Σαν σήμερα, 8 Ιουνίου του 1987 , πέθανε ο Αλέξανδρος Ιόλας, ο διασημότερος Έλληνας γκαλερίστας,  που έγινε γνωστός παγκοσμίως ως ένας από τους πιο ικανούς μελετητές της τέχνης και ο οποίος έφερε στην Ελλάδα τους διάσημους αστέρες του διεθνούς τζετ σετ και βοήθησε στην ανάδειξη των πιο ταλαντούχων Ελλήνων καλλιτεχνών. Το όνομα του Αλέξανδρου Ιόλα έχει συνδεθεί με την τέχνη, την εκκεντρικότητα, το χρήμα και τον προκλητικό –για τα δεδομένα της Αθήνας του 1970 – 1980- τρόπο ζωής. Ήταν, άλλωστε, η προσωπικότητα που θα άλλαζε για πάντα της έννοια του γούστου και της καλαισθησίας στα ελληνικά δεδομένα.

Φωτογραφία από το αρχείο του Νίκου Σταθούλη

Το αληθινό του όνομα είναι Κωνσταντίνος Κουτσούδης. Γεννημένος το 1907, από εύπορους γονείς, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, έρχεται στην Αθήνα στα 20 του χρόνια αποφασισμένος να γίνει κάποιος και να πετύχει. . Εκμεταλλευόμενος πλήρως το επικοινωνιακό του ταλέντο ξεκινά να συναναστρέφεται με τις πιο δημοφιλείς προσωπικότητες της εποχής. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1931 εγκαταλείπει την Ελλάδα και ξεκινά τα ταξίδια του στην Ευρώπη, επιθυμώντας να ακολουθήσει το όνειρό του να γίνει χορευτής. Το ταξίδι του στη Νέα Υόρκη στα μέσα της δεκαετία του ‘30, όμως, ήταν γραφτό να του αλλάξει για πάντα τη ζωή. Ένας τραυματισμός στο πόδι το 1944 τον αναγκάζει να εγκαταλείψει την μέχρι τότε καριέρα του. Νέα του ασχολία; Το εμπόριο τέχνης. Την ίδια χρονιά ανοίγει την πρώτη του γκαλερί στη Νέα Υόρκη. Ο Αλέξανδρος Ιόλας μόλις είχε γεννηθεί…

Δε συμβαίνει, όμως, το ίδιο με το ψευδώνυμο «Αλέξανδρος Ιόλας», με το οποίο ο διασημότερος Έλληνας γκαλερίστας έγινε γνωστός παγκοσμίως ως ένας από τους πιο ικανούς μελετητές της τέχνης.

Η ιστορία για την ημέρα που ο ιδιαίτερος Έλληνας γκαλερίστας με βάση την κοσμοπολίτικη Νέα Υόρκη συνάντησε τον Άντι Γουόρχολ είναι γνωστή στους κύκλους της παγκόσμιας Τέχνης. Ήταν το 1952 όταν ο άσημος ακόμα Γουάρχολ, νεαρός, αδύνατος σαν τηλεφωνόξυλο, χλωμός και αγχωμένος για καταξίωση περνούσε κάθε μέρα από τον δρόμο όπου ήταν η γκαλερί του Ιόλα στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης.
Ο διάσημος γκαλερίστας είχε πει αργότερα για την πρώτη γνωριμία τους. «Aπό τη γκαλερί έβλεπα κάθε μέρα έναν αδύνατο ξανθό νεαρό να μπαίνει το πρωί σε μια βιοτεχνία παπουτσιών και να βγαίνει το απόγευμα. Kάποια μέρα τον ρώτησα πώς τον λένε και πού πάει. ‘Σχεδιάζω παπούτσια για μια βιοτεχνία’, μου απάντησε. ‘Mπορείτε να μου φέρετε μερικά σχέδιά σας να δω;΄, τον ρώτησα. Όταν την επομένη μέρα είδα τα ντοσιέ με τα γοβάκια του είπα αμέσως, αυτά τα σχέδια είναι υπέροχα. Aγαπητέ μου, σας κάνω έκθεση’.». «Δεν μπορείς να φανταστείς τι έγινε στην πρώτη έκθεση του Aντι», συνεχίζει στη διήγηση ο Iόλας. Πέθαναν την ίδια χρονιά, το 1987 με ένα κύκνειο άσμα που μοιράστηκαν όπως μαζί είχαν ξεκινήσει. O Mυστικός Δείπνος ήταν η τελευταία έκθεση του Γουόρχολ στην τελευταία γκαλερί του Iόλα στο Mιλάνο, στο Παλάτσο Στελίνε.

