Ο Μίκης Θεοδωράκης το πρωί της 2ας Σεπτέμβρίου ξεκίνησε το μεγάλο του ταξίδι για την αιωνιότητα. Αφήνει πίσω του μία σπουδαία κληρονομιά. Δύο από τις ιστορικότερες στιγμές της μουσικής του καριέρας ήταν αμέσως μετά την πτώση της χούντας όταν έδωσε δύο ιστορικές συναυλίες στο στάδιο Καραϊσκάκη το 1974. Κατά τη διάρκειά τους ακούστηκαν όλα εκείνα τα τραγούδια – σύμβολα του αντιδικτατορικού αγώνα.

«Ρωμιοσύνη», «Της Δικαιοσύνης Ήλιε Νοητέ», «Σφαγείο», «Όταν σφίγγουν το χέρι», «Ένα το χελιδόνι», «το γελαστό παιδί», «Και εσύ λαέ βασανισμένε», «σώπα που να ναι θα σημάνουν οι καμπάνες», ήταν μόνο κάποια από τα τραγούδια που ακούστηκαν τον Οκτώβρη του 74, από τη Μαρία Φαραντούρη, τον Μάνο Λοΐζο, τον Αντώνη Καλογιάννη, τον Γιώργο Νταλάρα, τον Νίκο Ξυλούρη, τη Μελίνα Μερκούρη, τη Μαρίζα Κοχ, τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη και άλλους.

Μάλιστα η τεράστια προσέλευση του κόσμου ανάγκασε τους διοργανωτές να πραγματοποιήσουν μία ακόμα συναυλία και πάλι στο Στάδιο Καραϊσκάκη. Ο Μίκης Θεοδωράκης με δάκρυα στα μάτια διηύθηνε με το γνωστό του πάθος την ορχήστρα.

Σημειώνεται πως η είσοδος του Μίκη στο Στάδιο Καραϊσκάκη συνοδεύτηκε από ιαχές από τους χιλιάδες θεατές και το σύνθημα «Δώστε τη χούντα στο λαό», δονούσε την ατμόσφαιρα. Λίγο αργότερα το σύνθημα διαδέχθηκε το «Ένα το χελιδόνι» που ερμήνευσε ο Αντώνης Καλογιάννης σε στίχους Γιάννη Ρίτσου από το «Άξιον Έστι».

Ένα μεγάλο μέρος από τις δύο ιστορικές συναυλίες προβάλλεται στο ντοκιμαντέρ «Τα τραγούδια της φωτιάς», που κινηματογράφησε ο σπουδαίος σκηνοθέτης Νίκος Κούνδουρος.

«Ήταν ο κεντρικός ήρωας, θηρίο ανήμερο, ο πρωταγωνιστής στα «Τραγούδια της φωτιάς» που κινηματογράφησα σαν μια γιορτή της Μεταπολίτευσης. Όλοι οι τραγουδιστές ήταν κάτω από τα φτερά του, ακόμη και οι συνθέτες που τον είχαν κάπως σαν πατρική φιγούρα. Χαθήκαμε για χρόνια. Ξαναβρεθήκαμε στο σπίτι της Μαρίζας Κωχ, κάτω από την Ακρόπολη, λίγα μέτρα παραπέρα απ’ το δικό του. Φαγάκι σπιτικό, γλυκό κυδώνι και ελληνικός καφές. Και, φυσικά, τα πούρα που του είχε χαρίσει ο Φιντέλ Κάστρο και τα κουβαλούσε πάντα στην τσέπη του. Μόνο ελιές δεν ήθελε σε καμία περίπτωση στο τραπέζι. Τον ακούσαμε να λέει πως όταν βασανιζόταν στη Μπουμπουλίνας, είχε παραισθήσεις και τις ελιές που του έδιναν εκείνος τις έβλεπε για κατσαρίδες. Μεγάλες μαύρες φασιστικές κατσαρίδες. Βασικά δεν θυμάμαι ποιος άφηνε τον άλλον να μιλήσει ή το αντίθετο, διότι αν ήμασταν εγώ κι εκείνος σε τραπέζι, δεν υπήρχε περίπτωση να αφήναμε άλλον άνθρωπο να αρθρώσει λόγο. Είμαι υπερήφανος που διέσωσα τη φιγούρα του να διευθύνει τη Φαραντούρη στο «Γελαστό παιδί» και το κοινό να παραληρεί. Ίσως ο Γεωργουσόπουλος να μη χαρακτήριζε τα «Τραγούδια της φωτιάς», «εθνική κιβωτό», αν εκείνος απουσίαζε. Ο Μίκης είναι αδερφός, συνοδοιπόρος, σύντροφος, πατέρας, οικουμενικός, παγκόσμιος, Ελληνικός. Νιώθω πως ο Μίκης κι εγώ έχουμε μείνει να φυλάμε Θερμοπύλες. Ίσως βουβά κι αθόρυβα πλέον», είχε δηλώσει ο Νίκος Κούνδουρος το 2007 στο Κόκκινο 105,5.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις