Η απίθανη ιστορία του πιο «φτωχού» δισεκατομμυριούχου της λίστας Forbes - Πέθανε σχεδόν άφραγκος
Ο Τσακ Φίνεϊ, δισεκατομμυριούχος και φιλάνθρωπος, δημιούργησε, πλούτισε, δώρισε, ξεχώρισε και τελικά πέθανε ευτυχισμένος, τιμώντας τη φιλοσοφία ζωής που του είχε εμφυσήσει η οικογένειά του.
Πίστευε ότι τα αμύθητα πλούτη γίνονται εμπόδιο όταν απλώς μεταφέρονται από γενιά σε γενιά, χωρίς συγκεκριμένο σκοπό. Για εκείνον, τα χρήματα είχαν αξία μόνο αν χρησιμοποιούνταν για να αλλάξουν ζωές όσο ο δωρητής ήταν ακόμη «παρών» για να δει με τα μάτια του το αποτέλεσμα του «δούναι», χωρίς να περιμένει το «λαβείν»!
Ο Τσακ Φίνεϊ, δισεκατομμυριούχος και φιλάνθρωπος, δημιούργησε, πλούτισε, δώρισε, ξεχώρισε και τελικά πέθανε ευτυχισμένος, τιμώντας τη φιλοσοφία ζωής που του είχε εμφυσήσει η οικογένειά του. «Giving While Living», δηλαδή να δίνεις όσο ζεις. Και το πήγε μέχρι τέλους, τιμώντας το μότο της ζωής του.
Γι’ αυτό και η ιστορία του αξίζει να ειπωθεί. Όχι για τον τρόπο που ένα παιδί από μια φτωχογειτονιά του Νιού Τζέρσεϊ έγινε ζάμπλουτο, αλλά για τον τρόπο που το ίδιο παιδί αποφάσισε να «δωρίσει» αυτήν την περιουσία. Άλλωστε όπως έχει γράψει κι ο ίδιος: «Πιστεύω ότι οι άνθρωποι με μεγάλη περιουσία δημιουργούν δυνητικά προβλήματα για τις μελλοντικές γενιές, εκτός αν οι ίδιοι αναλάβουν την ευθύνη να χρησιμοποιήσουν τον πλούτο τους όσο ζουν για να στηρίξουν αξιόλογους σκοπούς».
Από φτωχόπαιδο του Νιου Τζέρσεϊ, δισεκατομμυριούχος – Τα πρώτα του βήματα
Ο Τσαρλς Τσάκ Φίνεϊ, γεννήθηκε στις 23 Απριλίου 1931, σε οικογένεια ιρλανδικής καταγωγής της εργατικής τάξης. Ο πατέρας του δούλευε ως ασφαλιστής κι η μητέρα του ήταν νοσοκόμα. Τα χρήματα στο σπίτι όχι απλώς δεν ήταν αρκετά, δεν περίσσευαν ποτέ. Ίσως γι’ αυτό, από μικρός έψαχνε τρόπους να βγάζει μερικά δολάρια παραπάνω. Χριστουγεννιάτικες κάρτες που πουλούσε πόρτα-πόρτα, μικροδουλειές, ο,τιδήποτε θα μπορούσε να ενισχύσει τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Μέχρι και την ολοκλήρωση της υπηρεσίας του στην αμερικανική αεροπορία στην Ιαπωνία, οπότε και φοίτησε στο Πανεπιστήμιο Cornell, μέσω ενός κρατικού προγράμματος που βοηθούσε χιλιάδες βετεράνους να σπουδάσουν μετά τον πόλεμο. Εκεί γράφτηκε η πρώτη σελίδα ενός νέου κεφαλαίου της ζωής του, αφού άρχισε να αναπτύσσει το δαιμόνιο επιχειρηματικό του ένστικτο.
