«Ματωμένος Μάης 36»: Ο θρήνος της μάνας που έγινε ποίημα του Ρίτσου και μελοποιήθηκε από τον Μίκη
Όταν ο Γιάννης Ρίτσος μετέτρεψε τον σπαραγμό μίας μάνας σε στίχους που σημάδεψαν τη συλλογική μνήμη κι ο Μίκης Θεοδωράκης, σε μελωδία που ξεσήκωσε τον λαό.
Μάιος 1936… Στη Θεσσαλονίκη γράφεται ιστορία, με χρώματα ζοφερά. Οι φωνές των εργατών ζητούν δικαιοσύνη. Αναζητούν ένα καλύτερο αύριο. Η απάντηση έρχεται όχι μέσα από διάλογο, αλλά από τις σφαίρες της Χωροφυλακής. Αθώες ζωές χάνονται.
Μέσα στο χάος, μια μάνα σκύβει πάνω από το νεκρό παιδί της κι ο πόνος της μοιράζεται. Ο Γιάννης Ρίτσος μετατρέπει τον σπαραγμό σε στίχους που σημαδεύουν τη συλλογική μνήμη κι ο Μίκης Θεοδωράκης, σε μελωδία που ξεσηκώνει τον λαό. Τέχνη που κρατά, σχεδόν έναν αιώνα μετά, ολοζώντανες εκείνες τις στιγμές. Μια ιστορία που ξεδιπλώνεται, όταν το ημερολόγιο υποδέχεται τον πέμπτο μήνα του χρόνου…
Ο Τάσος Τούσης πέφτει νεκρός, η μητέρα θρηνεί, ο Ρίτσος «συνθέτει» τον πόνο της
Στις 8 Μαΐου του ‘36, η Θεσσαλονίκη σείεται από τις απεργιακές κινητοποιήσεις χιλιάδων καπνεργατών, που σιγοκαίνε ήδη από τα τέλη του Απρίλη, διεκδικώντας καλύτερα μεροκάματα κι αξιοπρέπεια. 7.000 απεργοί συγκεντρώνονται έξω από τα γραφεία του σωματείου τους. Ο παλμός είναι δυναμικός, ανυποχώρητος. Η μεγάλη πορεία προς την Γενική Διοίκηση Βορείου Ελλάδος ξεκινά. Η κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά διατάσσει το Γ' Σώμα Στρατού να βρίσκεται σε ετοιμότητα, σαν σκιά που απλώνεται πάνω από την ταραγμένη πόλη.
Μια ημέρα μετά, η ατμόσφαιρα εξακολουθεί να μυρίζει μπαρούτι. Όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι γίνονται ένα και συμμετέχουν στις κινητοποιήσεις. Εργάτες, έμποροι, άνθρωποι του μόχθου από διάφορους κλάδους, ενώνουν τις φωνές, την ελπίδα και τα όνειρά τους και ξεχύνονται στους δρόμους. Η Χωροφυλακή προσπαθεί μάταια να καταστείλει τον αγώνα τους. Αρχίζει να πυροβολεί στα τυφλά. Οι απεργοί όμως δεν κάνουν πίσω. Είναι αποφασισμένοι ακόμα και να θυσιαστούν. Οι πρώτοι διαδηλωτές πέφτουν νεκροί και βάφουν με το αίμα τους την άσφαλτο. Ένας από αυτούς, είναι κι ο Τάσος Τούσης. Ο γιος της Κατίνας.
Είναι μόλις 25 ετών, καπνεργάτης κι ένα από τα πρώτα θύματα του «Ματωμένου Μάη», που έμελλε να γίνει σύμβολο της εποχής με τον χαμό του, μέσα από ένα φωτογραφικό κλικ. Τη στιγμή που η μητέρα του θρηνεί πάνω από το άψυχο σώμα του. Την ίδια στιγμή που ενέπνευσε έναν από τους σπουδαιότερους Έλληνες ποιητές, που δήλωνε «απαρηγόρητος παρηγορητής του κόσμου», τον Γιάννη Ρίτσο, να συνθέσει την ποιητική συλλογή «Επιτάφιος».
Η απεργία λήγει στις 12 Μαΐου. Ο απολογισμός τραγικός. 12 διαδηλωτές νεκροί, περισσότεροι από 280 τραυματίες, ένας ολόκληρος λαός σε κατάσταση σοκ. Λίγους μήνες αργότερα επιβάλλεται το «Καθεστώς της 4ης Αυγούστου».