Ο Αλέξανδρος Ιόλας με τον Άντι Γουόρχολ , φωτογραφία από το αρχείο του Νίκου Σταθούλη

Ο Ιόλας είχε καταφέρει να γίνει ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα πρόσωπα της Ελλάδας. «Δεν είμαι συλλέκτης, είμαι νταβατζής της τέχνης», δήλωνε με υπερηφάνεια, χωρίς να περιμένει τη διαστρέβλωση των λεγομένων του από τον Τύπο της εποχής. Η εκκεντρικότητα και η τάση του να μη φιλτράρει τα όσα έλεγε στους δημοσιογράφους, δυστυχώς, του στοίχισε λίγο παραπάνω από όσο περίμενε.

Η εκκεντρική βίλα του Ιόλα

Στις αρχές του ’50 ο εκκεντρικός γκαλερίστας αγοράζει μια έκταση 25 στρεμμάτων στην Αγία Παρασκευή, (μια περιοχή μεσογειακού τοπίου, όπως συνήθιζε να λέει ο ίδιος) με σκοπό να χτίσει ένα «χωριό καλλιτεχνών» στο οποίο θα έμεναν όλοι οι ταλαντούχοι «φίλοι» του… Δημήτρης Πικιώνης, Γιάννης Τσαρούχης και Παύλος Καλατζόπουλος αναλαμβάνουν το σχεδιασμό και τη διακόσμηση της βίλας στην οποία φιλοξενήθηκαν οι πιο διάσημες προσωπικότητες της Ελλάδας και του Χόλιγουντ. Ο ίδιος ο Τζιάνι Βερσάτσε πεταγόταν στην Ελλάδα για 2 ώρες για να «πιει έναν καφέ» με τον Ιόλα. Αρχηγοί κρατών, πολιτικοί, εφοπλιστές, ζωγράφοι, γλύπτες και σχεδιαστές φιλοξενήθηκαν στη βίλα που σήμερα μοιάζει με φάντασμα της χλιδής του παρελθόντος.
Άντι Γουόρχολ, Πάμπλο Πικάσο, Τζόρτζιο Αρμάνι, Αριστοτέλης Ωνάσης, Σταύρος Νιάρχος, Ανδρέας Παπανδρέου, Σταύρος Ξαρχάκος, Βασίλης και Ελίζα Γουλανδρή και Μελίνα Μερκούρη ήταν μόλις μερικοί από εκείνους που δείπνησαν στη βίλα του Ιόλα, την οποία ο ίδιος επέμενε να αποκαλεί «Μουσείο». Και πράγματι ήταν.

«Είμαι Έλληνας και θέλω να ζω και να αναπνέω μέσα σε αρχαίες κολώνες. Τα αρχαία που βλέπετε προέρχονται από αρχαίους ελληνικούς ναούς», ξεστόμισε και το σκάνδαλο δεν άργησε να ξεσπάσει, μιας και ένας δυσαρεστημένος πρώην εργαζόμενος στη βίλα, θα τον κατηγορούσε ανοιχτά στους δημοσιογράφους για κλοπή αρχαίων έργων, όργια, παιδεραστία και ναρκωτικά. Το όνομα αυτού; Η γνωστή της εποχής τραβεστί «Μαρία Κάλλας».

O Ιόλας μαζί με την Μελίνα Μερκούρη φωτογραφία από το προσωπικό αρχείο του Νίκου Σταθούλη

Η ομοφυλοφιλία του Ιόλα ήταν γνωστή. Αυτό που εξόργισε την ελληνική κοινωνία δεν ήταν οι σεξουαλικές του προτιμήσεις, αλλά το γεγονός πως υπήρξαν κατηγορίες πως στα όργια της βίλας συμμετείχαν και ανήλικοι. Η παρέμβαση του εισαγγελέα ήταν κάτι παραπάνω από αναμενόμενη για την υπόθεση του «ανακτόρου των ρωμαϊκών οργίων», όπως αποκαλούσαν πια το σπίτι του.

Ο Αλέξανδρος Ιόλας ήταν το τέλειο θύμα. Ένας άνθρωπος της τέχνης, ένας εκκεντρικός ομοφυλόφιλος, ένας δανδής. Τρεις ιδιότητες παντελώς άγνωστες στην ελληνική κοινή γνώμη. Κι άρα τρεις ιδιότητες ύποπτες, αν όχι εξ υπαρχής διεστραμμένες.»

Όση φήμη και αποδοχή από τον καλλιτεχνικό κόσμο γνώρισε κατά την ακμή του, τόσο άδοξο μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς το τέλος του. Κουρασμένος, εξαθλιωμένος και ταπεινωμένος στη χώρα του, ο Ιόλας φεύγει από την Ελλάδα το 1987 για να νοσηλευτεί σε κάποιο νοσοκομείο της Νέας Υόρκης.
Το μόνο που αρκέστηκε ο ίδιος να δηλώσει, το είπε μέσω της διαθήκης του, κατά την οποία άφηνε όλη του την περιουσία στο ελληνικό Δημόσιο υπό έναν όρο: «Αρκεί να αποκατασταθεί το όνομά μου γιατί πόρνος, αρχαιοκάπηλος και ναρκομανής δεν υπήρξα ποτέ».