Στις 03 Οκτωβρίου του 1966 αρχίζει στο Κακουργιοδικείο Θεσσαλονίκης η δίκη για τη δολοφονία του Γρηγόρη Λαμπράκη. Και στις 30/12/1966 το δικαστήριο καταδίκασε τους Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη σε 11 και 8,5 χρόνια φυλάκιση αντίστοιχα, ενώ άλλοι 9 καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης από 3 έως 15 μήνες.

Οι δύο  δικαστικοί, ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης και ο εισαγγελέας Παύλος Δελαπόρτας, θα αποπεμφθούν από το δικαστικό σώμα το 1968.  Ο Χ. Σαρτζετάκης  στη συνέχεια συνελήφθη δύο φορές, βασανίστηκε στο ΕΑΤ-ΕΣΑ και φυλακίστηκε, χωρίς δίκη. Απολύθηκε από τις φυλακές της Χούντας μετά από διεθνή κατακραυγή το 1971.

Oι φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας του Λαμπράκη, Κοτζαμάνης και Εμμανουηλίδης

Η δίκη Λαμπράκη, η δίκη των βασανιστών και πραξικοπηματιών της 21ης Απριλίου και η δίκη της Χρυσής Αυγής είναι τρεις ιστορικές δίκες διότι αφορούν τον πυρήνα της Δημοκρατίας.

Τι απέγιναν τα άλλα πρόσωπα της δίκης

Ο Π. Δελαπόρτας ως εισαγγελέας της έδρας είχε προτείνει την καταδίκη των περισσοτέρων κατηγορουμένων στην υπόθεση, πρόταση που δεν έγινε δεκτή από το δικαστήριο. Με τον ερχομό της χούντας των Συνταγματαρχών εκδιώχθηκε μαζί με άλλους είκοσι εννέα από το δικαστικό σώμα με απόφαση της τότε κυβέρνησης. Πέθανε στις 7 Απριλίου 1980 σε ηλικία 75 ετών.

Οι Σπύρος Κοτζαμάνης και Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης, οι δύο φυσικοί αυτουργοί της δολοφονίας του Λαμπράκη,   καταδικάσθηκαν τον Δεκέμβριο του 1966 σε πολυετή φυλάκιση και συγκεκριμένα για:

  • θανατηφόρο σωματική κάκωση καταδικάστηκαν ο Σπύρος Κοτζαμάνης  (11 χρόνια)
  • ο Εμμανουήλ Εμμανουηλίδης (8,5 χρόνια),
  • για διατάραξη οικιακής ειρήνης άλλα 8 άτομα, κυρίως παρακρατικοί.

Οι δύο δολοφόνοι του μαραθωνοδρόμου της Ειρήνης, θα αμνηστευθούν από τη χούντα, λίγο μετά την επιβολή της δικτατορίας και θα αφεθούν ελεύθεροι.

Ο Σπ. Κοτζαμάνης (1928-1993): Ο οδηγός του τρίκυκλου, Σπύρος Γκοτζαμάνης, ήταν στέλεχος της παρακρατικής οργάνωσης του γερμανοντυμένου στην κατοχή Ξ. Γιοσμά. Με δράση νωρίτερα, όπως ο ίδιος περηφανεύονταν, στην οργάνωση ΕΟΝ του δικτάτορα Μεταξά, στην οργάνωση «Βασιλική Εθνική Νεολαία» (ΒΕΝ) επί Κατοχής, καθώς και στην παρακρατική οργάνωση «Εθνική Αντίστασις», που χρηματοδοτούνταν από τα κρατικά μυστικά κονδύλια και της οποίας αρχηγός ήταν ο Φον Γιοσμάς Πέθανε στις 3 Απριλίου 1993 από ανακοπή καρδιάς.

Ο Εμμ. Εμμανουηλίδης, παλιός παιδεραστής και συνεργάτης της αστυνομίας και των μυστικών υπηρεσιών,από χρόνια έπασχε από την καρδιά του, και διατηρούνταν με μία μικρή σύνταξη του ΟΓΑ. Πέθανε την Πρωτομαγιά του 2001 μόνος στη Β΄ καρδιολογική κλινική του Ιπποκράτειου Νοσοκομείου Θεσσαλονίκης όπου νοσηλεύονταν.

O Χρήστος Σαρτζετάκης στο ανακριτικό του έργο

Οι Μανώλης Χατζηαποστόλου καιΓιώργος Σωτηρχόπουλος, οι δύο βασικοί μάρτυρες κατηγορίας,  λίγο μετά τη δίκη, καταδικάστηκαν για συκοφαντική δυσφήμηση του συνταγματάρχη Καμουτσή.

Ο Γ. Σωτηρχόπουλος, επιπλοποιός στον οποίο ο Κοτζαμάνης είχε εκμυστηρευθεί το πρωί της 22ας Μαΐου 1963 ότι «Απόψε θα κάνω μεγάλη τρέλα. Μέχρι που θα σκοτώσω άνθρωπο», ταλαιπωρήθηκε αφάνταστα για τη μαρτυρία του εκείνη, γνωρίζοντας άγριο ξυλοδαρμό αλλά και προσπάθεια εξαγοράς του. Ο Σωτηρχόπουλος πέθανε το 1996 σε ηλικία 65 ετών.

