Ο φόβος της αποτυχίας έχει ρίζες στην παιδική ηλικία αλλά είναι αναστρέψιμος, λέει μελέτη
Νέα μελέτη δείχνει ότι η επεξεργασία δύσκολων παιδικών αναμνήσεων μπορεί να μειώσει τον φόβο της αποτυχίας για μήνες
Μια αυστηρή παρατήρηση, μια στιγμή ντροπής μέσα στην τάξη ή μια επίπληξη όπου ένα παιδί ένιωσε ότι απέτυχε και απογοήτευσε τους γύρω του μπορεί να φαίνονται μικρά επεισόδια που ανήκουν στο παρελθόν. Ωστόσο, για αρκετούς ανθρώπους αυτές οι εμπειρίες επηρεάζουν τον τρόπο που βλέπουν τον εαυτό τους ακόμη και πολλά χρόνια αργότερα, καλλιεργώντας έναν επίμονο φόβο απέναντι στην αποτυχία.
Πώς οι παιδικές εμπειρίες επηρεάζουν τον φόβο της αποτυχίας
Μια νέα επιστημονική μελέτη εξέτασε αν είναι δυνατό να αλλάξει η δύναμη αυτών των αναμνήσεων μέσω τεχνικών που βασίζονται στη φαντασία και στις νοητικές εικόνες. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι άνθρωποι που έμαθαν να επεξεργάζονται ξανά δύσκολες αναμνήσεις από την παιδική τους ηλικία παρουσίασαν σημαντική και μακροχρόνια μείωση στον φόβο της αποτυχίας και στη συναισθηματική ένταση που συνδεόταν με αυτές.
Οι ερευνητές εξηγούν ότι ο φόβος της αποτυχίας δεν αφορά μόνο την απογοήτευση που μπορεί να προκαλέσει ένα λάθος. Συχνά συνδέεται με βαθύτερες πεποιθήσεις, όπως η ιδέα ότι το λάθος σημαίνει απόρριψη, απώλεια αξίας ή έλλειψη αποδοχής από τους άλλους. Αυτές οι αντιλήψεις φαίνεται ότι μπορούν να διαμορφωθούν ήδη από την παιδική ηλικία, ιδιαίτερα όταν ένα παιδί μεγαλώνει σε περιβάλλον έντονης κριτικής ή αυστηρών προσδοκιών.
Σύμφωνα με τους επιστήμονες, πολλές φορές οι παλιές αναμνήσεις δεν λειτουργούν απλώς ως γεγονότα. Μπορεί να παραμένουν ενεργές στο παρασκήνιο και να επηρεάζουν τις καθημερινές αντιδράσεις ενός ανθρώπου. Κάποιος μπορεί να αποφεύγει προκλήσεις, να αναβάλλει υποχρεώσεις ή να φοβάται συνεχώς την αξιολόγηση από άλλους χωρίς να συνειδητοποιεί πλήρως από πού προέρχεται αυτό το συναίσθημα.
Οι τρεις θεραπευτικές προσεγγίσεις που δοκίμασαν οι επιστήμονες
Για να εξετάσουν το θέμα, οι ερευνητές στρατολόγησαν 180 νεαρούς ενήλικες ηλικίας 18 έως 35 ετών που είχαν υψηλά επίπεδα φόβου απέναντι στην αποτυχία. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις διαφορετικές ομάδες. Η πρώτη ομάδα ακολούθησε μια τεχνική επαναλαμβανόμενης έκθεσης σε δύσκολες αναμνήσεις. Οι συμμετέχοντες καλούνταν να φέρνουν στο μυαλό τους επώδυνα περιστατικά και να τα αναπαράγουν νοητά χωρίς να αλλάζουν το περιεχόμενό τους. Η δεύτερη ομάδα ακολούθησε μια διαφορετική μέθοδο που ονομάζεται «αναδόμηση εικόνας». Σε αυτή την προσέγγιση, οι συμμετέχοντες ξαναζούσαν νοητικά τη δύσκολη ανάμνηση, αλλά στη συνέχεια δημιουργούσαν μια πιο υποστηρικτική εκδοχή της. Για παράδειγμα, αντί για σκληρή κριτική από έναν γονέα, η σκηνή μπορούσε να εξελιχθεί με παρέμβαση ενός προστατευτικού προσώπου που αναγνώριζε τις ανάγκες του παιδιού. Η τρίτη ομάδα ακολούθησε παρόμοια διαδικασία, αλλά υπήρχε μια δεκάλεπτη καθυστέρηση πριν την παρέμβαση. Οι ερευνητές θεωρούσαν ότι αυτό το χρονικό «παράθυρο» ίσως επέτρεπε μια βαθύτερη τροποποίηση της μνήμης.
Οι συμμετέχοντες πραγματοποίησαν τέσσερις συνεδρίες μέσα σε δύο εβδομάδες. Οι επιστήμονες δεν αξιολόγησαν μόνο όσα δήλωναν οι ίδιοι οι άνθρωποι για τα συναισθήματά τους, αλλά μέτρησαν και αντιδράσεις του σώματος, όπως αλλαγές στην εφίδρωση του δέρματος που σχετίζονται με το επίπεδο συναισθηματικής διέγερσης.
Τι έδειξαν τα αποτελέσματα
Και οι τρεις προσεγγίσεις βοήθησαν σημαντικά τους συμμετέχοντες, οι οποίοι ανέφεραν λιγότερο φόβο, μικρότερη θλίψη, λιγότερες ενοχές και χαμηλότερη συναισθηματική ένταση. Οι βελτιώσεις παρέμειναν εμφανείς ακόμη και τρεις και έξι μήνες αργότερα. Υπήρξε όμως και ένα εύρημα που εξέπληξε τους επιστήμονες. Η πιο σύνθετη τεχνική, που είχε σχεδιαστεί για να παρέμβει στον μηχανισμό αναδιαμόρφωσης της μνήμης, δεν φάνηκε να προσφέρει επιπλέον όφελος. Οι ερευνητές περίμεναν ότι αυτή η μέθοδος θα είχε πιο ισχυρή δράση, αλλά τα δεδομένα δεν επιβεβαίωσαν την υπόθεση. Αντίθετα, η απλή αναδόμηση εικόνας φάνηκε να προσφέρει πιο σταθερά αποτελέσματα σε σχέση με άλλες προσεγγίσεις. Επίσης, όσοι συμμετείχαν στην ομάδα της επαναλαμβανόμενης έκθεσης εμφάνισαν σε ορισμένες περιπτώσεις μια μικρή επιστροφή των συναισθηματικών αντιδράσεων με την πάροδο του χρόνου.
Οι ερευνητές εντόπισαν ακόμη έναν ενδιαφέροντα παράγοντα. Διαπίστωσαν ότι η αλλαγή ήταν ισχυρότερη, όταν οι συμμετέχοντες βίωναν ένα είδος «έκπληξης». Με απλά λόγια, όταν μια αρνητική ανάμνηση εξελισσόταν ξαφνικά διαφορετικά από αυτό που περίμεναν, το μυαλό έδειχνε να ανταποκρίνεται πιο έντονα και να προσαρμόζει ευκολότερα τη συναισθηματική του αντίδραση.
«Ξαναδιαβάζοντας» τις παιδικές αναμνήσεις
Οι επιστήμονες τονίζουν ότι τα ευρήματα δεν σημαίνουν πως οι παλιές αναμνήσεις διαγράφονται ούτε ότι κάποιος ξαναγράφει το παρελθόν του. Αυτό που φαίνεται να αλλάζει είναι το συναισθηματικό βάρος που κουβαλούν αυτές οι εμπειρίες. Η μελέτη υποδηλώνει ότι ακόμη και βαθιά ριζωμένες παιδικές εμπειρίες δεν είναι αμετάβλητες. Παρότι το παρελθόν δεν μπορεί να αλλάξει, ο τρόπος με τον οποίο ο εγκέφαλος το ερμηνεύει το κάθε τι ίσως μπορεί να μετακινηθεί προς μια διαφορετική κατεύθυνση.