Κότσιρας: «Υπάρχει ένα κομμάτι των σύγχρονων πολιτικών που τα ονόματά τους θα γραφτούν με μαύρα γράμματα»
Ο τραγουδιστής μίλησε για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, για τη νεολαία, αλλά και το πώς οι γονείς του τον έκαναν να αγαπήσει τη μουσική.
Ο Γιάννης Κότσιρας ήταν καλεσμένος στην εκπομπή του Action 24, «Αστερόσκονη» και μίλησε στον Νίκο Γρίτση για την ελληνική κοινωνία του σήμερα, για τα παιδιά από τα οποία μαθαίνει καθημερινά νέα πράγματα, αλλά και το άγχος που έχει κάθε φορά που ερμηνεύει τραγούδια των μεγάλων μας συνθετών.
«Οι γονείς μου μού είχαν μάθει να αγαπώ πάρα πάρα πολύ την ελληνική μουσική, αλλά ειδικά τους μουσικούς, τους συνθέτες. Φαντάσου ότι η μάνα μου ήταν «ερωτευμένη» με τον Σταύρο Ξαρχάκο. Δεν υπήρχε στιγμή που να μην ακούμε Ξαρχάκο στο σπίτι.
Αυτό, λοιπόν, εμένα δεν μου δημιουργούσε το άγχος του να είμαι, του να ξεχωρίσω, αλλά να είμαι αντάξιος των ανθρώπων αυτών. Δηλαδή της μάνας μου, του πατέρα μου, να νιώθουν περήφανοι. Αν τύχει και με ακούσει ο Ξαρχάκος ή ο Θεοδωράκης ή ο Μικρούτσικος, ο Πλέσσας, ο Λοΐζος, αν τύχει και ακούσουν τον τρόπο που τραγουδάω, να μην νιώσουν αμήχανα, να τους αρέσει αυτό που θα ακούσουν. Να αισθάνονται ότι προστατεύω το έργο τους αντί να το εκθέτω. Οπότε με αυτή τη λογική υπήρχε μια ευθύνη.
Υπήρχε η άγνοια κινδύνη το τι κρύβεται πίσω από όλο αυτό το πράγμα, αλλά ταυτοχρόνως η ευθύνη μου ήταν αυτή. Δηλαδή, θυμάμαι ότι όταν έλεγα «Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα» στο «Περιβόλι του ουρανού», δίπλα στον Στέλιο Βαμβακάρη, το άγχος μου ήταν αν το είπα καλά και γυρνούσα και τον κοιτούσα συνέχεια. Αν έρθει ο κύριος Ξαρχάκος θα του αρέσει. Αυτό ήταν ένα μεγάλο μου άγχος».
«Έχω ανάγκη τα νέα παιδιά για να μαθαίνω πράγματα»
«Είμαι από τους ανθρώπους που δεν είμαι ούτε ισοπεδωτικός και δεν μου άρεσε ποτέ να είμαι και απαισιόδοξος. Εγώ θεωρώ ότι ναι μεν, εμείς ζήσαμε αυτά και διαμόρφωσαν κάποιους χαρακτήρες, τα νέα παιδιά, τα μέχρι 20-25, ζουν άλλα πράγματα. Λείπουν και οι δύο γονείς, πλέον, όλη μέρα, για να μπορέσουν να πληρώσουν ένα νοίκι. Αυτό ακούγεται ως κάτι κοινό, είναι πολύ βαρύ για ένα παιδί. Και το παιδί αυτό αναγκάζεται στα χρόνια να αρχίσει να ψάχνει να βρίσκει διεξόδους αλλού. Εγώ, λοιπόν, πιστεύω ότι θα βρεθούν πράγματα. Βλέπω ήδη, ανάμεσα σε αυτά τα TikTok που συμβαίνουν, από τα ευτράπελα μέχρι το κορίτσι που βάφεται μονίμως και έτσι κερδίζει τα προς το ζην, βλέπω ξαφνικά και κάποια άλλα παιδιά, ίδιας ηλικίας, τα οποία απαγγέλλουν ποίηση. Τα οποία αναλύουν τα πολιτικά γεγονότα με μια σοφία που ούτε εγώ δεν την έχω.
