Διάβασα τόσα εμπνευσμένα κείμενα για την Ελληνική επανάσταση του 1821 και την επέτειο των 200 ετών. Ιστορικοί, στοχαστές, φιλόσοφοι και δημοσιογράφοι έγραψαν, είπαν κατέθεσαν την δική τους συμβολή σε αυτό τον συλλογικό αναστοχασμό για την καταστατική ιδρυτική πράξη ενός έθνους που αναμετράται διαρκώς με το παρελθόν του.

Ευρωπαίος γιατρός περιθάλπει Έλληνα αγωνιστή. Λιθογραφία από την έκδοση Histoire d’une Epingle et Bluettes του σχεδιαστή H. Gerard Fontallard. Συλλογή χαρακτικών ΕΙΜ.

Υπάρχει όμως και το παρόν που μόνο εφήμερο δεν είναι στην ιστορική συγκυρία που διανύουμε. Στον κόσμο, στην Ευρώπη και στην Ελλάδα που δίνει μάχη ανάσας στα νοσοκομεία. Που ψάχνει ένα κρεβάτι περίθαλψης και έναν γιατρό.

Και αυτήν την πτυχή της τότε μάχης αναζητήσαμε. Σαν ένα μεταχρονολογημένο ρεπορτάζ. Πόσους γιατρούς είχαν τότε. Πως αντιμετώπιζαν τα «κρούσματα» της Επανάστασης; Πως οργάνωσαν τότε την υγειονομική «Επιχείρηση Ελευθερία»;

Όπως αναφέρει σε μία εξαιρετική του έρευνα ο ιατρός χειρουργός Αλέξανδρος Γιατζίδης κατά την προεπαναστατική περίοδο σε περίπου 1.000.000 κατοίκους αντιστοιχούσαν περίπου 90 ιατροί. Μετά την έναρξη της επανάστασης ήρθαν στην Ελλάδα, Έλληνες και φιλέλληνες ιατροί από το εξωτερικό, ανεβάζοντας τον αριθμό σε περίπου 500 που εκτός από τους τραυματισμούς είχαν να αντιμετωπίσουν και τις επιδημίες στον πληθυσμό από τις κακουχίες και τον εγκλεισμό από τις πολιορκίες.

Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας νέοι από διάφορες περιοχές του υπόδουλου Ελλαδικού χώρο, προερχόμενοι  από εύπορες αστικές οικογένειες, σπούδαζαν Ιατρική στην Βόρεια Ιταλία και την Αυστρία, καθώς όπως έγραψε ο Κοραής «…θηριώδες έθνος εις μόνους τους ιατρούς αναγκάζεται να υποκρίνεται κάποιαν ημερότητα».

Όπως αναφέρει ο Χ. Βυζάντιος στο βιβλίου του (1956) “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατείαν και μαχών, ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833”, υπήρχαν και  πρακτικοί ή εμπειρικοί ιατροί ασκούσαν τη λεγόμενη «Δημώδη Ιατρική». Ήταν ικανοί στην ανάταξη εξαρθρημάτων και καταγμάτων, στην περιποίηση τραυμάτων και στην πραγματοποίηση μικροεπεμβάσεων, για αυτό αναφέρονται και ως «ιατροχειρουργοί». Τους αποκαλούσαν, επίσης, «ιατρο-φαρμακοποιούς», γιατί, εκτός των ιατρικών πράξεων που επιτελούσαν, παρασκεύαζαν φάρμακα και συνέλεγαν βότανα, τα οποία χορηγούσαν, κατά περίπτωση, σε ασθενείς και τραυματίες. Ως νοσοκομεία χρησιμοποιούνταν διάφορα μοναστήρια και χάνια που σιγά μετατρέπονταν σε υποτυπώδη νοσοκομεία.

Δεν έλειπαν δε (ποτέ από αυτή τη χώρα καθώς φαίνεται) και διάφοροι κομπογιαννίτες ή τσαρλατάνοι ψευτογιατροί με στόχο το κέρδος.

