Μάνος Κατράκης: 42 χρόνια από τον θάνατό του – Οι στερήσεις και η άγνωστη ιστορία με τη Ζωή Λάσκαρη
Έζησε τη φτώχεια, γνώρισε την εξορία και κατέκτησε τη σκηνή. Ακόμη και στην κορυφή, όμως, υπήρχαν πράγματα στα οποία δεν έκανε πίσω
Σαράντα δύο χρόνια συμπληρώνονται σήμερα, 2 Σεπτεμβρίου, από τον θάνατο του Μάνου Κατράκη, μιας από τις πιο επιβλητικές φυσιογνωμίες που γνώρισαν το ελληνικό θέατρο και ο κινηματογράφος.
Η βαθιά φωνή, το παράστημα και ο αριστοκρατικός αέρας του τον έκαναν να μοιάζει γεννημένος για τη σκηνή. Πίσω όμως από τον σπουδαίο πρωταγωνιστή υπήρχε ένας άνθρωπος που είχε γνωρίσει από πολύ νωρίς τη σκληρή πλευρά της ζωής.
Έζησε τη φτώχεια, πέρασε από την Κατοχή, διώχθηκε για τις πολιτικές του πεποιθήσεις, εξορίστηκε και αναγκάστηκε να ξεκινήσει ξανά σχεδόν από το μηδέν.
Και τελικά επέστρεψε για να κατακτήσει όλα όσα κάποτε έμοιαζαν τόσο μακρινά.
Από τις στερήσεις στη σκηνή
Ο Μάνος Κατράκης γεννήθηκε στις 14 Αυγούστου 1908 στο Καστέλι Κισσάμου της Κρήτης, το μικρότερο από τα πέντε παιδιά του Χαράλαμπου και της Ειρήνης Κατράκη.
Πριν συμπληρώσει τα δέκα του χρόνια, η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα και οι πρώτες εκείνες εποχές μόνο εύκολες δεν ήταν.
Ο ίδιος δεν έκρυψε ποτέ τις στερήσεις που σημάδεψαν τα παιδικά του χρόνια. Μιλώντας χρόνια αργότερα στην ΕΡΤ, θυμόταν πως κοιτούσε τα άλλα παιδιά να παίζουν με πράγματα που για εκείνον αποτελούσαν πολυτέλεια.
«Ζήλευα τα παιδιά της ηλικίας μου, που είχαν δικά τους παιχνιδάκια, ενώ εγώ δεν απόκτησα ποτέ δικό μου παιχνίδι, ούτε μια σβούρα», είχε εξομολογηθεί.
Υπήρξε όμως μία εικόνα από εκείνα τα χρόνια που δεν έφυγε ποτέ από το μυαλό του.
Ήταν περίπου 11 ετών και βρισκόταν άρρωστος στο κρεβάτι με πνευμονία. Ένα πρωινό Πρωτοχρονιάς αντίκρισε πάνω από το κεφάλι του ένα μπαλόνι, ένα γιο-γιο, δύο σβούρες και μικρά στρατιωτάκια.
Για πρώτη φορά ήταν δικά του.
«Η χαρά μου ήταν ανυπολόγιστη. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη συγκίνηση που ένιωσα όταν κατάλαβα ότι ήταν δικά μου», είχε θυμηθεί.
Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι το παιδί που χαιρόταν επειδή απέκτησε τις πρώτες του σβούρες θα γινόταν μερικές δεκαετίες αργότερα ένα από τα μεγαλύτερα ονόματα του ελληνικού θεάτρου.
Έγινε ηθοποιός σχεδόν κατά τύχη
Στα νεανικά του χρόνια ο Μάνος Κατράκης ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο, ενώ είχε σπουδάσει και σε σχολή ασυρματιστών με σκοπό να ακολουθήσει το ναυτικό.
Ένα ατύχημα της μητέρας του, όμως, άλλαξε τα σχέδιά του και ο δρόμος τον έφερε τελικά στο θέατρο.
Πριν ακόμη κλείσει τα 18 του χρόνια έκανε τα πρώτα του βήματα στη σκηνή με τον θίασο «Οι Νέοι» στο έργο «Για την αγάπη της».
Το 1928 ήρθε και η πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση στη βουβή ταινία «Το λάβαρο του '21».