Συμφωνώ ότι όσον αφορά τα βιώματα έχουμε ζήσει δυσκολότερα και ίσως με τους πολέμους που έρχονται να ζήσουμε και ακόμα χειρότερα, αλλά και αυτά τα παιδιά, μέσα από αυτή την ανυπαρξία του ίδιου του κράτους - προστάτη και των ίδιων των γονιών που έχουν γίνει δούλοι για να μπορέσουν να φάνε ένα πιάτο φαγητό, ανακαλύπτουν μια ζωή και μια γνώση που εμείς δεν την είχαμε. Εμείς δεν την είχαμε γιατί ήμασταν, ναι μεν δύσκολα, αλλά βολεμένοι γιατί οι γονείς μας προσφέρανε. Εγώ μεγάλωσα δηλαδή με προσφορά. Ο πατέρας μου έλειπε συνέχεια. Τον έβλεπα πολύ σπάνια, αλλά δεν μου λείψε ποτέ τίποτα. Δεν είχα τα πολλά, αλλά ποτέ δεν μου έλειψε και τίποτα. Τώρα στα παιδιά τους λείπουν οι γονείς τους. Είναι τραγικό. Τι να τα κάνεις τώρα να έχεις και τα κομπιούτερ και τα κινητά, τα ωραία και τα λοιπά. Μου λείπουν από το σπίτι. Μεγαλώνουν, ας πούμε, είτε με τις γιαγιάδες, αν υπάρχουν, είτε μόνα τους.
Επειδή τα νέα τα παιδιά τα λατρεύω, μου έχουν δείξει και τις δύο τους μεριές, ελπίζω και θα τα στηρίζω και θα τα έχω πάντα έννοια. Και θα προσπαθώ να τους απευθύνομαι, όχι γιατί με έχουν ανάγκη, αλλά γιατί τους έχω ανάγκη να μαθαίνω πράγματα. Θέλω να μαθαίνω τη γλώσσα τους. Θέλω να μαθαίνω τι τους δημιουργεί αυτή την ανάγκη να ψάχνονται. Γιατί είναι πιο σοφά σε πολλά πράγματα από εμένα».
«Αυτοί που διαμαρτύρονται θέλουν καλύτερη χώρα»
«Μεγαλώνουμε και σε μια περίεργη κοινωνία. Έχουμε ξεχάσει τη δύναμη των πολλών. Έχουμε ξεχάσει ότι τους πολιτικούς δεν τους θαυμάζουμε, τους πληρώνουμε για να κάνουν τη δουλειά. Είναι υπάλληλοί μας. Δεν μπορούμε να τους θαυμάσουμε. Φερόμαστε ανάποδα σε αυτή τη χώρα. Φερόμαστε σαν να είμαστε εμείς οι δούλοι και αυτοί είναι οι αφέντες μας. Δεν είναι έτσι, παιδιά. Το ανάποδο είναι. Και γι’ αυτό θα πρέπει να αγαπάμε αυτούς που διαμαρτύρονται. Αυτοί που διαμαρτύρονται θέλουν καλύτερη χώρα.
Αν καταλάβουν τα παιδιά τη δύναμή τους, όπως την είχαμε καταλάβει κάποια εποχή και εμείς, τότε θα γίνει πολύ καλύτερος ο κόσμος. Να μην αισθάνονται ότι το παράδειγμα είναι οι ΟΠΕΚΕΠΕδες. Επειδή υπάρχει ατιμωρησία στην Ελλάδα και επειδή οι πολιτικοί μας προστατεύονται πίσω από νόμους που έχουν φτιάξει οι ίδιοι ή ξέρω εγώ υπάρχει ατιμωρησία στη ρεμούλα, στη μίζα, δεν σημαίνει ότι αυτή είναι η κοινωνία. Αυτό θα περάσει. Θα φύγουν αυτοί και θα έρθουν οι επόμενοι, οι οποίοι μπορεί να είναι καλύτεροι και να τους βάλουν στη φυλακή ή δεν ξέρω εγώ τι άλλο. Εμείς θα μείνουμε όμως από πίσω. Τα πολιτικά πρόσωπα είτε θα καταλήξουν στη φυλακή, είτε θα εξαφανιστούν γιατί είναι ασήμαντα στα χρόνια.
Αν καθίσουμε να διαβάσουμε την ελληνική ιστορία, θα δούμε ότι αυτά που έχει καταγράψει ως σημαντικότητες, είναι ή καλλιτέχνες, ή άνθρωποι που άλλαξαν τον κόσμο. Οι υπόλοιποι όλοι δεν έχουν μείνει στην ιστορία καλά. Και εγώ πιστεύω ότι υπάρχει ένα πολύ μεγάλο κομμάτι των σύγχρονων πολιτικών που τα ονόματά τους θα γραφτούν με μαύρα γράμματα. Εμείς ας μην τους ακολουθήσουμε σε αυτό. Ας αλλάξουμε τα πάντα».