Τα «φάρμακα» του Αγώνα

Η φροντίδα των τραυμάτων περιλάμβανε καθαρισμό της εξωτερικής τους επιφάνειας με ρακή και εισαγωγή στο εσωτερικό τους αλοιφής παρασκευασμένης από λεύκωμα αυγού αναμεμιγμένου με κοινό λάδι και ρακή. Στη συνέχεια ετίθετο επί του τραύματος αλοιφή παρασκευασμένη από σαπούνι και ρακή και ακολουθούσε, κατά διαλείμματα η επίβρεξή του με ρακή, που φαίνεται ότι ήταν θεραπευτικό μέσο συνεχούς χρήσης. Η επίδεση του τραύματος, ανεξάρτητα του βαθμού της σοβαρότητάς του, πραγματοποιείτο με ταινίες υφάσματος και μικρά καλάμια ή νάρθηκες κατασκευασμένους από ξύλο ή ναστόχαρτο.

Για την αιμόσταση των μεγάλων αγγείων χρησιμοποιείτο πυρακτωμένο σίδερο, για την αιμόσταση των τριχοειδών οινόπνευμα, ενώ για τον έλεγχο των αιμοπτύσεων λόγω τραυμάτων του θώρακα χορηγείτο ζεσταμένο κρασί αναμεμιγμένο με κοινό βούτυρο.

Τα φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούσαν οι επιστήμονες ιατροί και πολλοί από τους εμπειρικούς, ήταν κυρίως δρόγες (αλόη, θεριακή, κάρδαμο, κίνα, πιπερόριζα, σαμπούκο, σαρκοτρόφι, σίλφιο κ.ά.), η χρήση των οποίων ανάγεται στην εποχή του Διοσκουρίδη και η εντόπισή τους είναι εύκολη στη χλωρίδα της ελληνικής υπαίθρου. Ήταν, επίσης, ορισμένες φαρμακευτικές και χημικές ουσίες (άλας αψινθίας, βόραξ, γόμμα Αραβική, εμετική τρυξ, μίνιον, νίτριον, οξύμελι κ.ά.) και διάφορα σκευάσματα (balsamo di Tolu, elixir propriepatis, laudano di Barbaro κ.ά.), τα οποία προμηθεύονταν, όταν είχαν τη δυνατότητα, από την Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, τα Επτάνησα και την Τεργέστη.

Όλα τα παραπάνω αναδεικνύουν τις συνθήκες που επικρατούσαν κατά την περίοδο της επανάστασης του 1821 στο πεδίο της υγειονομικής περίθαλψης και φροντίδας των αγωνιστών της ελευθερίας. Για το λόγο αυτό η ευχή «Καλό βόλι» εξέφραζε, συν τοις άλλοις, και την επιθυμία για ένα γρήγορο, ανώδυνο και ηρωικό θάνατο.

Οι «επιδημίες» της Επανάστασης και ο «ιατρός Καποδίστριας»

Σε κείμενα της εποχής συχνές είναι εξάλλου οι αναφορές για την εμφάνιση επιδημιών στην Πελοπόννησο, όπως η πανώλη, ο εξανθηματικός τύφος, η δυσεντερία, η χολέρα, η ευλογιά, οι οποίες στο πέρασμά τους προκαλούσαν περισσότερα θύματα ακόμα και από τις πολεμικές αναμετρήσεις. Παρά τη λήψη εκτάκτων μέτρων που έλαβαν οι προσωρινές κυβερνήσεις (1821-1827) και ο Ιωάννης Καποδίστριας (1828-1831), τα καταστρεπτικά αποτελέσματα των επιδημιών δεν έλειψαν καθ’ όλη τη διάρκεια των συγκρούσεων.

