Ο Μ. Καραγάτσης δεν υπήρξε και δεν προσπάθησε να γίνει ποτέ βολικός συγγραφέας. Ούτε για την εποχή του, ούτε για τη δική μας. Έγραψε για το σώμα και την επιθυμία, για την εξουσία και το χρήμα, για τη φιλοδοξία, τη βία και την ήττα, χωρίς φίλτρα και χωρίς συγγνώμες. Δημιούργησε ήρωες που δεν ζητούν συμπάθεια και ιστορίες που δεν χαρίζονται στον αναγνώστη.
Από τη Μεγάλη Χίμαιρα και τον Γιούγκερμαν μέχρι τον Κίτρινο Φάκελο και το 10, ο Καραγάτσης έχτισε ένα έργο που συνεχίζει να διχάζει - και ακριβώς γι’ αυτό να αντέχει στον χρόνο. Δεν είναι τυχαίος άλλωστε ο χαρακτηρισμός του long seller που τον ακολουθεί, δηλαδή συγγραφέας που τα βιβλία του συνεχίζουν να πωλούνται και να διαβάζονται στο πέρασμα των χρόνων.
Πίσω από τις σελίδες του, πάντως, κρύβεται ένας άνθρωπος εξίσου αμφιλεγόμενος με τη γραφή του.
Από τον Ροδόπουλο στον συγγραφέα που δε χώρεσε σε καλούπια
Γεννημένος το 1908 ως Δημήτρης Ροδόπουλος, ο Καραγάτσης ανήκει τυπικά στη λεγόμενη «Γενιά του '30». Ουσιαστικά, όμως, κινήθηκε πάντα λίγο πιο πέρα από τα όριά της. Σπούδασε νομικά, χωρίς ποτέ να αγαπήσει πραγματικά τη νομική επιστήμη. Η λογοτεχνία δεν ήταν για εκείνον διαφυγή, ήταν πεδίο σύγκρουσης.
Από τα πρώτα του κείμενα φάνηκε πως δεν τον ενδιέφερε η «ευπρέπεια» των γραμμάτων. Ο ρεαλισμός του είναι ωμός, σχεδόν επιθετικός, και η ματιά του πάνω στον άνθρωπο βαθιά ψυχογραφική. Δεν περιγράφει απλώς χαρακτήρες, τους απογυμνώνει. Και μαζί τους, απογυμνώνει και την κοινωνία που τους γεννά.
Ένας χαρακτήρας αντιφατικός και δύσκολος
Στην προσωπική του ζωή, ο Καραγάτσης υπήρξε έντονη προσωπικότητα. Παρορμητικός, σίγουρος για τον εαυτό του, συχνά προκλητικός. Δεν επιδίωκε την αποδοχή και δεν φοβόταν τη σύγκρουση. Οι απόψεις του -λογοτεχνικές, κοινωνικές, πολιτικές- δεν ήταν πάντα εύπεπτες, ούτε καν «ορθές» με τα σημερινά μέτρα. Ήταν όμως ειλικρινείς.
Την ίδια στιγμή, πίσω από την εξωστρέφεια και την οξύτητα, κρυβόταν ένας βαθιά ανήσυχος άνθρωπος. Ένας συγγραφέας που τον ενδιέφερε εμμονικά η ανθρώπινη φύση: τα κίνητρα, οι αδυναμίες, η σκοτεινή πλευρά του πάθους. Ό,τι απέφευγαν πολλοί σύγχρονοί του, εκείνος το έβαζε στο κέντρο της αφήγησης.
Κατηγορήθηκε από πολλούς για προχειρότητα και ότι δεν ενδιαφερόταν για την επιμέλεια της μορφής των έργων του. Τα χειρόγραφά του δείχνουν ότι σπάνια έκανε αλλαγές στα έργα του, απόδειξη όχι προχειρότητας, αλλά της αφηγηματικής του ευχέρειας.
Το «Μ.» του Καραγάτση
Η υπογραφή Μ. Καραγάτσης δεν ήταν μια απλή αισθητική επιλογή. Το αρχικό «Μ.», που πολλοί θεωρούσαν ότι αντιστοιχεί στο «Μιχάλης», λειτουργεί ως φίλτρο ανάμεσα στον άνθρωπο και τον συγγραφέα, ως μια σκόπιμη απόσταση από το πλήρες βαφτιστικό του όνομα. Ο Δημήτρης Ροδόπουλος δεν ήθελε να εμφανίζεται αυτούσιος στη λογοτεχνία του. Ήθελε ένα όνομα-προσωπείο, πίσω από το οποίο μπορούσε να γράφει χωρίς να απολογείται.
Σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, το «Μ.» προήλθε από το ρωσικό όνομα «Μίτια», τη χαϊδευτική εκδοχή του Δημήτρη. Έτσι τον αποκαλούσαν φίλοι και συμφοιτητές του - όχι τυχαία. Ο Καραγάτσης είχε βαθιά αγάπη για τη ρωσική λογοτεχνία και ιδιαίτερα για τον Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι. Οι Αδελφοί Καραμαζόφ υπήρξαν για εκείνον κάτι περισσότερο από ένα σπουδαίο μυθιστόρημα: ένας πνευματικός τόπος αναφοράς.
Η συγγένεια είναι εμφανής. Έντονη ψυχογραφία, ηθικά διλήμματα χωρίς καθαρές απαντήσεις, χαρακτήρες που κινούνται στα όρια της ενοχής, της επιθυμίας και της αυτοκαταστροφής. Το «Μ.» λειτουργεί έτσι σαν διακριτική, αλλά ουσιαστική αναφορά σε αυτή τη ρωσική σκιά που πλανάται πάνω από το έργο του.
Το «Καραγάτσης», εμπνευσμένο από το ανθεκτικό δέντρο καραγάτσι (τη γνωστή φτελιά, που αγαπούσε τόσο), συμπληρώνει το παζλ: ρίζες βαθιές, κορμός σκληρός, κλαδιά απλωμένα απρόβλεπτα. Μαζί, σχηματίζουν ένα όνομα βαρύ, αυστηρό, καθαρά συγγραφικό.
Η Μεγάλη Χίμαιρα, ο μύθος της επιθυμίας
Η Μεγάλη Χίμαιρα αποτελεί το κορυφαίο, αναμφισβήτητα, έργο του. Ένα μυθιστόρημα που ξεπερνά τα όρια της ελληνικής πεζογραφίας και συνομιλεί με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία. Η Μαρίνα, η ξένη γυναίκα που προσπαθεί να ριζώσει σε έναν τόπο που δεν την αποδέχεται ποτέ πραγματικά, γίνεται σύμβολο της ανεκπλήρωτης επιθυμίας, της πολιτισμικής σύγκρουσης και της γυναικείας μοναξιάς.
Ο Καραγάτσης δεν την εξιδανικεύει. Τη σπρώχνει στα άκρα. Και μαζί της σπρώχνει και τον αναγνώστη, αναγκάζοντάς τον να αντιμετωπίσει το τίμημα των επιλογών και των ονείρων.
Γιούγκερμαν, ο αντιήρωας μιας κυνικής εποχής
Με τον Γιούγκερμαν, ο Καραγάτσης δημιουργεί έναν από τους πιο σύνθετους και προκλητικούς χαρακτήρες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Έναν άνθρωπο που επιβιώνει χάρη στην εξυπνάδα, τον κυνισμό και την προσαρμοστικότητά του. Δεν είναι ήρωας προς μίμηση. Είναι καθρέφτης μιας εποχής όπου οι ηθικές βεβαιότητες καταρρέουν.
Ο συγγραφέας δεν τον δικαιολογεί. Δεν τον καταδικάζει. Τον παρατηρεί. Και αυτή η ψυχρή παρατήρηση είναι ίσως το πιο ενοχλητικό - αλλά και το πιο λογοτεχνικά έντιμο - στοιχείο του έργου.
Ο Κίτρινος Φάκελος, το παρασκήνιο και οι ανθρώπινες σκιές
Στον Κίτρινο Φάκελο, ο Καραγάτσης στρέφει το βλέμμα του στο πολιτικό πεδίο. Όχι με όρους καταγγελίας ή ιδεολογικού μανιφέστου, αλλά ως μελέτη εξουσίας. Μηχανισμοί, συμφέροντα, μικρές και μεγάλες σκοπιμότητες. Η πολιτική παρουσιάζεται ως ανθρώπινο παιχνίδι δύναμης - και γι’ αυτό το έργο παραμένει διαχρονικό.
Το 10, Το κύκνειο άσμα
Το 10 είναι μικρό σε έκταση, αλλά μεγάλο σε ένταση. Ένα έργο που αποδεικνύει ότι ο Καραγάτσης μπορούσε να είναι εξίσου αποτελεσματικός και σε μικρή φόρμα. Η ψυχολογική πίεση, η ηθική αμφισημία και η αφηγηματική ακρίβεια λειτουργούν εδώ σχεδόν χειρουργικά.
Το 10 αποτελεί το κύκνειο άσμα του Καραγάτση. Προς το τέλος της ζωής του σχεδίαζε μια ενότητα τεσσάρων έργων, από την οποία πρόλαβε να ξεκινήσει μόνο αυτό.
Πέθανε ενώ έγραφε το χειρόγραφο του 10, κυριολεκτικά με την πένα στο χέρι. Γι' αυτό και το βιβλίο τελειώνει με τη φράση που έγραψε τελευταία ο Καραγάτσης πριν ξεψυχήσει: «Ας γελάσω!».
Ένας συγγραφέας που δεν ζήτησε συγχώρεση
Ο Μ. Καραγάτσης έφυγε πρόωρα, το 1960, αφήνοντας πίσω του ένα έργο ανολοκλήρωτο, αλλά βαρύ. Δεν έγινε ποτέ «εύκολος» κλασικός. Και ίσως αυτό να είναι το μεγαλύτερο πλεονέκτημά του. Διαβάζεται ακόμα με θαυμασμό και με έντονη κριτική - για τις απόψεις του, για τον τρόπο που απεικόνισε τις γυναίκες, για τον κυνισμό του.
Όμως κανείς δεν μπορεί να τον αγνοήσει. Και αυτό είναι το πραγματικό μέτρο της μεγάλης λογοτεχνίας. Ο Καραγάτσης δεν ζητά την αγάπη μας. Ζητά την προσοχή μας. Και εξακολουθεί να την κερδίζει.