Μόλις τρεις υποψήφιοι κατάφεραν να πετύχουν βαθμολογία πάνω από 19.500 μόρια στις φετινές πανελλήνιες. Για πρώτη φορά φέτος μετά από πολλά χρόνια θα υπάρχει πτώση στις ιατρικές σχολές, ενώ όλες οι σχολές Υγείας θα παρουσιάσουν πτώση. Σημειώνεται πως ο αριθμός των υποψηφίων που συγκέντρωσε πάνω από 17.000 μόρια και διεκδικεί τις σχολές αυτές, είναι λίγο περισσότεροι από 1.000.

Αξίζει να σημειωθεί πως ο αριθμός των μαθητών που συγκέντρωσε περισσότερα από 19.000 μόρια είναι 134, ενώ μόλις τρεις με βαθμολογία πάνω από 19.500 μόρια. Πτώση θα παρουσιάσουν και οι νομικές σχολές, αλλά και οι υπόλοιπες σχολές του 1ου Επιστημονικού Πεδίου, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι σχολές Ψυχολογίας. Επίσης, στις σχολές του 2ου και του 4ου Επιστημονικού Πεδίου – Θετικών Επιστημών και Επιστημών Οικονομίας και Πληροφορικής – η πτώση των βάσεων είναι βέβαιη. Υπενθυμίζεται ότι η καταληκτική ημερομηνία υποβολής των Μηχανογραφικών Δελτίων είναι η Δευτέρα 20 Ιουλίου, τα μεσάνυκτα.

Με 19.650 στην Ιατρική

Ένα από τους 3 μαθητές που πέτυχαν την υψηλότερη βαθμολογία είναι ο Θεόφιλος Νάστας από το 1ο Γενικό Λύκειο Ωραιοκάστρου, οι άλλοι δύο είναι υποψήφιοι των Ανθρωπιστικών Σπουδών και των Οικονομικών. Όπως αναφέρει το Πρώτο Θέμα, «Οι βαθμοί του Θεόφιλου Νάστα είναι «αστρονομικοί»… Έγραψε 20 στη Φυσική, 19.7 στη Χημεία, 19.6 στη Βιολογία και 19.3 στην Έκθεση».

Στο δημοσίευμα αναφέρεται ότι ο ίδιος ήθελε να σπουδάσει ιατρική από μικρό παιδί. Ο ίδιος παραδέχεται ότι έχει καταβάλει μεγάλη προσπάθεια: «Θέλει πάρα πολύ μεγάλη προσωπική προσπάθεια και υπομονή ένα τέτοιο αποτέλεσμα, δεν αρκεί ούτε το σχολείο, ούτε το φροντιστήριο, όσο καλά και να είναι». «Η αλήθεια είναι πως ήμουν από τους τυχερούς, καθώς είχα τελειώσει την ύλη όταν ξεκίνησε η καραντίνα, οπότε ήταν μία περίοδος που έκανα προσωπικά δουλειά σπίτι, συνεχίζοντας τα φροντιστηριακά μαθήματα μέσω zoom», αναφέρει, εξηγώντας ότι το «αποτέλεσμα είναι καλό, αλλά η πορεία σίγουρα επηρεάστηκε πολύ».

«Οι δυσκολίες άρχισαν πριν την καραντίνα, στην αρχή της χρονιάς ακόμη, γιατί είχαμε τις αλλαγές στο σύστημα, οι οποίες εμένα τουλάχιστον με επηρέασαν πολύ στον τρόπο διαβάσματος. Τα πράγματα με την ύλη σταθεροποιήθηκαν κάπου τον Φεβρουάριο, πριν ακόμη μειωθεί η ύλη λόγω της καραντίνας. Για παράδειγμα στην έκθεση με την εισαγωγή της Λογοτεχνίας κάθε εβδομάδα διάβαζα με διαφορετικό τρόπο, στη Φυσική άργησαν κάποιες οδηγίες, στη Χημεία επίσης. Ήταν μία διαρκής προσπάθεια προσαρμογής, που εκτός από το διάβασμα, ήθελε πολλή επιμονή και υπομονή. Μετά, στην καραντίνα τα πράγματα αναθεωρήθηκαν ξανά, είχαμε πολύ χρόνο, κόπηκε μεγάλο μέρος της ύλης, πολύ μεγάλο, δεν ελέγχθηκε τόσο η ποιότητα όσο η ποσότητα των κεφαλαίων που μειώθηκαν», εξηγεί.

Τι λέει για την καραντίνα

«Γενικά η καραντίνα ήταν δύσκολη γιατί πρώτα από όλα δυσκολεύει να ακούς ότι γύρω σου πεθαίνουν εκατοντάδες άνθρωποι κάθε μέρα, ένα μικρό χωριό κάθε μέρα στην Ιταλία και σε όλον τον κόσμο. Σε καταβάλλει ψυχολογικά. Από την άλλη δεν μπορούσαμε να βγούμε έξω ούτε ως το σούπερ μάρκετ, καθώς είχαμε συνέχεια το άγχος μην κολλήσουμε κάτι τους τελευταίους μήνες» ανέφερε.

«Υπό άλλες συνθήκες μέχρι τον Μάιο θα διαβάζαμε 5-6 ώρες τη μέρα, γιατί αυτός θα ήταν ο χρόνος που θα μας έμενε από φροντιστήρια και τον Μάιο θα χρησιμοποιούσαμε τις απουσίες για να μείνουμε σπίτι και να διαβάζουμε 10-11 ώρες την ημέρα, όσο μπορούσαμε για να προετοιμαστούμε τον τελευταίο μήνα για τις εξετάσεις. Τώρα η πολύωρη δουλειά του Μαΐου ουσιαστικά πήγε τρεις μήνες πριν και την κούραση που υπήρχε από αυτό το διάβασμα την ένοιωσα γύρω στον Απρίλιο αντί για τον Ιούνιο. Ήθελε πολλή δύναμη για να συνεχίσω να διαβάζω. Δε νομίζω, όμως ότι έγιναν τρομερές ανακατατάξεις από την καραντίνα, δεν έγιναν οι τελευταίοι οι πρώτοι ή οι πρώτοι τελευταίοι», συνεχίζει.

«Γιατρός στην οικογένεια δεν υπάρχει»

Σχετικά με τη σχολή της προτίμησής του ο αριστούχος σημειώνει: «Η Ιατρική ανέκαθεν ήταν δεδομένη, δε διαπραγματεύτηκα ποτέ αυτή την επιλογή. Γιατρός στην οικογένεια δεν υπάρχει, όμως πάντοτε ήταν στόχος η Ιατρική, από το Δημοτικό ακόμη και από το Γυμνάσιο άρχισα να τον δουλεύω».