Ακολούθησαν συνεργασίες με σημαντικά ονόματα της εποχής, όπως η Μαρίκα Κοτοπούλη και ο Μήτσος Μυράτ, ενώ προσλήφθηκε και στο Εθνικό Θέατρο.
Η διαδρομή έδειχνε πλέον να έχει ανοίξει. Μέχρι που η Ιστορία άλλαξε ξανά τα πάντα.
Πουλούσε τα κοστούμια του για ένα πιάτο φαγητό
Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος βρήκε τον Μάνο Κατράκη στο μέτωπο. Μετά τη γερμανική εισβολή επέστρεψε στην Αθήνα και εντάχθηκε στο ΕΑΜ.
Ο χειμώνας του 1941 ήταν αδυσώπητος. Τα χρήματα δεν επαρκούσαν ούτε για τα απολύτως απαραίτητα και ο ηθοποιός είχε πλέον να φροντίσει όχι μόνο τον εαυτό του.
«Ο μισθός του Εθνικού Θεάτρου είχε καταντήσει ίσα ίσα για ένα πιάτο φαΐ. Πού να φτάσει να θρέψεις μάνα, αδελφή, γυναίκα έγκυο», είχε αφηγηθεί αργότερα στη βιογραφία του.
Στην ίδια περίοδο βίωσε και μία μεγάλη προσωπική τραγωδία, καθώς η τότε σύζυγός του έχασε τα δίδυμα που κυοφορούσε στον όγδοο μήνα.
Όταν τα λιγοστά υπάρχοντα της οικογένειας τελείωσαν, ο Κατράκης άρχισε να πουλά ακόμη και τα ρούχα του.
Και όχι σε κάποιο κατάστημα. Τα έπαιρνε ο ίδιος στα χέρια του και κατέβαινε στην οδό Αθηνάς περιμένοντας κάποιον ενδιαφερόμενο.
«Πήγαινα λοιπόν, κρατούσα το κουστουμάκι στα χέρια μου και περίμενα να έρθει ο πελάτης να το αγοράσει», είχε περιγράψει.
Κάποια στιγμή έφτασε η σειρά και ενός κοστουμιού που αγαπούσε ιδιαίτερα. Ήταν το καλύτερό του και είχε ραφτεί από τεχνίτη που είχε έρθει από το Παρίσι.
Η ανάγκη όμως δεν άφηνε περιθώρια για συναισθηματισμούς.
Ο άνθρωπος που αργότερα θα εμφανιζόταν με το επιβλητικό του παράστημα στις μεγαλύτερες σκηνές της χώρας είχε σταθεί κάποτε στον δρόμο, κρατώντας στα χέρια το καλό του κοστούμι, περιμένοντας να το πουλήσει για να ζήσει την οικογένειά του.
Η εξορία και η κουβέντα με τη μητέρα του που έμεινε στην ιστορία
Η συμμετοχή του στο ΕΑΜ και οι πολιτικές του πεποιθήσεις είχαν βαρύ τίμημα.
Από το 1947 ακολούθησαν χρόνια διώξεων και εξορίας. Ικαρία, Μακρόνησος και Άη Στράτης έγιναν σταθμοί μιας από τις πιο δύσκολες περιόδους της ζωής του.
Εκείνα τα χρόνια δημιουργήθηκε και η δυνατή φιλία του με τον Γιάννη Ρίτσο.
Από την εξορία προέρχεται και ένας διάλογος με τη μητέρα του που έμελλε να τον ακολουθεί για πάντα.
Ο Κατράκης τη ρώτησε κάποτε αν ήθελε να γυρίσει στο σπίτι.
«Πώς θα 'ρθεις;», τον ρώτησε εκείνη.
«Ε… θα υπογράψω και θα 'ρθω».
Η μητέρα του θέλησε να μάθει τι θα υπέγραφε. Ο γιος της εξήγησε πως επρόκειτο για δήλωση με την οποία θα έλεγε ότι δεν ήταν αυτό που πραγματικά ήταν.
«Και δεν είσαι;», τον ρώτησε.
«Είμαι», της απάντησε.
Και τότε ήρθε η απάντησή της:
«Μην υπογράψεις, κερατά, μην υπογράψεις…»
Ο Μάνος Κατράκης δεν υπέγραψε.
Η μεγάλη επιστροφή
Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, χρειάστηκε να ξαναχτίσει την καριέρα του βήμα βήμα.
