Κορονοϊός – ΚΙΝ.ΑΛ – κυβερνητικά μέτρα:Σε θετική κατεύθυνση τα μέτρα της κυβέρνησης όμως λαμβάνονται με καθυστέρηση επισημαίνει το Κίνημα Αλλαγής με αφορμή τα όσα έχουν ανακοινώσει οι υπουργοί Ανάπτυξης, Εργασίας και Οικονομικών. Τονίζει παράλληλα την ανάγκη για αποφασιστική παρέμβαση αναφορικά με το ζήτημα των κόκκινων δανείων.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του κινήματος «αν και καθυστερημένα, το οικονομικό επιτελείο της Κυβέρνησης ανακοίνωσε σήμερα αποφάσεις στο πλαίσιο των προτάσεων που είχαμε εγκαίρως καταθέσει. Τα μέτρα θα κριθούν από το αποτέλεσμά τους και το αποτύπωμά τους στην αγορά εργασίας. Οι έλεγχοι για τη ρήτρα μη απόλυσης πρέπει να είναι διαρκείς. Οι έλεγχοι για τη ρήτρα μη απόλυσης πρέπει να είναι διαρκείς. Η νέα κρίση δεν πρέπει να γίνει η αφορμή για το ξεχείλωμα της εργασίας και την εγκαθίδρυση της επισφάλειας ως βασικό μοντέλο απασχόλησης».

Ειδικά για το θέμα των δανείων το ΚΙΝ.ΑΛ σχολιάζει ότι «ο Υπουργός Οικονομικών περιορίστηκε σε συστάσεις προς τις Τράπεζες, αντί να ανακοινώσει την αναστολή των πλειστηριασμών και την παράταση προστασίας της Α’ κατοικίας, και την επέκταση της αναστολής των δόσεων για τα φυσικά πρόσωπα που είναι σήμερα ως 31-12-2019. Το οικονομικό επιτελείο δεν είπε κουβέντα για τους χιλιάδες δανειολήπτες που παλεύουν να ρυθμίσουν το δάνειό τους με Τράπεζες και funds. Τα μέτρα για την τόνωση της ρευστότητας πρέπει να γίνουν συγκεκριμένα και να μην επιβαρύνουν εκ νέου το τραπεζικό σύστημα».

Πάντως το Κίνημα Αλλαγής δηλώνει ανήσυχο για τις εξελίξεις στην Ευρώπη λέγοντας ότι πρωτεύει η μείωση της απαίτησης για υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα. Επισημαίνει πως «η μεγάλη εικόνα όμως δείχνει ότι η Ευρώπη πρέπει να διδαχθεί από τα μαθήματα του 2008. Το δόγμα “ο καθένας να κοιτά το σπίτι του” θα οδηγήσει σε μια νέα πολιτική, οικονομική και κοινωνική διαίρεση. Η επιβαρυμένη από την δεκαετή ύφεση και το προσφυγικό Ελλάδα, δεν μπορεί μόνη της να σηκώσει το βάρος. Οι κυβερνητικοί “πανηγυρισμοί” για τις αποφάσεις του Eurogroup είναι ώρα να δώσουν τη θέση τους σε μια διεκδίκηση για χαλάρωση των όρων του Συμφώνου Σταθερότητας και στη μόνιμη μείωση των δρακόντειων πλεονασμάτων».