Γιάννης Ρίτσος: «Χωρίς να φάω και να κοιμηθώ και πολλές φορές κλαίγοντας σαν μοιρολογίστρα Μανιάτισσα έγραψα τον Επιτάφιο»
Ο αγώνας και το αίμα, μετατρέπονται σε λέξεις την ίδια στιγμή που ο Έλληνας ποιητής βλέπει τη συγκλονιστική φωτογραφία στην εφημερίδα «Ριζοσπάστης». «Με συνεπήρε τόσο πολύ, που την ίδια μέρα άρχισα να γράφω τον Επιτάφιο. Μέσα σε δυο εικοσιτετράωρα, σχεδόν χωρίς να φάω και να κοιμηθώ και πολλές φορές κλαίγοντας σαν μοιρολογίστρα Μανιάτισσα έγραψα τον «Επιτάφιο», τα πρώτα 14 ποιήματα», δηλώνει και μοιράζεται το έργο του, το οποίο προλογίζει ο ίδιος…
(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,
βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπερ-
γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της)
Ο Επιτάφιος κυκλοφορεί στις 8 Ιουνίου του ίδιου έτους, σε 10.000 αντίτυπα. Η έκδοση προκαλεί έντονες αντιδράσεις. Η δικτατορία του Μεταξά δίνει εντολή και πολλά αντίτυπα καίγονται από το «Καθεστώς της 4ης Αυγούστου». Όμως η δύναμη των στίχων γίνεται «ποτάμι» που παρασύρει τους Έλληνες σε κάθε ανάγνωσή τους…
«Νἆχα τ' ἀθάνατο νερό, ψυχὴ καινούρια νἆχα
νὰ σοὔδινα, νὰ ξύπναγες γιὰ μιὰ στιγμὴ μονάχα»
«Νὰ δεῖς, νὰ πεῖς, νὰ τὸ χαρεῖς ἀκέριο τ' ὄνειρό σου
νὰ στέκεται ὁλοζώντανο κοντά σου, στὸ πλευρό σου.»
«Κ' οἱ λύκοι ἀποτραβήχτηκαν καὶ κρύφθηκαν στὴν τρούπα
– μαμούνια ποὺ τὰ σάρωσε βαρειὰ τοῦ ἐργάτη ἡ σκοῦπα –»
«Γιέ μου, στ' ἀδέλφια σου τραβῶ καὶ σμίγω τὴν ὀργή μου,
σοὺ πῆρα τὸ ντουφέκι σου – κοιμήσου, ἐσύ, πουλί μου».
Γράφει συγκλονισμένος, μεταξύ άλλων, ο Γιάννης Ρίτσος κλεισμένος στο σπίτι του, επί της οδού Μεθώνης 30 στα Εξάρχεια και ξεσηκώνει. Από τον θάνατο, την απόγνωση, το νεκρό σώμα, τη μοίρα, την απουσία και τον θρήνο, μέχρι και την Ανάσταση, στα τελευταία μέρη του έργου, όπου η μητέρα του παίρνει τη θέση του γιου της δίπλα στους συντρόφους του, ο κορυφαίος ποιητής «κεντά» με μαεστρία κι επιρροές από μανιάτικο μοιρολόι, την σπαρακτικής αλήθεια που έβαψε με αίμα τους δρόμους της Θεσσαλονίκης.
Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποιεί τον «Επιτάφιο» μέσα στο αυτοκίνητο του
Η ίδια η φωτογραφία της μάνας αν και απαθανατίζει το τέλος μιας ζωής, την ίδια στιγμή γίνεται η «σπίθα» για τη φωτιά που ανάβει στις ψυχές του κόσμου. Η αφορμή για κάτι καινούριο. Για ένα καλύτερο αύριο, χωρίς φόβο και σκιές. Κι αν ο «Επιτάφιος» είναι ο πρώτος κρίκος μιας «αλυσίδας» ανθρώπων που αντιδρούν, μιλούν και διεκδικούν, η μελοποίηση του από τον Μίκη Θεοδωράκη, έναν από τους σημαντικότερους σύγχρονους Έλληνες μουσικοσυνθέτες, είναι ο δεύτερος κρίκος που μέλλει να συμπαρασύρει ένα ευρύτερο κοινό που θέλει να θυμάται και όχι να κρύβεται.
Ημερομηνία σταθμός, το 1958. Ο Γιάννης Ρίτσος του το στέλνει ταχυδρομικά στο Παρίσι όπου και βρίσκεται κι εκείνος με την ίδια ορμή και διάθεση, αρχίζει να μελοποιεί τον «Επιτάφιο» μέσα στο αυτοκίνητο του, σημειώνοντας τις νότες πάνω στο βιβλίο του Έλληνα ποιητή και περιμένοντας τη Μυρτώ -τη γυναίκα του- να κάνει τα ψώνια της. Δύο χρόνια αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1960, προχωρά στην ηχογράφηση του τραγουδιού. «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες» τιτλοφορείται το αριστούργημα του κορυφαίου Έλληνα συνθέτη, το οποίο ερμηνεύει ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, σε εκτέλεση, Μανώλη Χιώτη. Μια εκτέλεση που θα εμπνεύσει, θα αναστατώσει και που τελικά θα χαρακτηριστεί μνημείο που θα συνδέει για πάντα την προσωπική απώλεια μιας μαυροφορεμένης μάνας, με την ιστορία της χώρας μας…