Εργάστηκε στο ραδιόφωνο, πήρε μικρότερους θεατρικούς ρόλους και σταδιακά άρχισε να κερδίζει ξανά το έδαφος που είχε χάσει στα χρόνια των διώξεων.
Το 1972 επέστρεψε στο Εθνικό Θέατρο, ενώ ακολούθησαν μεγάλες ερμηνείες σε έργα όπως ο «Οθέλλος», ο «Δον Κιχώτης», ο «Οιδίπους Τύραννος» και ο «Προμηθέας Δεσμώτης».
Στον κινηματογράφο, το επιβλητικό παρουσιαστικό του τον οδήγησε πολλές φορές σε ρόλους σκληρών και ισχυρών ανδρών.
Ανάμεσα στις ταινίες που σημάδεψαν τη διαδρομή του βρίσκονται η «Συνοικία το όνειρο», η «Ηλέκτρα» και η «Ιστορία μιας ζωής».
Η τελευταία έκρυβε και ένα ιδιαίτερο παρασκήνιο με τη Ζωή Λάσκαρη.
Γιατί αρνήθηκε τις ερωτικές σκηνές με τη Ζωή Λάσκαρη
Το 1965 ο Γιάννης Δαλιανίδης ετοίμαζε για τη Finos Film την «Ιστορία μιας ζωής».
Ο Μάνος Κατράκης θα υποδυόταν τον Μικέ Παπαδήμα, έναν πλούσιο και αδίστακτο μεγαλοαστό, ενώ στο πλευρό του θα βρισκόταν η Ζωή Λάσκαρη ως Μαριγώ.
Ο Δαλιανίδης ήθελε τον Κατράκη για τον συγκεκριμένο ρόλο. Όταν όμως ο ηθοποιός διάβασε το σενάριο, αντέδρασε.
Ο λόγος ήταν οι τολμηρές ερωτικές σκηνές που προβλέπονταν ανάμεσα στους δύο πρωταγωνιστές.
Ο Μάνος Κατράκης ήταν τότε 56 ετών και η Ζωή Λάσκαρη 23. Θεωρούσε πως οι συγκεκριμένες σκηνές λειτουργούσαν περισσότερο ως «περιτύλιγμα» και δεν πρόσθεταν κάτι ουσιαστικό στην ταινία.
Η ένστασή του ήταν τέτοια ώστε αρχικά δεν ήθελε να συμμετάσχει.
Ο Δαλιανίδης, από την άλλη, τον θεωρούσε ιδανικό για τον ρόλο και δεν ήθελε να τον χάσει.
Τελικά έκανε πίσω. Οι τολμηρές σκηνές αφαιρέθηκαν από το σενάριο και παρέμειναν μόνο πιο τρυφερές στιγμές ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες.
Ο Κατράκης πήρε τελικά τον ρόλο και η «Ιστορία μιας ζωής» έμεινε ως μία ακόμη χαρακτηριστική στιγμή της κινηματογραφικής του πορείας.
Το τελευταίο «Ταξίδι στα Κύθηρα»
Το 1984 ο Μάνος Κατράκης βρέθηκε μπροστά σε έναν ρόλο που έμοιαζε να συναντά κομμάτια της ίδιας του της ζωής.
Στο «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου υποδύθηκε έναν πολιτικό πρόσφυγα που επιστρέφει στην Ελλάδα έπειτα από δεκαετίες στην εξορία.
Ο Κατράκης γνώριζε πολύ καλά τι σήμαιναν διωγμός, εξορία και επιστροφή.
Μόνο που αυτή τη φορά έδινε και μια διαφορετική μάχη.
Ήταν ήδη βαριά άρρωστος, χτυπημένος από καρκίνο του πνεύμονα, όταν γύριζε την ταινία.
Παρά την κατάσταση της υγείας του, ολοκλήρωσε την ερμηνεία του.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 1984, ο Μάνος Κατράκης έφυγε από τη ζωή.
Πίσω του άφησε δεκαετίες θεάτρου και κινηματογράφου, αλλά και μια προσωπική διαδρομή που δύσκολα χωρά μόνο στους ρόλους του.
Το παιδί που κάποτε δεν είχε ούτε μία δική του σβούρα είχε καταφέρει να φτάσει στην κορυφή. Και χρειάστηκε να περάσει από τη φτώχεια, τον πόλεμο και την εξορία για να φτάσει εκεί.