NYT για Οδύσσεια: «Μοιάζει ο Ματ Ντέιμον για Έλληνας; Ας σταματήσει η γκρίνια για τη Νιόνγκο»
Η Ωραία Ελένη προκαλεί ξανά πολέμους – Αυτή τη φορά όμως στα social media.
Η Ωραία Ελένη προκαλεί ξανά πολέμους. Μόνο που αυτή τη φορά η θρυλικά όμορφη, ημίθεη βασίλισσα της μυθολογίας, της οποίας η παράνομη φυγή με τον Τρώα πρίγκιπα Πάρη οδήγησε στον δεκαετή Τρωικό Πόλεμο, έχει πυροδοτήσει χιλιάδες αναρτήσεις στο διαδίκτυο.
Όπως σημειώνεται σε άρθρο των New York Times, με την υπογραφή του Ντάνιελ Μέντελσον, καθώς πλησιάζει η κυκλοφορία της νέας κινηματογραφικής μεταφοράς της «Οδύσσειας» του Ομήρου από τον Κρίστοφερ Νόλαν, μιας παραγωγής προϋπολογισμού 250 εκατομμυρίων δολαρίων, γυρισμένης εξ ολοκλήρου σε φορμά IMAX, έγινε γνωστό ότι ο σκηνοθέτης επέλεξε τη βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιό Λουπίτα Νιόνγκο για τον ρόλο της Ελένης.
Στο εν λόγω άρθρο ο Ντάνιελ Μέντελσον γράφει: «Η επιλογή προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, κυρίως από αυτοδιορισμένους «θεματοφύλακες» των ομηρικών επών, οι οποίοι θεωρούν ότι η ανάθεση του ρόλου της Ελένης σε μια μαύρη γυναίκα αποτελεί κατάφωρη παραποίηση και μια «woke» κίνηση που έχει στόχο να «καταστρέψει τον δυτικό πολιτισμό και όλα όσα συνέβαλαν στη δημιουργία του», όπως έγραψε χαρακτηριστικά ένας χρήστης στην πλατφόρμα Χ.
Ο ιδιοκτήτης του Χ, Έλον Μασκ, χρησιμοποίησε την πλατφόρμα για να κατηγορήσει τον Νόλαν ότι «βεβηλώνει τη μνήμη του Ομήρου», αποκαλώντας τον «ρατσιστή κατά των λευκών» και υποστηρίζοντας ότι επέλεξε τη Νιόνγκο κυνικά, με στόχο να κερδίσει την εύνοια των ψηφοφόρων των Όσκαρ. «Θέλει τα βραβεία», σχολίασε.
Και ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την επιλογή του καστ, λέγοντας ότι θα ήθελε το Χόλιγουντ να «σταματήσει να μας επιβάλλει αυτή την ανοησία».
«Ούτε ένας άνθρωπος στον πλανήτη δεν πιστεύει πραγματικά ότι η Λουπίτα Νιόνγκο είναι “η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο”», δήλωσε ο συντηρητικός σχολιαστής Ματ Γουόλς.
Ορισμένοι εξίσου ένθερμοι υπερασπιστές του Νόλαν αντέτειναν ότι είναι παράλογο να γίνεται λόγος για «αυθεντικότητα» όταν αναφερόμαστε σε μυθολογικά πρόσωπα. Η Ελένη, άλλωστε, σύμφωνα με τον μύθο, γεννήθηκε μέσα από ένα αυγό κύκνου, επομένως πόσο κυριολεκτικοί μπορούμε πραγματικά να είμαστε;
Κάποιοι κλασικιστές υποστηρίζουν ότι η αδιαφορία του Νόλαν για το χρώμα του δέρματος είναι στην πραγματικότητα ιστορικά αυθεντική, καθώς οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν την ίδια αντίληψη περί φυλής με τη σύγχρονη κοινωνία. Αν είχαν, ίσως να αντιδρούσαν και στην επιλογή του χαρακτηριστικά Αμερικανού Ματ Ντέιμον για τον ρόλο του πολυμήχανου Μεσογειακού Οδυσσέα.
