Αν δεις τον Bob Odenkirk σε κάποιο καφέ στο Σικάγο ή σε ένα μπαρ στη δεύτερη πατρίδα του, το Λος Άντζελες, δεν θα σου δώσει την εντύπωση ανθρώπου που έφτασε στην κορυφή του επαγγέλματός του. Περισσότερο μοιάζει με «τρελό» που παίζει ρόλους στο κεφάλι του, που δοκιμάζει μικρές παραλλαγές στα στιχάκια του μέχρι να μείνει ικανοποιημένος.
Ο τεράστιος Saul Goodman του Breaking Bad και του Better Call Saul δεν είναι από εκείνους που μπήκαν στην τηλεόρασή μας με θόρυβο, αλλά από εκείνους που όταν τελικά τους πρόσεξε το Χόλιγουντ, είχαν πάει παρακάτω. Και όπως έχει πει και ο μέγας Jack Nicholson, δεν θα είχε φτάσει ποτέ τόσο ψηλά, αν δεν ήταν καλός συγγραφέας.
Μπορεί να γνωρίζεις, μπορεί και όχι, ότι ο Odenkirk ήταν ένα από τα καλά κρυμμένα μυστικά στον χώρο της κωμωδίας. Έγραφε κείμενα για late-night shows, έφτιαχνε σκετς που θεωρήθηκαν επιδραστικά αλλά όχι εμπορικά, έκανε θεατρικούς ρόλους και μικρές εμφανίσεις. Ένα επεισόδιο εδώ, μια εμφάνιση εκεί, και μετά τίποτα. Κι όμως το σινάφι του τον ήξερε ως έναν από τους «σοβαρούς», κάτι που από μόνο του είναι αντιφατικό.
H κωμωδία ως τρόπος επιβίωσης
Αν θέλεις να καταλάβεις τι σημαίνει «δουλεύω στην κωμωδία», ο Odenkirk είναι συγχρόνως το καλύτερο και το χειρότερο παράδειγμα. Δεν είχε ποτέ το προφανές timing του stand-up comedian, ούτε την εύκολη γοητεία του τηλεοπτικού πρωταγωνιστή. Είχε όμως εμμονή με τις λέξεις και τη δομή τους. Το αστείο για εκείνον δεν ήταν punchline, ήταν αρχιτεκτονική. Κάτι που χτίζεται, γκρεμίζεται και ξαναχτίζεται μέχρι να βγάλει νόημα με έναν τρόπο που δεν είναι λογικός αλλά αναγνωρίσιμος.
Στα χρόνια του στο Saturday Night Live και στα μεγάλα κωμικά εργαστήρια της εποχής, έμοιαζε συχνά εκτός τόπου χρόνου. Όχι επειδή δεν ήταν καλός, αλλά επειδή δεν «χωρούσε» εύκολα. Άλλοι έγραφαν για να ακουστούν. Αυτός έγραφε για να δοκιμάσει πόσο καυστικός μπορεί να γίνει μέχρι να προσβάλει. Και φυσικά πάνω στην προσπάθεια προέκυπταν και ατυχήματα.
Ταυτόχρονα υπήρχε κάτι αφοπλιστικά ειλικρινές πάνω του. Ένας τύπος που μπορούσε να είναι την ίδια στιγμή ενοχλητικός και απολαυστικός, δύσκολος και γενναιόδωρος με το ίδιο του το υλικό. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί συνεργάτες του τον περιγράφουν σαν «καθηγητή» της κωμωδίας και άλλοι σαν άνθρωπο που δεν καταλάβαινε πάντα πόσο κοφτερός μπορούσε να γίνει στις σχέσεις του.
Ο ρόλος που άλλαξε τα πάντα
Αλλά η πραγματική του ιστορία δεν είναι αυτή κάποιου που έμεινε, άντεξε τα χτυπήματα μέχρι που βρέθηκε η κατάλληλη παραγωγή. Το Breaking Bad δεν τον έκανε απλώς γνωστό. Τον μετέτρεψε σε κάτι που κανείς δεν περίμενε: στον άνθρωπο που μπορούσε να σταθεί στη μέση μιας σκοτεινής, σχεδόν ασφυκτικής δραματικής αφήγησης και να την εκτοξεύσει. Ένας φανφαρόνος δικηγόρος μέσα σε ένα σύμπαν βίας και ηθικής κατάρρευσης θα έμοιαζε καρικατούρα. Κι όμως, με τον Odenkirk έγινε κάτι πιο περίπλοκο: Όχι απλώς comic relief, αλλά ένας καθρέφτης του πώς επιβιώνει κανείς, όταν η ηθική είναι υπό διαπραγμάτευση. Δεν τον έπαιξε σαν κωμωδία. Τον έπαιξε σαν άνθρωπο που έχει μάθει να χαμογελάει ενώ καταρρέει.
Αυτό είναι το σημείο όπου πολλοί τον υποτίμησαν και μετά αναγκάστηκαν να αναθεωρήσουν. Γιατί εκεί που έμοιαζε ως ο «κωμικός που πέρασε σε δραματικό ρόλο», έγινε κάποιος που έκλεβε τα φώτα της δημοσιότητας χωρίς καν να προσπαθεί. Πώς να μην ταυτιστείς με τον δικηγορίσκο που ξεπλένει τα χρήματα της μαφίας γιατί του έβαλαν το πιστόλι στον κρόταφο; Και πώς να μην τον μισήσεις που στην πορεία το απόλαυσε.
Χωρίς δίχτυ ασφαλείας
Και μετά ήρθε το μπαμ. Το Better Call Saul. Εκεί δεν υπήρχε πια το δίχτυ ασφαλείας του βοηθητικού χαρακτήρα. Ήταν το κέντρο. Και ο Odenkirk έκανε κάτι σχεδόν παράξενο: δεν προσπάθησε να γίνει μεγαλύτερος. Έγινε πιο συγκεκριμένος. Πιο ανθρώπινος. Πιο φθαρτός. Πιο διεφθαρμένος και ταυτόχρονα πιο συμπαθής από ποτέ. Οι πράξεις του είχαν ευγενή κίνητρα (να γίνει δικηγόρος, να σταθεί ως ίσος στα μάτια της γυναίκας που αγαπούσε, να σώσει τη γυναίκα που αγαπούσε).
Αν τον ακούσεις σήμερα να μιλάει για τη δουλειά του, δεν θα σου δώσει συμβουλές. Θα σου δώσει αμφιβολίες. Θα σου πει ότι πρέπει να δοκιμάσεις πράγματα που σε εκθέτουν, που μπορεί να σε κάνουν να αποτύχεις δημόσια. Θα έλεγες ότι είναι εθισμένος στης έκθεση.
Και ίσως εκεί βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον του χαρακτηριστικό: δεν φαίνεται να τον ενδιαφέρει να γίνει κάτι συγκεκριμένο. Δεν είναι ούτε απλώς κωμικός, ούτε απλώς δραματικός ηθοποιός, ούτε action persona. Είναι κάτι πιο πάνω. Ένας άνθρωπος που δουλεύει πάνω στο ίδιο ερώτημα ξανά και ξανά: πόσο μπορείς να αλλάζεις χωρίς να χάνεις τον εαυτό σου;