Το 1971 κυκλοφορεί στις ΗΠΑ ένα από τα πιο παράδοξα βιβλία της σύγχρονης εκδοτικής ιστορίας. Το Κλέψε αυτό το βιβλίο του ακτιβιστή Άμπι Χόφμαν δεν είναι απλώς ένας τίτλος που προκαλεί. Είναι μια πολιτική δήλωση, μια πρόκληση προς το ίδιο το σύστημα της κατανάλωσης και της ιδιοκτησίας και ταυτόχρονα ένα έργο που έμεινε στην ιστορία για έναν ακόμη λόγο: Κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα πόσο «πούλησε».
Ο Χόφμαν, εμβληματική μορφή του αμερικανικού αντιπολεμικού και αντικουλτουραλικού κινήματος της δεκαετίας του ’60, έγραψε το βιβλίο μέσα σε ένα κλίμα έντονης κοινωνικής αναταραχής. Μέλος των Yippies και μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φιγούρες των διαδηλώσεων της εποχής, επιδίωκε να μετατρέψει την πολιτική σε πράξη καθημερινής αντίστασης.
Το βιβλίο του δεν ήταν θεωρητικό δοκίμιο, αλλά ένα «εγχειρίδιο επιβίωσης» έξω από το σύστημα που αποκαλούσε «Αμερική-φυλακή».
Ένα «εγχειρίδιο επιβίωσης» έξω από το σύστημα
Το Κλέψε αυτό το βιβλίο χωρίζεται σε ενότητες όπως Survive, Fight και Liberate, προσφέροντας συμβουλές για εναλλακτικούς τρόπους ζωής, συλλογική οργάνωση και δράση ενάντια στην κρατική και οικονομική εξουσία. Ο προκλητικός τίτλος του, όμως, ήταν αυτό που το έκανε αμέσως διαβόητο. Πολλά βιβλιοπωλεία αρνήθηκαν να το τοποθετήσουν στα ράφια τους, ενώ ορισμένοι διανομείς δίστασαν να το προωθήσουν λόγω του κινδύνου να θεωρηθεί ότι ενθαρρύνει παράνομες πράξεις.
Αυτό το «εμπόδιο» στη διανομή συνέβαλε στη δημιουργία ενός μοναδικού φαινομένου: Ενός βιβλίου που ήταν ταυτόχρονα best seller και underground σύμβολο. Σύμφωνα με διαθέσιμα στοιχεία, οι πρώτες εκδόσεις του πούλησαν εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα. Ωστόσο, η πραγματική του διάδοση παραμένει ασαφής. Πολλά αντίτυπα κυκλοφορούσαν εκτός επίσημων καναλιών, δανείζονταν, αντιγράφονταν ή περνούσαν από χέρι σε χέρι μέσα σε κοινότητες της αντικουλτούρας.
Έτσι γεννήθηκε και ο μύθος, ότι κανείς δεν ξέρει πραγματικά τις πωλήσεις του. Στην πραγματικότητα, τα επίσημα στοιχεία υπάρχουν, αλλά δεν αποτυπώνουν το σύνολο της κυκλοφορίας. Το βιβλίο ξεπέρασε τον παραδοσιακό μηχανισμό αγοράς και πώλησης, λειτουργώντας περισσότερο ως ιδέα παρά ως εμπορικό προϊόν.
Η ειρωνεία που το έκανε θρύλο
Η ίδια η φιλοσοφία του Hoffman ενίσχυσε αυτή την αντίφαση. Το βιβλίο καλεί τους αναγνώστες να αμφισβητήσουν την έννοια της ιδιοκτησίας και της κατανάλωσης ακόμη και αν αυτό σημαίνει να «κλαπεί» το ίδιο το βιβλίο. Έτσι, το έργο μετατράπηκε σε ένα είδος ζωντανής ειρωνείας: ένα εμπορικό προϊόν που υπονομεύει τη δική του εμπορικότητα.
Περισσότερο από πέντε δεκαετίες μετά, το Κλέψε αυτό το βιβλίο παραμένει σημείο αναφοράς όχι μόνο για την πολιτική ιστορία των ΗΠΑ, αλλά και για τη σχέση ανάμεσα στην κουλτούρα, την αγορά και την αντίσταση. Δεν είναι απλώς ένα βιβλίο που πούλησε πολύ ή λίγο. Είναι ένα βιβλίο που αρνήθηκε να μετρηθεί με τους συνηθισμένους όρους.
Ίσως τελικά αυτή να είναι και η μεγαλύτερη επιτυχία του, ότι δεν μπορεί να χωρέσει εύκολα σε καμία στατιστική.