Ένα ένστικτο που αποδείχθηκε αλάθητο, όταν τη δεκαετία του ’60 μαζί με τον συνεργάτη του Ρόμπερτ Μίλερ, ίδρυσε την Duty Free Shoppers (DFS) στο Χονγκ Κονγκ. Μια ιδέα απλή αλλά επαναστατική για την εποχή. Αφορολόγητες αγορές πολυτελών προϊόντων για τους ταξιδιώτες. Και δικαιώθηκε. Η έκρηξη των διεθνών αεροπορικών ταξιδιών μετέτρεψε την DFS σε χρυσωρυχείο και τον Φίνεϊ σε δισεκατομμυριούχο κι επικεφαλής μιας αυτοκρατορίας που έβγαζε, ακατάπαυστα, λεφτά. Τόσα που το 1988, τον εκτόξευσαν στη θέση 23 της λίστας Forbes, με τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη. Μόνο που στη δική του περίπτωση, υπήρχε ένα πρόβλημα. Ο Φίνεϊ, ήταν στην πραγματικότητα ο πιο… «φτωχός» δισεκατομμυριούχος του κόσμου αφού είχε ήδη μεταβιβάσει κρυφά το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας κι αυτό δεν το γνώριζε κανείς.
Ο μύθος του «μυστικού δισεκατομμυριούχου»
Τα χρόνια που η «μηχανή» της Duty Free Shoppers, «έκοβε» καθημερινά χαρτονομίσματα, εκείνος επέλεγε να ζει λιτά. Σε νοικιασμένα διαμερίσματα, χωρίς αυτοκίνητο, ταξιδεύοντας στην οικονομική θέση, φορώντας ρολόι πέντε δολαρίων και κουβαλώντας τα πράγματά του σε σακούλες σούπερ μάρκετ. Ο Τσακ Φίνεϊ, πατέρας πέντε παιδιών, δεν ήταν ένας τυπικός δισεκατομμυριούχος, με χλιδάτη ζωή, ακριβά γούστα, γιοτ και επαύλεις. Ήταν ακριβώς το αντίθετο. Το ίδιο και η πρώτη σύζυγός του, που ψώνιζε από εκπτωτικά καταστήματα, όχι από τσιγγουνιά, αλλά από επιλογή και την κοινή πεποίθηση πως ο πλούτος δεν είναι αυτοσκοπός. Είναι το μέσο για να βοηθήσεις τον συνάνθρωπό σου.
Ίσως γι' αυτό και κανείς δεν κατάλαβε τη διαφορά, όταν το 1984 πήρε την απόφαση να δωρίσει -σταδιακά- την περιουσία του. Όλη. Όχι ένα μέρος της. Και για να το κάνει αυτό, σωστά και με το μεγαλύτερο ανθρωπιστικό αποτύπωμα, ίδρυσε το Atlantic Philanthropies. Ένα ίδρυμα στο οποίο μετέφερε μυστικά μετοχές αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων της DFS και το οποίο διατηρούσε 10 γραφεία σε ολόκληρο τον πλανήτη κι απασχολούσε περισσότερους από 300 εργαζομένους. Τόσους, ώστε να εντοπίζουν, να ερευνούν και να προωθούν χρήματα σε ανθρώπους και δομές που τα είχαν ανάγκη.
Μια δράση που κατάφερνε να την κρατά κάτω από το ραντάρ, με αποτέλεσμα ακόμα και οι πιο στενοί του συνεργάτες να μην γνωρίζουν πως στην ουσία δεν κατείχε την ίδια του την εταιρεία. Κι αυτό, γιατί πανεπιστήμια, νοσοκομεία, οργανισμοί που έβλεπαν το χέρι βοηθείας που τους έτεινε, μέσω των δωρεών, δεν επιτρεπόταν να μιλήσουν, να ευχαριστήσουν τον ευεργέτη τους. Έναν άνθρωπο που προτιμούσε να ζει στην αφάνεια, να απέχει από εκδηλώσεις, τα φώτα της δημοσιότητας και τις τιμητικές πλακέτες. Έτσι γεννήθηκε ο «μύθος του μυστικού δισεκατομμυριούχου».
Forbes: Ο «James Bond» της φιλανθρωπίας
Το ίδιο περιοδικό που τον είχε συμπεριλάβει στους δισεκατομμυριούχους του πλανήτη, το ίδιο άρχισε να τον αποκαλεί τα επόμενα χρόνια στα άρθρα του o «James Bond της φιλανθρωπίας». Γιατί για τον Φίνεϊ αυτή έπρεπε να μοιάζει περισσότερο με αποστολή παρά με δημόσιες σχέσεις. Ακόμα και το 1997, όταν η «κουρτίνα» μπροστά από την ανωνυμία του τραβήχτηκε εξαιτίας μια επιχειρηματικής διαμάχης που τον ανάγκασε να αποκαλύψει ότι εκείνος βρισκόταν πίσω από τόσες δωρεές, δεν πτοήθηκε και συνέχισε ακάθεκτος.
Μάλιστα, τον Φεβρουάριο του 2011 έγινε πρόθυμα μέλος του «Giving Pledge». Μιας παγκόσμιας φιλανθρωπικής δράσης, που ξεκίνησε από τους Γουόρεν Μπάφετ και Μπιλ Γκέιτς, η οποία καλεί τους πλουσιότερους ανθρώπους του κόσμου να δεσμευτούν δημόσια ότι θα διαθέσουν την πλειονότητα της περιουσίας τους σε φιλανθρωπικούς σκοπούς, είτε κατά τη διάρκεια της ζωής τους, είτε μέσω της διαθήκης τους. Τότε έγραφε χαρακτηριστικά σε επιστολή προς τους δύο εμπνευστές του εγχειρήματος…
«Δεν μπορώ να σκεφτώ μια πιο προσωπικά ανταποδοτική και κατάλληλη χρήση του πλούτου από το να δίνει κανείς όσο ζει. Να αφιερώνει ο ίδιος τον εαυτό του σε ουσιαστικές προσπάθειες για τη βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης. Ακόμη πιο σημαντικό, οι ανάγκες του σήμερα είναι τόσο μεγάλες και ποικίλες, ώστε η έξυπνη φιλανθρωπική στήριξη και οι θετικές παρεμβάσεις μπορούν να έχουν μεγαλύτερη αξία και επίδραση σήμερα, παρά αν καθυστερήσουν μέχρι τη στιγμή που οι ανάγκες αυτές θα είναι ακόμη μεγαλύτερες».
Τελικά, μέσω της Atlantic Philanthropies πρόσφερε πάνω από 8 δισεκατομμύρια δολάρια σε πέντε ηπείρους, ενώ του είχαν απομείνει περίπου 2 εκατομμύρια για τον ίδιο και τη δεύτερη σύζυγό του. Εκπαίδευση, υγεία, έρευνα, κοινωνία, ανθρώπινα δικαιώματα. Φρόντισε να αφήσει το σημάδι του παντού. Τα τελευταία 7 εκατομμύρια δολάρια που διέθετε, τα δώρισε στον αποδέκτη των πρώτων του φιλανθρωπικών δωρεών. Στο Πανεπιστήμιο που είχε σπουδάσει. Το Πανεπιστήμιο Cornell.
Κι ολα αυτά, μέχρι το 2020 οπότε και το ίδρυμα έκλεισε τις πύλες του κι επίσημα έχοντας ολοκληρώσει την αποστολή του. Να ξοδέψει όλη την περιουσία του ιδρυτή του πριν εκείνος πεθάνει. Κι όταν αυτό συνέβη το 2023, σε ηλικία 92 ετών, ο Φίνεϊ δεν ήταν πλέον δισεκατομμυριούχος, δεν είχε αφήσει εκατομμύρια στα παιδιά του που ωστόσο τα είχε βοηθήσει να πορευθούν στη ζωή, αλλά είχε καταφέρει να γράψει το όνομά του στις σελίδες της ιστορίας με γράμματα φωτεινά.
Όπως σχολίασε για τη βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2007 με τίτλο «Ο δισεκατομμυριούχος που δεν ήταν», ένας από τους πιο σημαντικούς κι αναγνωρισμένους διανοούμενους και αρθρογράφους της Ιρλανδίας και των The Irish Times, ο Φίνταν Ο’Τουλ: «Πρόκειται για μια επική ιστορία που θα μπορούσε να γίνει εξαιρετική ταινία, αν το ηθικό της δίδαγμα δεν ερχόταν σε τόσο ισχυρή αντίθεση με τη μεγάλη αφήγηση της εποχής της απληστίας μας… αποδίδει πλήρως τη συνειδητοποίηση του Φίνεϊ ότι ο πλούτος -ακόμη κι όταν αποκτάται πουλώντας ποτά και τσιγάρα στα αεροδρόμια- δεν είναι αφορολόγητος».
Ταπεινή απόδειξη της προσφοράς του; Μια διάφανη πλακέτα, πάνω σ’ ένα μικρό τραπέζι στη λιτή κουζίνα του σπιτιού του στο Σαν Φρανσίσκο, όπου πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του και στην οποία αναγράφονταν τα εξής: «Συγχαρητήρια στον Τσακ Φίνεϊ για τα 8 δισεκατομμύρια δολάρια σε φιλανθρωπικές δωρεές».