Ο «Τίγρης»Μαν. Χατζηαποστόλου, ο απλός τροχονόμος, που με το παρακινδυνευμένο «σάλτο μορτάλε» πάνω στο τρίκυκλο του παρακράτους, ενώ αυτό βρισκόταν εν κινήσει, συνέβαλε τα μέγιστα στη σύλληψη των δολοφόνων του Λαμπράκη, πέθανε την πρωτομαγιά του 2001 από καρκίνο, σε ηλικία 72 ετών.

Αφίσα από την ταινία Ζήτα του Γάβρα είχε ως θέμα τη δολοφονία και τη δίκη του Λαμπράκη

Ο Χαράλαμπος Ασπιώτης, που κατά σύμπτωση βρέθηκε στη γωνία των οδών Τσιμισκή και Καρόλου Ντηλ, όπου είχε ακινητοποιηθεί το τρίκυκλο του παρακράτους, συλλαμβάνοντας τους Γκοτζαμάνη και Εμμανουηλίδη, μετά την αποκάλυψη της υπόθεσης, μετατέθηκε δυσμενώς στην Ηλεία. Δεν υπάκουσε στα κελεύσματα των δολοφόνων να κάνει τα στραβά μάτια, κι έτσι χάλασε το σκηνικό του σκηνοθετημένου «τροχαίου ατυχήματος».

Ο Γιώργης Τσαρουχάςβουλευτής της αριστεράς, που επίσης είχε τραυματιστεί σοβαρά από το παρακράτος λίγα μέτρα μετά το σημείο όπου χτυπήθηκε ο Λαμπράκης, δολοφονήθηκε και ο ίδιος κάτω από φριχτά βασανιστήρια, στις 9 Μαϊου 1968, στον θάλαμο βασανιστηρίων της ΚΥΠ Θεσσαλονίκης.

Οι τρεις δημοσιογράφοι που συνέβαλαν στην  διαλεύκανση της υπόθεσης, θα γνωρίσουν για τη δραστηριότητά τους αυτή τις διώξεις της χούντας.
Ο Γιώργος Μπέρτσος (1937) θα καταδικαστεί από στρατοδικείο της δικτατορίας και θα κλειστεί στις φυλακές Επταπυργίου όπου ήδη βρίσκονταν οι Eμμανουηλίδης-Kοτζαμάνης.
Ο Γιώργος Ρωμαίος (1934) θα συναντήσει τον Σαρτζετάκη στις φυλακές Κορυδαλλού όπου κλείσθηκε επί έξι μήνες, αφού νωρίτερα συνελήφθη και κρατήθηκε ένα μήνα στο ΕΑΤ-ΕΣΑ.
Ο Γιάννης Βούλτεψης (1923-2010)θα αναγκαστεί να αυτοεξοριστεί στη Ρώμη, αφού προηγουμένως διαγραφεί από την ΕΣΗΕΑ στις 24 Απριλίου 1967.

Ο Ξενοφών Γιοσμάς (1906-1975), που ήταν ένα από τα στελέχη του παρακράτους στη Θεσσαλονίκη, υπήρξε συνεργάτης των Γερμανών στη Θεσσαλονίκη, έφυγε μαζί με τους Ναζί από την Ελλάδα στα τέλη του 1944 και υπήρξε υπουργός Προπαγάνδας (!) στην εξόριστη «κυβέρνηση» Τσιρονίκου που σχημάτισαν οι δοσίλογοι στις αρχές του 1945 στη Βιέννη. Καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο από το δικαστήριο δοσιλόγων, αλλά όταν γύρισε στην Ελλάδα το 1947, οι δοσίλογοι ήταν εθνικώς χρήσιμοι κι έτσι η ποινή του μετατράπηκε σε ισόβια και τελικά αποφυλακίστηκε περί το 1951 έχοντας κάνει τρία χρόνια μόνο φυλακή.  Ο Γιοσμάς πέθανε το 1975, ύστερα από εγκεφαλικό επεισόδιο.

Ο Κωνσταντίνος Μήτσου (1909-1985), αντιστράτηγος της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής, στη διάρκεια της Κατοχής είχε αμφιλεγόμενο ρόλο, συμμετέχοντας στην οργάνωση ΠΑΟ, της οποίας βασικός ρόλος ήταν η αντιπαράθεση στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ και της ΕΑΜικής εθνικής αντίστασης. Λόγω των διασυνδέσεών του είχε ταχύτατη άνοδο στην κλίμακα της ιεραρχίας και διατέλεσε γενικός επιθεωρητής Χωροφυλακής Βορείου Ελλάδος όταν έγινε η δολοφονία Λαμπράκη, ενώ και από πριν ήταν γνωστός στη Μακεδονία και τη Θράκη  ως προστάτης των διάφορων παρακρατικών οργανώσεων.