Ο Καποδίστριας, έχοντας σπουδάσει την ιατρική επιστήμη οργάνωσε τον τομέα της υγείας και δημιούργησε το πρώτο σύγχρονο λοιμοκαρθατήριο για τις κοινότητες που πλήττονταν από επιδημίες, όπως τύφο, ελονοσία, δυσεντερία. Έτσι κατόρθωσε και αντιμετώπισε με επιτυχία την πανώλη που έπληξε το Ναύπλιο, τις Σπέτσες και την Ύδρα, λαμβάνοντας επείγοντα και αποτελεσματικά μέτρα.

Μερίμνησε και ιδρύθηκαν στον Πόρο το πρώτο ναυτικό νοσοκομείο (25/11/1829) με πρώτο διευθυντή τον αρχίατρο Χρονία Δροσινό το 1828 στις εγκαταστάσεις της Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Πόρου, το πρώτο ορφανοτροφείο του έθνους για τα ορφανά των πολεμιστών του αγώνα. Ίδρυσε τον πρώτο προσφυγικό καταυλισμό της χώρας στον οικισμό Πρόνοια στο Ναύπλιο για να στεγάσει τους πρόσφυγες που συνέρρεαν σ’ αυτό όταν απελευθερώθηκε από τους Τούρκους. Τον οικισμό σχεδίασε ο αρχιτέκτονας Στ. Βούλγαρης. Σκοπός του Καποδίστρια ήταν ν’ αξιοποιήσει το ιατρικό δυναμικό, να είναι αποτελεσματική η περίθαλψη των πληγωμένων και των άλλων ασθενών αλλά και ο επισιτισμός του λαού: «Τούτο το παξιμάδιον φαίνεται μεν άσχημον, είναι όμως καλόν, το εδοκίμασα ο ίδιος, και δύναται να χρησιμεύση ως αρίστη τροφή εις ανθρώπους παντάπασιν ατρόφους».

Ο Ιωάννης Καποδίστριας προσπάθησε να ενημερώσει τους Έλληνες και να τους μεταφέρει τις ιατρικές γνώσεις της εποχής του με όρους εκλαϊκευμένης ιατρικής για τους κίνδυνους και την αποτελεσματική αντιμετώπιση των μεγάλων λοιμωδών νόσων. Περιέγραψε πως έγινε η πρώτη αποτελεσματική εκστρατεία εμβολιασμού του νεωτέρου Ελληνικού κράτους. Έγραψε ιατρικό άρθρο σχετικά με τον συνολικό αριθμό των εκφορητικών πόρων των ιδρωτοποιών αδένων. Μετέφρασε το γαλλικό έργο με τον τίτλο «Ιστορία της εισδρομής της χολέρας εις την Ευρώπη» που αφορούσε τις τρεις έως τότε γνωστές επιδημίας χολέρας, εξορμούμενης από Ινδίες στην Ευρώπη. Στο άρθρο του τονίστηκε η μεταδοτικότητα της νόσου, η παροδική της υποχώρηση με το ψύχος και η συμβολή των μεταφερόμενων στρατευμάτων στην εξάπλωσή της.

Το Ναύπλιο πάντα στο «κόκκινο»

Από τις πλέον ευάλωτες στις λοιμικές νόσους περιοχές ήταν το Ναύπλιο, εξαιτίας των στρατευμάτων που στρατοπέδευαν στην πόλη και του άμαχου πληθυσμού που καθημερινά συνέρρεε εκεί επιζητώντας ασφάλεια. Η πόλη ως έδρα της Κυβέρνησης λογικό ήταν να τραβήξει την προσοχή των ιθυνόντων για τη λήψη κατάλληλων υγειονομικών μέτρων και νοσηλευτικής φροντίδας από την αρχή κιόλας του Αγώνα. Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε αναγκαίο να ιδρυθούν εθνικά νοσηλευτικά ιδρύματα – αρχικά στο Ναύπλιο – και να συγκροτηθούν υγειονομεία.