Από την Νταϊάν Κρούγκερ στη Λουπίτα Νιόνγκο
Ωστόσο, είναι μάλλον ασφαλές να υποθέσει κανείς ότι η επιλογή της Νιόνγκο από τον Νόλαν είχε σκοπό να προκαλέσει. Η τελευταία μεγάλη κινηματογραφική απεικόνιση της Ελένης ήταν στην ταινία «Τροία» του 2004 —την οποία είχε εκτιμήσει ο Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ— όπου τον ρόλο ενσάρκωσε η εξαιρετικά ανοιχτόχρωμη Γερμανίδα ηθοποιός Νταϊάν Κρούγκερ.
Τι επιχειρεί, λοιπόν, ο Νόλαν; Όπως φαίνεται, χρησιμοποιεί την Ελένη με τον ίδιο τρόπο που την αξιοποίησαν και οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς: για να προκαλέσει, να αμφισβητήσει και να διαταράξει τις αντιλήψεις μας για την ομορφιά και την ταυτότητα, για το ποιοι είμαστε και πώς σχετιζόμαστε με τον κόσμο γύρω μας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στην πραγματικότητα δεν γνωρίζουμε καθόλου πώς έμοιαζε η Ελένη. Ο Όμηρος περιορίζεται σε γενικόλογες περιγραφές, όπως ότι «έμοιαζε πολύ με τις αθάνατες θεές», ενώ τα δύο επίθετα που χρησιμοποιεί για την εμφάνισή της, «καλλίκομη» και «λευκώλενος», αποτελούν συμβατικές εκφράσεις που αποδίδονται και σε άλλες γυναικείες μορφές.
Περιγράφεται επίσης ως γυναίκα που προκαλεί ρίγος — μια ιδιότητα που δεν είναι εύκολο να αποδοθεί μέσω ενός κάστινγκ. Μεταγενέστεροι συγγραφείς, όπως ο Ευριπίδης, πρόσθεσαν νέους χαρακτηρισμούς, μεταξύ των οποίων και το «ξανθοκόκκινη». Σε γενικές γραμμές, όμως, οι αρχαίοι Έλληνες δεν φαίνεται να ενδιαφέρονταν ιδιαίτερα για την εξωτερική της εμφάνιση.
Εκείνο που τους ενδιέφερε ήταν ο τρόπος με τον οποίο μιλούσε.
Ήδη στην ομηρική αφήγηση, η Ελένη παρουσιάζεται ως αποτελεσματική και γοητευτική ομιλήτρια. Στην «Ιλιάδα» εκφράζει με ευγλωττία τη μεταμέλειά της για την παράλογη έλξη που ένιωσε προς τον Πάρη, ανταλλάσσει καυστικά επιχειρήματα ακόμη και με τη θεά Αφροδίτη και έχει ουσιαστικά τον τελευταίο λόγο στο έπος, εκφωνώντας έναν ισχυρό επικήδειο για τον νεκρό Τρώα ήρωα Έκτορα.
Στην «Οδύσσεια», μαγεύει μια ομάδα συνδαιτυμόνων με ιστορίες για τις προσπάθειές της να βοηθήσει κρυφά τους Έλληνες ενώ βρισκόταν στην Τροία. Ωστόσο, ο απατημένος σύζυγός της, Μενέλαος, με τον οποίο είχε πλέον επανενωθεί, αντιπαραθέτει μια εντελώς διαφορετική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η Ελένη προσπαθούσε να προδώσει τους Έλληνες.
Από την αυγή κιόλας της ελληνικής γραμματείας, η Ελένη βρισκόταν στο επίκεντρο μιας απολύτως συνειδητής συζήτησης, η οποία, όπως και η ίδια η ομορφιά, περιστρεφόταν γύρω από την ένταση ανάμεσα στο εσωτερικό και στο εξωτερικό: Πώς γνωρίζουμε ότι κάποιος λέει την αλήθεια;
Πώς την αντιμετώπισαν οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς
Η δύναμη της Ελένης στον λόγο την έκανε ακαταμάχητο θέμα για πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς. Ο λυρικός ποιητής Στησίχορος, που έζησε περίπου από το 630 έως το 555 π.Χ., έγραψε ένα ποίημα στο οποίο επέκρινε τη συμπεριφορά της. Σύμφωνα με την παράδοση, η Ελένη τον τύφλωσε ως εκδίκηση.
Λίγο αργότερα, ο ποιητής έγραψε μια ανάκληση, την περίφημη «Παλινωδία», στην οποία υπερασπιζόταν την τιμή της. Υποστήριζε ότι εκείνη που έφυγε με τον Πάρη ήταν απλώς ένα είδωλο της Ελένης, ενώ η πραγματική Ελένη, πιστή και αθώα, είχε μεταφερθεί στην Αίγυπτο. Ικανοποιημένη από την αποκατάσταση της φήμης της, σύμφωνα με την αφήγηση, του επέστρεψε το φως.
Η ευκολία με την οποία μπορούσε κανείς να υποστηρίξει διαφορετικές εκδοχές για την υπόθεση της Ελένης γοήτευσε τους λεγόμενους σοφιστές της κλασικής εποχής, οι οποίοι υπερηφανεύονταν για την ικανότητά τους να κάνουν «το ασθενέστερο επιχείρημα να φαίνεται ισχυρότερο».
Ο Σικελός φιλόσοφος και ρήτορας Γοργίας, που γεννήθηκε το 483 π.Χ., συνέθεσε έναν επιδεικτικό λόγο στον οποίο παρουσίασε όχι ένα, αλλά τέσσερα διαφορετικά επιχειρήματα υπέρ της Ελένης, καθένα από τα οποία θα μπορούσε να την απαλλάξει από κάθε ευθύνη για τις πράξεις της.
Ο Ευριπίδης, σύγχρονος του Γοργία, αξιοποίησε την ιστορία του Στησίχορου για το είδωλο της Ελένης σε ένα τραγικωμικό έργο που φέρει το όνομά της, διερευνώντας και πάλι τη σχέση ανάμεσα στην αλήθεια και τη μυθοπλασία, τη ρητορική και την πραγματικότητα.
Το δίλημμα της Ελένης θυμίζει εντυπωσιακά την κατάσταση στην οποία βρίσκονται σήμερα πολλοί άνθρωποι όταν εμπλέκονται σε έντονες αντιπαραθέσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης: Πώς μπορείς να υπερασπιστείς την αλήθεια όταν ολόκληρος ο κόσμος έχει πιστέψει ένα ψέμα;
Στις «Τρωάδες» του ίδιου δραματουργού, όμως, η Ελένη δεν εμφανίζεται ως αβοήθητο θύμα της ψευδούς ρητορικής, αλλά ως επιδέξια χειρίστριά της. Μπροστά στις θρηνούσες γυναίκες και μητέρες της Τροίας, οι οποίες έχουν μετατραπεί σε σκλάβες μετά το τέλος του πολέμου που η ίδια είχε προκαλέσει, η Ελένη απαλλάσσει ψύχραιμα τον εαυτό της με μια σειρά από εξοργιστικά ανειλικρινή επιχειρήματα.
Υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ότι η ευθύνη πρέπει να αποδοθεί στη μητέρα του Πάρη, την Εκάβη, αφού εκείνη ήταν που τον γέννησε. Στο σκοτεινό τέλος του έργου, οι σοφιστείες της καταφέρνουν να την απαλλάξουν πλήρως.
Και οι ιστορικοί βρήκαν στην Ελένη μια χρήσιμη μορφή. Στη μεγάλη του αφήγηση για τους πολέμους ανάμεσα στους Έλληνες και τους Πέρσες, στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ., ο Ηρόδοτος επιχειρεί να θεμελιώσει την αξιοπιστία του ως ιστορικού απορρίπτοντας τις ποιητικές υπερβολές γύρω από την Ελένη και τον Πάρη, τις απαγωγές και τους έρωτες.
Στο δεύτερο βιβλίο των «Ιστοριών» του παρουσιάζει μια σειρά πρακτικών λόγων για τους οποίους η ομηρική αφήγηση δεν θα μπορούσε να είναι αληθινή, καταλήγοντας ότι «είναι αδύνατο να πιστέψει κανείς πως οι Τρώες θα πολεμούσαν μέσα σε τόσες συμφορές μόνο και μόνο για την Ελένη».
Η Ελένη δεν θα μπορούσε να βρισκόταν στην Τροία, συμπεραίνει ψύχραιμα, διότι ο βασιλιάς Πρίαμος, όπως κάθε σοβαρός ηγέτης, θα την είχε ασφαλώς επιστρέψει μόλις άρχιζαν να αυξάνονται οι απώλειες.
Ένα πλάσμα του λόγου
Έτσι, η γυναίκα που συνδέουμε με την απόλυτη ομορφιά ήταν, τουλάχιστον για τους αρχαίους Έλληνες, πάνω απ’ όλα ένα πλάσμα του λόγου. Ήταν ταυτόχρονα ικανή ρήτορας και αντικείμενο επιδέξιας ρητορικής.
Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η «πραγματική» Ωραία Ελένη συνδεόταν κυρίως με βαθιές συζητήσεις για τη φύση της πραγματικότητας και τη δύναμη των λέξεων, για τη γοητεία του ψεύδους και την ευθραυστότητα της αλήθειας.
Υπό αυτή την έννοια, η διαμάχη γύρω από τη νέα «Οδύσσεια», όπως και τόσες άλλες αντιπαραθέσεις της εποχής μας, μας συνδέει με την Ελένη των αρχαίων Ελλήνων με έναν πολύ πιο αυθεντικό τρόπο απ’ ό,τι θα μπορούσε ποτέ να το κάνει η επιλογή της μίας ή της άλλης ηθοποιού.
Φαίνεται σωστό ο τελευταίος λόγος σε αυτή τη συζήτηση να δοθεί σε μια γυναίκα.
Σε ένα ποίημά της, η Σαπφώ, που έζησε περίπου από το 630 έως το 570 π.Χ. και θεωρούνταν από τους Έλληνες η «δέκατη Μούσα», αφηγείται με απορία πώς η Ελένη της Τροίας, «η οποία θεωρούνταν μακράν η ομορφότερη από όλους τους ανθρώπους», εγκατέλειψε τον εξαιρετικό σύζυγό της και έφυγε για την Τροία, χωρίς να σκεφτεί ούτε το παιδί της ούτε τους αγαπημένους της γονείς.
Γιατί να το κάνει; Επειδή δεν υπάρχει λογική ή απόλυτο μέτρο σε όσα ποθούμε, ούτε κάποιο καθολικό πρότυπο ομορφιάς.
«Το ομορφότερο πράγμα πάνω στη μαύρη γη», γράφει η Σαπφώ, «είναι εκείνο που τυχαίνει να επιθυμεί ο καθένας».
Ό,τι άλλο κι αν απέδειξε η συζήτηση για την επιλογή του Κρίστοφερ Νόλαν, σίγουρα έδειξε ότι, αναγκάζοντας τους ανθρώπους να αντιμετωπίσουν —ή να αποκαλύψουν— τις συχνά παράλογες αντιλήψεις τους για το ωραίο και το άσχημο, το αληθινό και το ψευδές, η Ωραία Ελένη εξακολουθεί να έχει κάτι να μας πει».