Στην υπόθεση Λαμπράκη προφυλακίστηκε με εντολή ανακριτή και εισαγγελέα ως οργανωτής αντισυγκεντρώσεων και ως προστάτης ακροδεξιών οργανώσεων. Όμως αργότερα στη δίκη για την πολύκροτη αυτή υπόθεση απαλλάχθηκε, όπως και οι άλλοι κατηγορούμενοι αξιωματικοί της χωροφυλακής. Η χούντα ακύρωσε στις 12 Νοεμβρίου 1969 την αποστρατεία του και τον επανέφερε στο Σώμα, απονέμοντάς του τον τίτλο του αντιστράτηγου, Πέθανε τον Ιούνιο του 1985, σε ηλικία 76 ετών.

Ο Ευθύμιος Καμουτσής, αστυνομικό διευθυντή Θεσσαλονίκης την περίοδο της δολοφονίας Λαμπράκη, τον συναντάμε και στην υπόθεση Πολκ, όταν κι εκεί είχε καταβάλει προσπάθειες για τον αποπροσανατολισμό και τη συσκότιση της δολοφονίας του αμερικανού δημοσιογράφου. Για τη στάση του στην υπόθαλψη και ενθάρρυνση των παρακρατικών, ο ανακριτής Χρήστος Σαρτζετάκης είχε διατάξει την προφυλάκισή του με τις κατηγορίες της συνέργειας εις την εκ προθέσεως ανθρωποκτονίαν του Γρηγόρη Λαμπράκη και για κατάχρηση εξουσίας σε βαθμό κακουργήματος. Βγήκε από τη δίκη κι’ αυτός ως «αθώα περιστερά».

Ο Κωνσταντίνος Κόλλιας, πρόεδρος του Αρείου Πάγου (1901-1998), που καταγγέλθηκε για μεθόδευση και παρεμβάσεις στην υπόθεση Λαμπράκη, προκειμένου να αποπροσανατολιστεί η δικαστική διερεύνηση της στυγερής δολοφονίας, θα ορκιστεί από τους πραξικοπηματίες την 21η Απριλίου 1967 ως ο πρώτος  πρωθυπουργός της χούντας. Ο Κόλλιας από πριν ήταν  γνωστός για τις άριστες σχέσεις του με τα Ανάκτορα, αλλά και την ακραία αντικομμουνιστική πτέρυγα του κόμματος της ΕΡΕ.

Ο Ιωάννης Κ. Χολέβα, δικηγόρος και βιομήχανος  που υπήρξε σύνδεσμος κράτους και παρακράτους στο υπουργείο Βορείου Ελλάδος, όπου ήταν Γενικός Γραμματέας του, λίγο μετά την έκρηξη του πραξικοπήματος της χούντας και την επιβολή της δικτατορίας, θα τοποθετηθεί υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, θέση στην οποία θα διατηρηθεί την περίοδο 1968-1971.

Mουσικά αποσπάσματα από την ταινία του Γραβρά, Ζήτα, βασισμένη στο βιβλίο του Β. Βασιλικού με θέμα τη δολοφονία Λαμπράκη και την εξιχνίαση της υπόθεσης

Ο Δημήτριος Ροβίθης, ιατροδικαστής  (1914-1976), υφηγητής στην έδρα της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του ΑΠΘ, που διενήργησε τη νεκροψία-νεκροτομή και συνέταξε την ιατροδικαστική έκθεση του δολοφονηθέντος Λαμπράκη, απολύθηκε επί χούντας από τα πανεπιστημιακά του καθήκοντα στην Ιατρική και Νομική σχολή του ΑΠΘ με Συντακτική πράξη που αφορούσε άλλους 30 πανεπιστημιακούς δασκάλους, με γελοίες και κατασκευασμένες κατηγορίες όπως «άμβλυνση του αισθήματος της κοινωνικής ευθύνης, μη διατήρηση σκληρού εθνικού φρονήματος κ.λπ.», όπως αναφέρονταν σε επιστολή του Στυλιανού Παττακού της 2/1/1969.

Η χούντα με αυτό τον τρόπο ήθελε να τον τιμωρήσει για τη γενναία του στάση στην υπόθεση της δολοφονίας του Λαμπράκη στην οποία υπεστήριξε με πάθος την αλήθεια – παρ’ όλες τις πιέσεις που δέχθηκε πανταχόθεν, – αποδεικνύοντας με αυτή του τη στάση το ήθος του, την πίστη του στα δημοκρατικά ιδεώδη, και την επιστημονική του επάρκεια.  Επανήλθε στα πανεπιστημιακά του καθήκοντα μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας, αλλά πέθανε πολύ νωρίς, το 1976.

Τέλος ο Βύρων Αντωνιάδης, πρόεδρος των ενόρκων στη δίκη Λαμπράκη, δικηγόρος και βιομήχανος, λίγες εβδομάδες μετά την κατάλυση της δημοκρατίας και την επιβολή του χουντικού καθεστώτος θα τοποθετηθεί δήμαρχος Θεσσαλονίκης και θα του απονεμηθεί το ανώτατο κρατικό παράσημο του βασιλιά Γεωργίου του Α΄

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις