Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διαβάσει τον εγκέφαλο και να προλάβει αυτοκτονίες
Η «ανάγνωση» εγκεφάλου μπορεί να βοηθήσει στον έγκαιρο εντοπισμό αυτοκτονικού ιδεασμού.
Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να «διαβάσει» την ανθρώπινη σκέψη και μάλιστα να εντοπίσει αυτοκτονικές σκέψεις. Ακούγεται σαν επιστημονική φαντασία, ωστόσο μια νέα έρευνα δείχνει ότι ίσως βρισκόμαστε πολύ κοντά σε πρακτική εφαρμογή, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ψυχική υγεία. Επιστήμονες εντόπισαν συγκεκριμένα μοτίβα εγκεφαλικής δραστηριότητας που διαφοροποιούν νέους ανθρώπους με αυτοκτονικές σκέψεις από όσους δεν αντιμετωπίζουν τέτοια ζητήματα.
Μέχρι σήμερα, η αξιολόγηση της ψυχικής κατάστασης βασίζεται κυρίως σε όσα δηλώνουν όσοι συμμετέχουν στις μελέτες. Αυτό όμως δεν είναι πάντα αξιόπιστο, καθώς πολλοί βρίσκονται σε κρίση και δεν μιλούν ανοιχτά για τις σκέψεις τους. Η αναζήτηση ενός «βιολογικού δείκτη» στον εγκέφαλο θα μπορούσε να αλλάξει τα δεδομένα, προσφέροντας ένα εργαλείο έγκαιρης παρέμβασης σε άτομα που δεν ζητούν βοήθεια.
Όταν ο εγκέφαλος συνδέει τον θάνατο με το «εγώ»
Προηγούμενες μελέτες είχαν ήδη δείξει ότι άτομα με αυτοκτονικό ιδεασμό τείνουν να συνδέουν υποσυνείδητα τον εαυτό τους με την έννοια του θανάτου. Σε τεστ λέξεων, για παράδειγμα, αντιδρούν πιο γρήγορα όταν καλούνται να συνδέσουν έννοιες όπως «θάνατος» ή «κηδεία» με λέξεις που αφορούν τον εαυτό τους. Το ερώτημα ήταν αν αυτή η ψυχολογική σύνδεση αφήνει και «αποτύπωμα» στον εγκέφαλο.
Για να το διερευνήσουν, οι ερευνητές σχεδίασαν ένα πείραμα με νεαρούς ενήλικες, χωρίζοντάς τους σε δύο ομάδες: εκείνους που βίωναν αυτοκτονικές σκέψεις και εκείνους χωρίς ιστορικό ψυχικών διαταραχών. Οι δύο ομάδες ήταν συγκρίσιμες ως προς ηλικία, φύλο και γνωστικές ικανότητες, ώστε τα αποτελέσματα να μην επηρεάζονται από άλλους παράγοντες.
Η καταγραφή της εγκεφαλικής δραστηριότητας έγινε μέσω λειτουργικής μαγνητικής τομογραφίας (fMRI), μιας μεθόδου που ανιχνεύει ποια σημεία του εγκεφάλου ενεργοποιούνται κατά τη διάρκεια μιας σκέψης. Οι συμμετέχοντες έβλεπαν λέξεις στην οθόνη και καλούνταν να σκεφτούν το νόημά τους. Οι λέξεις κάλυπταν τέσσερις κατηγορίες: σχετικές με την αυτοκτονία, θετικές, αρνητικές και γενικές έννοιες στάσεων.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν ήταν απλώς ποιες περιοχές ενεργοποιούνταν, αλλά πώς οργανωνόταν αυτή η δραστηριότητα. Οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν αλγορίθμους μηχανικής μάθησης για να εντοπίσουν μοτίβα που επαναλαμβάνονταν. Εστίασαν ιδιαίτερα σε περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με την αυτοαναφορά, δηλαδή όταν σκεφτόμαστε τον εαυτό μας.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι το σύστημα μπορούσε να διακρίνει τις δύο ομάδες με μέτρια αλλά σταθερή ακρίβεια, βασιζόμενο αποκλειστικά στην αντίδραση του εγκεφάλου σε λέξεις σχετικές με τον θάνατο. Με απλά λόγια, όταν άτομα με αυτοκτονικό ιδεασμό σκεφτόντουσαν έννοιες όπως «θάνατος» ή «κηδεία», ενεργοποιούνταν πιο έντονα περιοχές που συνδέονται με την αυτοαντίληψη.
Αυτό υποδηλώνει ότι για αυτούς τους ανθρώπους, ο θάνατος δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, αλλά συνδέεται άμεσα με την εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους. Αντίθετα, στους υπόλοιπους συμμετέχοντες, αυτές οι έννοιες δεν «άγγιζαν» τις ίδιες εγκεφαλικές περιοχές. Η διαφορά αυτή φαίνεται να είναι εξειδικευμένη και όχι γενικευμένη σε όλα τα αρνητικά συναισθήματα.
Παρά τους όποιους περιορισμούς οι προοπτικές είναι σημαντικές. Η μελέτη φωτίζει κάτι βαθύτερο: τον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος οργανώνει τις έννοιες. Αν η σύνδεση «εγώ – θάνατος» μπορεί να εντοπιστεί και, ενδεχομένως, να αποδυναμωθεί θεραπευτικά, τότε ανοίγει ένας νέος δρόμος για την πρόληψη της αυτοκτονίας. Όχι μέσω υποθέσεων, αλλά μέσα από μετρήσιμα δεδομένα του ίδιου του εγκεφάλου.