Η ίδρυση νοσοκομείου στο Ναύπλιο για την ίαση ασθενών και τραυματιών σημειώνεται από τους πρώτους κιόλας μήνες της απελευθέρωσης της πόλης (Μάρτιος 1823). Για να καλυφθούν μάλιστα οι ανάγκες – που συνεχώς αυξάνονταν – το εν λόγω ίδρυμα λειτουργούσε ως «κοινό», δηλαδή στους χώρους του συνυπήρχαν πολίτες και στρατιωτικοί. Η κοινή χρήση του νοσοκομείου προκύπτει από διάφορα έγγραφα, όπως το μηνιαίο οικονομικό απολογισμό για το μήνα Οκτώβριο (11/11/1825). Σύμφωνα με τον οποίο το ίδρυμα αποτελείτο από δύο τμήματα, το «νοσοκομείον των πληγωμένων» και το «νοσοκομείον των ασθενών». Από σχετική αλληλογραφία του Εκτελεστικού προς το Βουλευτικό γίνεται γνωστό πως το νοσοκομείο εξυπηρετούσε και τις ανάγκες του Τακτικού Σώματος.

Η νοσηλευτική κατάσταση στην πόλη διαφοροποιείται την καποδιστριακή περίοδο, αφού μέσα στο 1828 ο Κυβερνήτης δημιούργησε ξεχωριστά νοσοκομεία για τους πολίτες και τους στρατιωτικούς. Τα δύο νοσηλευτικά ιδρύματα που λειτούργησαν στο Ναύπλιο από το 1828 έως το 1832 ήταν το Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας ή Νοσοκομείον του Κανονοστασίου των Πέντε Αδελφών και το Εθνικόν Στρατιωτικόν Νοσοκομείον Ναυπλίας. Η ύπαρξή τους στην πόλη, σε συνδυασμό με τα υγειονομεία αποτελούν δείγματα της υγειονομικής πολιτικής που ο Καποδίστριας σκόπευε να εφαρμόσει σ’ ολόκληρη τη χώρα. Η παρούσα μελέτη ασχολείται με τα ανωτέρω ιδρύματα, καθώς δε θα πρέπει να μας διαφεύγει πως αυτά ήταν τα πρώτα κρατικά νοσοκομεία στον ελλαδικό χώρο.

Πρώτος γιατρός του πολιτικού νοσοκομείου, ήταν ο Γερμανός φιλέλληνας Φρειδερίκος Βολόης, ο οποίος μας πληροφορεί πως κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στο νοσοκομείο (1823) περιέθαλψε περισσότερους από 400 ασθενείς.

Το κτίριο που στεγάστηκε το νοσηλευτικό ίδρυμα φαίνεται πως ήταν μικρό και σε περιοχή ακατάλληλη, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις ενός νοσοκομείου. Τον επόμενο χρόνο (1825) η ανάγκη για άμεση μεταστέγαση του ιδρύματος έγινε επιτακτική, καθώς λόγω «επιδημικής και ολέθριας νόσου εζητήθη υπό της Κυβερνήσεως αντί της μέχρι τότε ως νοσοκομείον χρησιμευούσης οικίας να παραχωρηθεί ετέρα εις θέσιν καταλληλοτέραν και υγειοτέραν, ως τοιαύτη δε παρεχωρήθη η εις ην ήδη διατελεί το Νοσοκομείον, αναγνωρισθείσα ως ιδιοκτησία δημοτική υπό της Κυβερνήσεως».

Το 1825 γιατρός του νοσοκομείου διορίστηκε ο Γερμανός φιλέλληνας Η. Treiber, ο οποίος αργότερα (1828) έγινε διευθυντής στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Στη συνέχεια προσλήφθηκε και δεύτερος γιατρός, ο Ηπειρώτης Λουκάς Βάγιας, γιατρός του Αλή Πασά και του Βύρωνα. Υπολογίζεται πως το έτος αυτό νοσηλεύονταν καθημερινά στο νοσοκομείο περισσότεροι από 40 ασθενείς.

Για τη συντήρηση του ιδρύματος και κατ’ επέκταση της εξασφάλισης της βιωσιμότητας του, η Κυβέρνηση επέβαλε ειδικούς φόρους. Στην οικονομική ενίσχυση του ιδρύματος συνέβαλλαν επίσης διάφορες συνδρομές πολιτών και έκτακτες εισφορές από την περιφορά ειδικού δίσκου βοηθείας στους ναούς της πόλης κατά τις εορτάσιμες ημέρες. Επειδή όμως οι παραπάνω πόροι θεωρήθηκαν ανεπαρκείς, με πρόταση του επιτρόπου του νοσοκομείου Πέτρου Περόγλου, προστέθηκε και ειδικός φόρος, ο οποίος επιβλήθηκε στους βιοτέχνες, στα μέλη του Βουλευτικού και Εκτελεστικού και στους υπουργούς. Αργότερα παραχωρήθηκαν για την οικονομική του ενίσχυση και έσοδα από την εκμίσθωση του δημοσίου στατήρα του Ναυπλίου και των Μύλων.

Στη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τον Καποδίστρια το νοσοκομείο ονομάστηκε Α’ Εθνικόν Νοσοκομείον Ναυπλίου. Στα χρόνια της αρτιότερης οργάνωσης και λειτουργίας του νοσηλευτικού ιδρύματος (1827-1833) γιατρός – διευθυντής και επιστάτης του ήταν ο Λευκαδίτης χειρουργός Πέτρος Στεφανίτσης. Το νοσοκομείο χρησιμοποιήθηκε έως το Μάιο του 1832 για τη νοσηλεία φτωχών, ορφανών, καταδίκων, υποδίκων, πορνών, ξένων και αιχμαλώτων πολέμου. Παράλληλα με το κρατικό αυτό ίδρυμα στην πόλη υπήρχαν και γιατροί οι οποίοι επισκέπτονταν ιδιωτικά τους ασθενείς στα σπίτια τους, όταν οι τελευταίοι διέθεταν τα ανάλογα οικονομικά μέσα.

Το 1832 το νοσοκομείο παραχωρήθηκε – ή καλύτερα επιτάχθηκε – από τα γαλλικά συμμαχικά στρατεύματα για την κάλυψη των αναγκών του, τα οποία μετά την αναχώρηση τους το παράδωσαν στο Β. Φρουραρχείο. Έκτοτε το νοσοκομείο και έως το 1836 έπαυσε να λειτουργεί ως κρατικό νοσηλευτικό κατάστημα. Πρόβλημα ακόμη παραμένει ο προσδιορισμός της ακριβούς θέσης της πρώτης οικίας-νοσοκομείου, καθώς και οι επόμενες μεταστεγάσεις του. Περισσότερη σιγουριά υπάρχει για το κτίριο του Α’ Νοσοκομείου, το οποίο τοποθετείται έξω από τα όρια της τότε πόλης – στη σημερινή συνοικία του Ψαρομαχαλά – στους ΒΔ πρόποδες της Ακροναυπλίας και πάνω από τον προμαχώνα των Πέντε Αδελφών

Πηγές:

  • Χ. Βυζάντιος, “Ιστορία των κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν εκστρατείαν και μαχών, ων συμμετέσχεν ο τακτικός στρατός από του 1821 μέχρι του 1833”, Αθήνα (1956).
  • Α. Αθανασόπουλος, “Πελοποννήσιοι ιατροί κατά τον Ιερόν Αγώνα του 1821”, Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά (1965).
  • Ε. Εμμανουήλ, “Ιατροσόφια και Τσαρλατάνοι”, Αρχεία Φαρμακευτικής (1938).
  • Νίκος Φ. Τόμπρος, Διδάκτωρ Ιστορίας, Επίκουρος Καθηγητής, Τμήμα Ιστορίας Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.
  • Ναυπλιακά Ανάλεκτα VI, Έκδοση Δήμου Ναυπλιέων (2007).
  • medlabnews.gr
Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις