Η χαμένη ώρα: Το κόστος της κίνησης και πώς η ευέλικτη εργασία επιστρέφει ζωή και παραγωγικότητα
Η καθημερινή μετακίνηση των εργαζομένων στην Αθήνα είναι μια πραγματική «Οδύσσεια». Αυτή η αναγκαστική, χρονοβόρα μετακίνηση, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος, στρεβλώνει την ελληνική αγορά εργασίας.
Ξυπνάτε με κακή διάθεση, μόνο και μόνο επειδή γνωρίζετε πως σας περιμένει μία, μιάμιση ώρα ή και περισσότερο πίσω από το τιμόνι εγκλωβισμένοι στην κίνηση ή στριμωγμένοι στα μέσα μαζικής μεταφοράς;
Η καθημερινή μετακίνηση των εργαζομένων στην Αθήνα είναι μια πραγματική «Οδύσσεια». Η πρωτεύουσα, που φιλοξενεί πληθυσμό μεγαλύτερο από τις αντοχές της, έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις λιγότερο φιλικές πόλεις για μετακινήσεις. Οι ανεπαρκείς υποδομές αδυνατούν να υποστηρίξουν τον τεράστιο όγκο οχημάτων και επιβατών, μετατρέποντας τον δρόμο για τη δουλειά σε μια αγχωτική δοκιμασία.
Αυτή η αναγκαστική, χρονοβόρα μετακίνηση, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος, στρεβλώνει την ελληνική αγορά εργασίας.
Σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία του Numbeo (που βασίζονται σε δεδομένα χρηστών), ο συνολικός μέσος χρόνος μονής διαδρομής (one-way commute time) στην Αθήνα υπολογίζεται σε περίπου 37,25 λεπτά. Ειδικότερα, για μονή διαδρομή με το αυτοκίνητο κάποιος δαπανά περίπου 38,56 λεπτά. Με τα μέσα μαζικής μεταφοράς (λεωφορείο/τρόλεϊ): Περίπου 55,83 λεπτά κυρίως λόγω αναμονής και περπατήματος, ενώ με το μετρό/τρένο, περίπου 44,98 λεπτά.
Η ευελιξία ως «κλειδί» επανένταξης
Σε αυτό το πλαίσιο, η υβριδική εργασία αναδεικνύεται σε στρατηγική λύση, τόσο για την παραγωγικότητα όσο και για την επανένταξη ταλέντου.
Σύμφωνα με την πρόσφατη έκθεση της International Workplace Group (IWG), το 44% των εργαζομένων μερικής απασχόλησης θα επέστρεφε στην αγορά εργασίας χάρη στην ευελιξία. Το 55% των εργαζομένων θα σκεφτόταν την παραίτηση αν αναγκαζόταν να διανύει ξανά μεγάλες αποστάσεις. Το αυξημένο κόστος μετακίνησης είναι το βασικότερο αντικίνητρο, καθώς 4 στους 10 πρώην εργαζόμενους αποφεύγουν την επιστροφή για οικονομικούς λόγους. Η ευελιξία λειτουργεί θετικά και για τους ενεργούς εργαζόμενους: Το 63% δηλώνει ότι θα αύξανε τις ώρες εργασίας του αν είχε μεγαλύτερη ευελιξία, ενώ το 45% καθυστέρησε τη συνταξιοδότηση χάρη σε αυτήν.
Την ίδια ώρα, η έρευνα κατέδειξε ότι το μεγαλύτερο αντικίνητρο για την παραμονή ή την επανένταξη των ημιαπασχολούμενων στο εργατικό δυναμικό είναι το αυξημένο κόστος μετακίνησης. Δεν προκαλεί έκπληξη, λοιπόν, ότι το 40% των εργαζομένων με καθεστώς μερικής απασχόλησης δήλωσε πως θα εγκατέλειπε εντελώς την εργασία του, εάν έπρεπε να μετακινείται καθημερινά σε ένα γραφείο στο κέντρο της πόλης.
Το ποσοστό μερικής απασχόλησης στην Ελλάδα ανέρχεται σε 5,6% (ΕΛΣΤΑΤ Δ΄ τρίμηνο του 2024). Οι ανάγκες αυτών των εργαζομένων αποτελούν βασική παράμετρο για τους εργοδότες, προκειμένου να διατηρήσουν τα ταλέντα και να ενισχύσουν την ανάπτυξη. Σχεδόν οι μισοί (49%) εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης που συμμετείχαν στην έρευνα δήλωσαν ότι θα εξέταζαν σοβαρά το ενδεχόμενο αποχώρησης, εάν οι εργοδότες αρνούνταν την ευέλικτη εργασία.
Οι «εγκλωβισμένοι» στο γραφείο αναζητούν «απόδραση»
Ομοίως, το ένα τρίτο (31%) όσων εργάζονται αποκλειστικά από το γραφείο, αναζητούν ήδη νέους ρόλους, ενώ το 55% των εργαζομένων με ημιαπασχόληση δήλωσε ότι θα παραιτούνταν, εάν έπρεπε να διανύει μεγάλες αποστάσεις για να φτάσει στον χώρο εργασίας τους.
Από την άλλη πλευρά, η ευελιξία στην εργασία αποτελεί το «κλειδί» για την επανένταξη των ημιαπασχολούμενων στο εργατικό δυναμικό, με το 55% των ερωτηθέντων να δηλώνει ότι θα επέστρεφε στην αγορά εργασίας, εφόσον είχε τη δυνατότητα ενός ευέλικτου μοντέλου απασχόλησης. Επιπλέον, το 57% ανέφερε ότι η εργασία σε τοπικά γραφεία με ευέλικτο εργασιακό περιβάλλον, καθιστά την επιστροφή πιο ελκυστική. Παράλληλα, περίπου 6 στους 10 (63%) εργαζόμενους μερικής απασχόλησης δήλωσαν ότι θα εξέταζαν το ενδεχόμενο αύξησης των ωρών εργασίας τους, εάν μπορούσαν να εργάζονται με μεγαλύτερη ευελιξία.
Η μερική απασχόληση αποτελεί σημαντική επιλογή για όσους βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση. Το 45% των ερωτηθέντων αναφέρει ότι κατάφερε να παραμείνει στην αγορά εργασίας καθυστερώντας τη συνταξιοδότηση χάρη στην ευελιξία που προσφέρει αυτό το μοντέλο εργασίας.
Η έρευνα κατέληξε επίσης, στο ότι το αυξανόμενο κόστος μετακίνησης αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για τους εργαζόμενους μερικής απασχόλησης που επιθυμούν να παραμείνουν ή να επανενταχθούν στο εργατικό δυναμικό. Τέσσερις στους δέκα πρώην εργαζόμενους μερικής απασχόλησης (41%) δήλωσαν ότι απέφυγαν να επιστρέψουν στην εργασία λόγω του κόστους μετακίνησης, ενώ το 44% όσων εργάζονται σήμερα με μερική απασχόληση ήδη δηλώνει πως δυσκολεύεται οικονομικά να διατηρήσει τη θέση του.
Ο Mark Dixon, διευθύνων σύμβουλος της International Workplace Group, δήλωσε: «Το υψηλό κόστος μετακίνησης, σε συνδυασμό με την περιορισμένη ευελιξία, αποτελεί πρόκληση για πολλούς εργαζόμενους μερικής απασχόλησης. Παρέχοντας περισσότερες επιλογές ευέλικτης εργασίας, οι επιχειρήσεις μπορούν όχι μόνο να διατηρήσουν τα πολύτιμα μέλη των ομάδων τους, αλλά και να επαναφέρουν ταλαντούχους επαγγελματίες στο εργατικό τους δυναμικό. Δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης αντιπροσωπεύουν σημαντικό ποσοστό της αγοράς εργασίας, η συμβολή τους στην παραγωγικότητα είναι ουσιαστική και δεν μπορεί να αγνοηθεί».