Μεταναστευτικό νομοσχέδιο: Ο τομεάρχης Μεταναστευτικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, Γιώργος Ψυχογιός, σε δήλωσή του καλεί τον Υπουργό Μετανάστευσης και Ασύλου να αποσύρει το κατατεθέν νομοσχέδιο και να αναθεωρήσει την σχεδιαζόμενη πολιτική. Κατηγορεί την κυβέρνηση ότι προσπαθεί να περάσει διατάξεις στα γρήγορα, εν μέσω πανδημίας, για να αποφύγει τη σφοδρή κριτική.

Κάνει λόγο για «πασιφανή επιλογή της Κυβέρνησης να δράσει κατασταλτικά και χωρίς σχέδιο στην προστασία του πληθυσμού των δομών σε όλη τη χώρα, που χρησιμοποιήθηκε η λογική της ανοσίας της αγέλης, χωρίς να γίνει η απαιτούμενη αποσυμφόρηση των δομών και η προστασία των πιο ευπαθών υγειονομικά ατόμων από τον κίνδυνο να νοσήσουν», σημειώνοντας ότι «σύμφωνα με καταγγελίες οργανώσεων του πεδίου από Δευτέρα αρκετοί από όσους έχουν αναγνωριστεί ως πρόσφυγες θα “πεταχτούν έξω” από δομές φιλοξενίας και διαμερίσματα με βάση την εφαρμογή του άρθρου 111 του νόμου 4674 του 2020». Προσθέτει, δε, ότι στην κυβέρνηση «επιλέγουν να φέρουν διατάξεις ακόμα πιο αυστηρές για τους αιτούντες άσυλο αλλά και διατάξεις για περισσότερους μετακλητούς σε καίριες θέσεις του Δημοσίου».

Αναλυτικά η δήλωση του κυρίου Ψυχογιού:

«Το Υπουργείο επιλέγει για ακόμα μια φορά να εκπλήξει δυσάρεστα, αλλά όχι, πια, απρόσμενα. Το νομοσχέδιο για τη “βελτίωση της μεταναστευτικής νομοθεσίας” κατατέθηκε χθες αργά το βράδυ στις αρμόδιες υπηρεσίες της Βουλής. Όπως έγινε και με το “αντιπεριβαλλοντικό” νομοσχέδιο προσπαθεί να περάσει διατάξεις στα γρήγορα, εν μέσω πανδημίας, για να αποφύγει τη σφοδρή κριτική.

Την ίδια ώρα που έχει γίνει πασιφανής η επιλογή της Κυβέρνησης να δράσει κατασταλτικά και χωρίς σχέδιο στην προστασία του πληθυσμού των δομών σε όλη τη χώρα, που χρησιμοποιήθηκε η λογική της ανοσίας της αγέλης, χωρίς να γίνει η απαιτούμενη αποσυμφόρηση των δομών και η προστασία των πιο ευπαθών υγειονομικά ατόμων από τον κίνδυνο να νοσήσουν και την ίδια ώρα που σύμφωνα με καταγγελίες οργανώσεων του πεδίου από Δευτέρα αρκετοί από όσους έχουν αναγνωριστεί ως πρόσφυγες θα “πεταχτούν έξω” από δομές φιλοξενίας και διαμερίσματα με βάση την εφαρμογή του άρθρου 111 του νόμου 4674 του 2020, αντί να κάνουν ένα βήμα πίσω να εκμεταλλευτούν το επόμενο χρονικό διάστημα για να παρατηρήσουν και να αξιολογήσουν την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί, επιλέγουν να φέρουν διατάξεις ακόμα πιο αυστηρές για τους αιτούντες άσυλο αλλά και διατάξεις για περισσότερους μετακλητούς σε καίριες θέσεις του Δημοσίου.

Θέλουν να θεσμοθετήσουν την δυνατότητα να παρακάμπτεται η δυνατότητα του αιτούντα να επιλέγει τη γλώσσα στην οποία θα διενεργηθεί η εξέταση του αιτήματος του για Άσυλο, παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απάντησε με σαφήνεια ότι το γράμμα της οδηγίας 33/2013 είναι σαφές ότι μόνο ο αιτών μπορεί να επιλέξει τη γλώσσα διεξαγωγής της συνέντευξής του.

Θέλουν να επισπεύσουν λένε το χρόνο εξέτασης των αιτημάτων αλλά όχι ενισχύοντας το ανθρώπινο δυναμικό της Υπηρεσίας Ασύλου, άλλωστε επέλεξαν να απολύσουν 17 από τους συμβασιούχους των οποίων οι συμβάσεις λήγουν, αλλά με την περαιτέρω σύντμηση των χρόνων των αιτημάτων “κατ’ απόλυτη προτεραιότητα” από 20 σε 15 ημέρες.

Θέλουν να καταργήσουν το δικαίωμα του προέδρου της επιτροπής προσφυγών που εξετάζει μια υπόθεση να μπορεί να παραπέμπει τον αιτούντα που απορρίπτεται στη διαδικασία της άδειας διαμονής για ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά επειδή θα συντρέχουν οι λόγοι για την αναστολή της απόφασης απέλασης στην ουσία τους καταδικάζουν να παραμένουν στη χώρα αόρατοι, χωρίς νομιμοποιητικά έγγραφα και χωρίς δικαιώματα.

Τέλος θέλουν να φτιάξουν μια ακόμα υπηρεσία μετακλητών στο Υπουργείο, τη “Νομική Υπηρεσία” της οποίας οι εργαζόμενοι ιδιώτες (πέραν του προϊστάμενου) θα μπορούν να ασκούν κανονικά το επάγγελμα τους ως δικηγόροι. Δεν πρόκειται απλά για μια αντιποίηση του Δημοσίου αλλά για ένα σοβαρό κίνδυνο να ξεκινήσει μια φάμπρικα εξυπηρέτησης συμφερόντων, ακριβώς όπως έγινε και με την “Τεχνική Υπηρεσία” και τις απευθείας αναθέσεις έργων χωρίς διαγωνιστική διαδικασία με υπογραφές μετακλητών υπαλλήλων.

Καλούμε το υπουργείο να αποσύρει άμεσα το νομοσχέδιο και όλα τα σχετικά ζητήματα σαν μια ελάχιστη ένδειξη σεβασμού της δημοκρατικής λειτουργίας και όλων των φορέων του πεδίου που που τους αφορά και έχουν ήδη διατυπώσει τις αντιρρήσεις τους».