο που όμως που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, είναι η συνέχεια της ζωής της. Αρνήθηκε να εγκλωβιστεί στο παρελθόν της και έζησε εντελώς με άλλο τρόπο. Το 1976 τα αφήνει όλα πίσω της και πηγαίνει να ζήσει στο χωριό Λυώνας, τόπος της μητέρας  της, στη Νάξο. Εκατόν πενήντα σπίτια ο Λυώνας, με ανθρώπινη ζωή μονάχα το καλοκαίρι. Τους χειμώνες ξεχνούσε τη γλώσσα της επικοινωνίας αλλά δεν την. ένοιαζε: «Περιμένω το καλοκαίρι να ‘ρθουν οι οικογένειες, να ‘ρθουν και τα παιδιά που είναι σαν εγγόνια μου».

Γερή και ανθεκτική σαν κριάρι, με επουλωμένες πια πληγές, αναμετριέται με το είδωλό της στον καθρέφτη, ετών 58 και ούτε που τρομάζει. Η κυρία που «έσπαγε τα ταμεία», ήταν πλέον κυρία του εαυτού της. «Τίποτα πια δεν φοβάμαι, ούτε τον Θεό, μονάχα τον σέβομαι», έλεγε. Είκοσι τρία χρόνια κρέας δεν έφαγε ­ μονάχα τους καρπούς της γης της, αυγά, γαλακτερά και ψάρια που φέρνει η ίδια από τη θάλασσα. «Ολάκερη η Νάξος με αγκάλιασε και δεν με αρνήθηκε».


Παραλία του Λυώνα, στη Νάξο

Ο δημοσιογράφος Βασίλης Κουφόπουλος έγραψε για εκείνη: «Τα καλοκαίρια, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα ήμασταν στη Νάξο, τα περνούσαμε όλοι μαζί με τη Γκιζέλα Ντάλι, στο Λυώνα, έναν άγριο όρμο στο πουθενά. Μεγαλώσαμε εκεί δουλεύοντας  στο μαγαζί που είχε στήσει το «Ρυάκα» κόβοντας σαλάτες και σερβίροντας μπύρες. Κυκλοφορούσε με στρατιωτικά ρούχα, πριν γίνουν της μόδας,  είχε ταξιδέψει στις ΗΠΑ και στις Ινδίες, και παρακολούθησε από κοντά κινήματα και ανθρώπους».

Είχε όμως δύσκολο τέλος, χτυπήθηκε από καρκίνο. Οι φίλοι και συγγενείς της αφηγούνται ότι πάλεψε παλικαρίσια τη νόσο. Μάλιστα πρώτα χρόνια της αρρώστιας της δεν πήγαινε σε γιατρό. «Θα τον νικήσω μόνη μου τον π… τον καρκίνο» έλεγε. Ήταν τόσο συνειδητοποιημένο άτομο ώστε όταν κάποια στιγμή διαισθάνθηκε πως το τέλος της ζωής πλησιάζει, ξεκίνησε να μαζεύει τα πράγματα της.

Όπως έλεγε, δεν ήθελε να της μαζεύουν άλλοι το σπίτι της, μετά τον θάνατό της. Έξω από την πόρτα της είχε αναρτήσει την επιγραφή: «Δεν δέχομαι επισκέψεις λόγω ασθένειας». Η ανιψιά της έχει αφηγηθεί: «Δεν σηκωνόταν από το κρεβάτι, καθηλωμένη εκεί, χωρίς να κλαίει, χωρίς να μας ενοχλεί καθόλου. Έφυγε σαν πουλί. Άγριο πουλί, όπως ήταν αι η ζωή της μέσα στην απομόνωση». Το 2010 έφυγε από την ζωή σε ηλικία 73 ετών.