Η άνοια μπορεί να διαγνωστεί με ένα τεστ αίματος δεκαετίες νωρίτερα - Τι δείχνει νέα μελέτη
Ερευνητές εντόπισαν ότι αυξημένος δείκτης φλεγμονής στο αίμα συνδέεται με μεγαλύτερο κίνδυνο άνοιας αργότερα στη ζωή.
Μια απλή εξέταση αίματος που γίνεται καθημερινά σε νοσοκομεία και διαγνωστικά κέντρα μπορεί να δείξει τον κίνδυνο άνοιας ακόμα και σε νεαρούς ενήλικες. Αυτό δείχνει νέα μεγάλη μελέτη σύμφωνα με την οποία αυξημένα επίπεδα ενός γνωστού δείκτη φλεγμονής συνδέονται με μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης νόσου Αλτσχάιμερ ή άλλων μορφών άνοιας τα επόμενα χρόνια.
Τι είναι ο δείκτης NLR και γιατί ενδιαφέρει τους επιστήμονες
Ο δείκτης NLR (neutrophil-to-lymphocyte ratio) είναι μια μέτρηση που προκύπτει από τη γενική αίματος. Πρόκειται για τον λόγο των ουδετερόφιλων και των λεμφοκυττάρων, δύο ειδών λευκών αιμοσφαιρίων που συμμετέχουν στην άμυνα του οργανισμού. Όταν ο λόγος αυτός είναι αυξημένος, θεωρείται συχνά ένδειξη συστηματικής φλεγμονής ή διαταραχής της ανοσολογικής ισορροπίας.
Οι ερευνητές ανέλυσαν ηλεκτρονικά ιατρικά αρχεία από δύο πολύ μεγάλα συστήματα υγείας στις ΗΠΑ: το NYU Langone Hospitals και το Veterans Health Administration. Συνολικά εξετάστηκαν δεδομένα περισσότερων από 370.000 ανθρώπων άνω των 55 ετών, χωρίς προηγούμενη διάγνωση άνοιας κατά την έναρξη της μελέτης. Η παρακολούθηση κάλυψε την περίοδο 2011 έως 2023. Στόχος ήταν να διαπιστωθεί αν τα άτομα με υψηλότερο NLR στην αρχή είχαν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίσουν αργότερα Αλτσχάιμερ ή άλλη σχετιζόμενη άνοια. Για να είναι πιο αξιόπιστα τα αποτελέσματα, οι επιστήμονες συνυπολόγισαν παράγοντες όπως ηλικία, φύλο, υπέρταση, διαβήτη, καρδιαγγειακά νοσήματα και τραυματισμούς στο κεφάλι.
Ποιοι εμφάνισαν ισχυρότερη συσχέτιση με άνοια
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι όσο υψηλότερος ήταν ο δείκτης, τόσο μεγαλύτερος ήταν και ο μελλοντικός κίνδυνος άνοιας. Η συσχέτιση εμφανίστηκε και στα δύο ανεξάρτητα συστήματα υγείας, κάτι που ενισχύει την αξιοπιστία του ευρήματος. Με απλά λόγια, δεν επρόκειτο για τυχαίο αποτέλεσμα ενός μόνο δείγματος. Στη βάση δεδομένων της Νέας Υόρκης συμμετείχαν πάνω από 284.000 άνθρωποι και καταγράφηκαν περισσότερα από 4.700 νέα περιστατικά άνοιας. Στο σύστημα των βετεράνων συμμετείχαν περίπου 85.000 άτομα και εντοπίστηκαν περισσότερα από 1.700 περιστατικά. Σε όσους είχαν υψηλότερο NLR, ο κίνδυνος ήταν αισθητά αυξημένος.
Οι ερευνητές βρήκαν επίσης ότι η σχέση αυτή ήταν ισχυρότερη σε γυναίκες και σε ισπανόφωνους. Το εύρημα δεν σημαίνει ότι αυτές οι ομάδες θα εμφανίσουν απαραίτητα άνοια, αλλά ότι ο συγκεκριμένος δείκτης φάνηκε να συνδέεται πιο έντονα με τον μελλοντικό κίνδυνο σε αυτές τις πληθυσμιακές ομάδες. Γιατί όμως μπορεί να συμβαίνει αυτό; Τα τελευταία χρόνια αυξάνονται τα στοιχεία ότι η χρόνια φλεγμονή παίζει ρόλο στην εκφύλιση του εγκεφάλου. Πέρα από τις γνωστές πρωτεΐνες αμυλοειδές και ταυ, οι επιστήμονες εξετάζουν όλο και περισσότερο πώς το ανοσοποιητικό σύστημα επηρεάζει την πορεία της νόσου Αλτσχάιμερ.
Τα ουδετερόφιλα, ειδικά, θεωρούνται σημαντικοί παίκτες της έμφυτης ανοσίας. Ορισμένες μελέτες έχουν δείξει ότι μπορούν να εμπλέκονται σε βλάβες του αιματοεγκεφαλικού φραγμού ή να ενισχύουν φλεγμονώδεις μηχανισμούς που σχετίζονται με νευροεκφυλισμό. Ο αυξημένος NLR ίσως αποτελεί ένα έμμεσο σήμα ότι τέτοιες διεργασίες βρίσκονται σε εξέλιξη.
Ποιες οι προοπτικές της μελέτης
Παρά τους όποιους περιορισμούς, οι ειδικοί θεωρούν το εύρημα σημαντικό. Ο λόγος είναι ότι πρόκειται για έναν φθηνό, εύκολα διαθέσιμο δείκτη, που υπάρχει ήδη σε εκατομμύρια ιατρικούς φακέλους. Αν επιβεβαιωθεί από νέες μελέτες, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί μαζί με άλλους παράγοντες για καλύτερη εκτίμηση κινδύνου.
Το επόμενο βήμα θα είναι να εξεταστεί αν η μείωση της χρόνιας φλεγμονής μέσω άσκησης, σωστής διατροφής, ελέγχου βάρους, καλού ύπνου και αντιμετώπισης νοσημάτων μπορεί να μειώσει και τον κίνδυνο άνοιας. Επίσης, οι ερευνητές θέλουν να δουν αν οι μεταβολές του NLR με την πάροδο του χρόνου λένε περισσότερα από μια μόνο μέτρηση. Μέχρι τότε, το μήνυμα παραμένει σαφές: η υγεία του εγκεφάλου δεν είναι ανεξάρτητη από την υγεία του σώματος. Η φλεγμονή που φαίνεται στο αίμα ίσως αντανακλά διεργασίες που επηρεάζουν αργότερα και τη μνήμη.