Της Μαριάννας Χιονά

Ζει 86 χρόνια στην Αμοργό και όταν τον ρωτήσεις τι είναι για εκείνον αυτό το νησί, θα απαντήσει φωναχτά «ο παράδεισος μου». Το λέει με όλη του την καρδιά. Τα μάτια του λάμπουν. Ο Νίκος Θεολογίτης, ιδιοκτήτης της παραδοσιακής ταβέρνας «Το Πανόραμα» στα Θολάρια δείχνει χορτασμένος από τη ζωή. Γελάει συνεχώς, αστειεύεται και λέει ανέκδοτα.

Γνωρίζει έναν έναν τους πελάτες του μαγαζιού, τους κάνει παρέα και τους κερνάει ρακή, γιατί όπως λέει «αρχή μας είναι να αφήνουμε τον κόσμο ευχαριστημένο». Αν και πλέον έχει παραδώσει το τιμόνι στο γιο του, ο οποίος μαζί με τη γυναίκα του έχει αναλάβει την κουζίνα, ο κ. Νίκος ασχολείται με τις «δημόσιες σχέσεις» του μαγαζιού.

Δεν υπάρχει μέρα που να έχει λείψει. Μόλις δει ότι όλα τα τραπέζια είναι γεμάτα, βγαίνει από το εσωτερικό της ταβέρνας, που κάθεται και παίρνει θέση στο κέντρο της αυλής. «Την προσοχή σας παρακαλώ», είναι το πρώτο πράγμα που ζητάει. Όλα τα βλέμματα στρέφονται πάνω του. Με σπασμένη φωνή και ένα χαμόγελο που φτάνει μέχρι τα αυτιά, καλωσορίζει τον κόσμο και τον ευχαριστεί.

Ο κ. Νίκος κρύβει, όμως μια πικρία. «Όλα τα χρόνια ήμασταν γεμάτοι, ο κόσμος καθόταν στα σκαλιά και το μαγαζί διπλογέμιζε και τριπλογέμιζε. Τώρα πια (λόγω κορονοϊού) δεν μας αφήνουν», λέει. Αυτό που του λείπει είναι τα γλέντια, οι μουσικές και οι χοροί. Προ πανδημίας, κάθε βράδυ στο μαγαζί στηνόταν ένα μικρό νησιώτικο πανηγύρι. Όπως αποδεικνύουν οι φωτογραφίες που είναι κορνιζαρισμένες μπροστά από την κουζίνα ο κ. Νίκος ήταν ο πρωταγωνιστής. Έπαιζε λαούτο, χόρευε και κατάφερνε να σηκώνει τους πάντες από τα τραπέζια τους.

Γλέντι (προ πανδημίας) στην ταβέρνα

Τώρα πια ακούγονται μόνο οι συζητήσεις. Ο κ. Νίκος περνά από κάθε τραπέζι ξεχωριστά και χαιρετά. Στα ζευγάρια δίνει και από μία ευχή, στις παρέες συνεχίζει να κάνει πλάκα. Όταν τον ρωτούν την ηλικία του, απαντάει με ένα γρίφο, που συνήθως τον απευθύνει σε γυναίκες. Όλοι ευχαριστιούνται την παρέα και τη φιλοξενία του. Οι περισσότεροι μάλιστα τον καλούν να κάτσει στο τραπέζι τους και να πιουν μαζί μια ψημένη ρακή.

Το παραδοσιακό ποτό του νησιού άλλοτε προσφέρεται σαν ορεκτικό και άλλοτε σαν χωνευτικό, συνήθως όμως σαν κέρασμα στις γιορτές και στις συγκεντρώσεις. Από τα αρχαία χρόνια οι κάτοικοι της Αμοργού και των μικρών Κυκλάδων έφτιαχναν την ψημένη ρακή για να κερνούν τους φιλοξενούμενούς τους, αλλά και τους καλεσμένους στους γάμους των παιδιών τους. Πλέον η «ψημένη» αποτελεί τη δύναμη του κάθε μαγαζιού.

Κάθε χρόνο το Πανόραμα ψήνει 700 κιλά. Σε κάθε λογαριασμό το μαγαζί κερνάει τη ρακή, την οποία βέβαια πουλάει στους λάτρεις της. Ο κ. Νίκος αφού έχει πιει το πρώτο του σφηνάκι, αποκαλύπτει τα μυστικά της «ψημένης» του.

«Βάζω μέσα 20 βότανα. Κάθε βότανο θεραπεύει μια αρρώστια. Ο βασιλικός, βοηθάει τη μνήμη, η θρύμπη είναι για τη χώνεψη, ο δυόσμος κάνει την ίδια δουλειά, το φασκόμηλο ρίχνει την πίεση, ο δίχταμος είναι για όλες τις αρρώστιες. Έχει μέσα δεντρολίβανο και λουίζα, που είναι για την καρδιά», εξηγεί. «Είναι φάρμακο», λέει ενώ συνεχίζει να αναλύει τις «θεραπευτικές της ιδιότητες». «Η αψιθιά, για παράδειγμα, που βάζουμε κάνει καλό στο ζάχαρο και η μαντζουράνα φέρνει επιθυμία για έρωτα».

Ο Νίκος Θεολογίτης θα μπορούσε να ήταν ένας από τους καλύτερους μαρκετίστες της εποχής του. Χωρίς να έχει σπουδάσει, αν και πολύ θα ήθελε, όπως εξομολογείται, εφαρμόζει στην πράξη βασικές αρχές του marketing. Ξετυλίγοντας το κουβάρι της ζωής του, περιγράφει μια ζωή γεμάτη δυσκολίες.

«Γεννήθηκα το 1934. Όταν τελείωσα το σχολείο, πέθανε ο πατέρας μου από τις κακουχίες του πολέμου στην Αλβανία. Δίψαγα για γράμματα αλλά δεν είχαμε τη δύναμη να πάω να σπουδάσω και έτσι βγήκα στο μεροκάματο. Θέριζα, έκανα σκαψίματα, δούλευα γενικότερα στη γη». Μέχρι να μαζέψει χρήματα για να ανοίξει το μαγαζί, πέρασε από διαφορετικές δουλειές. Εκτός από γη, ασχολήθηκε και με την κτηνοτροφία. «Έσφαζα κρέατα, τα πήγαινα στην Αθήνα, τα πουλούσα και έπαιρνα το δέρμα τους. Ήταν η καλύτερη μου δουλειά. Ξεκίνησα από το μηδέν και έκανα περιουσία μεγάλη», λέει με υπερηφάνεια.

Το μαγαζί το άνοιξε το 1970 ως καφέ – παντοπωλείο. «Στο χώρο δεν υπήρχε τίποτα. Ήταν στάβλοι και φραγκοσυκιές. Απέξω ήταν βουνό, το έκοψα με κομπρεσέρ για να φτιάξω το μαγαζί», περιγράφει. Δίπλα από την πόρτα κρέμονταν από τα τσιγκέλια τα κρέατα, τα οποία όταν τα έβλεπαν οι λιγοστοί τουρίστες που επισκέπτονταν την Αμοργό, εντυπωσιάζονταν και ζητούσαν από τον κ. Νίκο και τη σύζυγο του, Μαρία, να τους μαγειρέψουν μεζέδες.

«Σιγά σιγά μαζέψαμε κόσμο. Κάποια στιγμή όμως μας κάρφωσαν ότι δουλεύαμε με άδεια καφέ – παντοπωλείου και μια χρονιά μας σταμάτησε η αστυνομία. Μετά βγάλαμε άδεια εστιατορίου και δουλέψαμε ακόμα καλύτερα», θυμάται. Ο κ. Νίκος ήταν υπεύθυνος της σούβλας. Κάθε βράδυ έψηνε ή αρνί ή κατσίκι και πάντα είχε κοντοσούβλι, κοκορέτσι και κοτόπουλα. «Όλοι έρχονταν για τα ψητά. Αγαπήσαμε τον κόσμο και μας αγάπησε».

Στο εγχείρημα του τον ακολούθησε η γυναίκα του. Όλα τα χρόνια ήταν στην κουζίνα. Αγαπημένη της συνταγή είναι το γεμιστό κατσίκι, που φτιάχνουν το Πάσχα και το παραδοσιακό πατατάτο. Τώρα πια στα 74 της χρόνια έχει κουραστεί. Ούτε εκείνη όμως αφήνει το μαγαζί. Κάθε πρωί είναι στο πόστο της. Δεν ασχολείται πλέον με την κουζίνα αλλά κάνει βοηθητικές δουλειές, πάντα καθιστή σε μία καρέκλα για να μην την πονούν τα πόδια της. Συνήθως καθαρίζει και κόβει πατάτες, φασολάκια και χόρτα ενώ φτιάχνει και τη μυζήθρα για τις χωριάτικες. Το μεσημέρι επιστρέφει σπίτι για να φροντίσει τα 10 εγγόνια της. To βράδυ αν έχει τόσο κόσμο αναλαμβάνει πάλι δουλειά. Φέτος όμως δεν έχει χρειαστεί.

Και οι δύο ελπίζουν να μπορέσουν να σφίξουν ξανά το χέρι του κόσμου και να χορέψουν μαζί του στην αυλή του μαγαζιού. Μέχρι τότε ο κ. Νίκος θα συνεχίζει να παίρνει θέση στο κέντρο, θα τραγουδά τα ποιήματα που γράφει για την Αμοργό που τόσο αγαπά αλλά θα κρατά από όλους, όσο μπορεί, τις απαραίτητες αποστάσεις…

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις