Όταν ο Στάινμπεκ «άναψε φωτιές» με το πιο αμφιλεγόμενο Νόμπελ Λογοτεχνίας που έχει δοθεί
Ένας συγγραφέας που γεννήθηκε για να προκαλεί και να στηρίζει τους απλούς ανθρώπους πήρε το Νόμπελ, κάτι που χαρακτηρίστηκε ως «ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της Σουηδικής Επιτροπής».
Σαν σήμερα, στις 25 Οκτωβρίου 1962, η Σουηδική Ακαδημία ανακοίνωσε ότι το Νόμπελ Λογοτεχνίας απονέμεται στον Τζον Στάινμπεκ, για «τη ρεαλιστική και ευφάνταστη γραφή του, ο συνδυασμός της οποίας δείχνει χιούμορ και έντονη κοινωνική αντίληψη».
Η είδηση όμως, αντί να προκαλέσει πανηγυρισμούς, προκάλεσε κύμα αντιδράσεων. Κριτικοί και συγγραφείς της εποχής μίλησαν για «ένα από τα μεγαλύτερα λάθη της Σουηδικής Επιτροπής», θεωρώντας ότι ο Στάινμπεκ δεν βρισκόταν πλέον στο απόγειο της δημιουργικής του δύναμης.
Το τελευταίο του έργο και οι επικρίσεις
Το 1960, ο «γίγαντας των αμερικανικών γραμμάτων» –όπως χαρακτηρίστηκε– είχε κυκλοφορήσει το μυθιστόρημα «Ο Χειμώνας της Πίκρας μας», ένα έργο που πολλοί θεώρησαν κατώτερο των θρυλικών βιβλίων του «Τα Σταφύλια της Οργής» και «Άνθρωποι και Ποντίκια».
Οι New York Times έγραψαν τότε πως ο Στάινμπεκ ήταν «ένας συγγραφέας περιορισμένου ταλέντου», αμφισβητώντας ακόμη και τη διαδικασία επιλογής των Νόμπελ.
Το παρασκήνιο της βράβευσης
Όταν πενήντα χρόνια αργότερα αποχαρακτηρίστηκαν τα έγγραφα της Σουηδικής Ακαδημίας, αποκαλύφθηκε πως ο Στάινμπεκ βραβεύτηκε ελλείψει ισχυρού αντιπάλου.
Η επιτροπή, εξετάζοντας μια «προβληματική δεξαμενή υποψηφίων», κατέληξε σε αυτόν ως την ασφαλέστερη επιλογή. Ανάμεσα στους άλλους διεκδικητές ήταν ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας Ζαν Ανούιγ, η Δανή Κάρεν Μπλίξεν, ο Βρετανός Λόρενς Ντάρελ και ο Άγγλος ποιητής Ρόμπερτ Γκρέιβς.
Η Μπλίξεν αποκλείστηκε λόγω του θανάτου της, ενώ ο Ανούιγ θεωρήθηκε ότι είχε μειωμένες πιθανότητες επειδή δύο χρόνια νωρίτερα είχε βραβευτεί ήδη Γάλλος ποιητής (ο Σεν-Τζον Περς). Ο Γκρέιβς, αν και σπουδαίος, κρίθηκε κυρίως ποιητής – όχι μυθιστοριογράφος.
Έτσι, όπως έγραψε ο μόνιμος γραμματέας της Ακαδημίας Άντερς Όστερλινγκ, ο Στάινμπεκ «φαίνεται πως έχει περισσότερες πιθανότητες να συγκεντρώσει υποστήριξη χωρίς αντιρρήσεις».
Ένας συγγραφέας που γεννήθηκε για να προκαλεί
Ο Τζον Στάινμπεκ γεννήθηκε το 1902 στο Σαλίνας της Καλιφόρνια. Ο πατέρας του ήταν διευθυντής μύλου και η μητέρα του, δασκάλα με πάθος για τη λογοτεχνία. Από μικρός ένιωθε διαφορετικός, ανήσυχος και παρατηρητικός.
Σε ηλικία μόλις 11 ετών, όταν ο πατέρας του έχασε τη δουλειά του, ο νεαρός Τζον βίωσε για πρώτη φορά τη σκληρότητα της κοινωνικής αδικίας – ένα θέμα που θα καθόριζε τη μετέπειτα γραφή του.
Στα 14 του, ήξερε ήδη ότι ήθελε να γίνει συγγραφέας. Έγραφε ιστορίες κρυφά, χρησιμοποιώντας ψεύτικα ονόματα για να αποφύγει την απόρριψη. Το 1919 γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, όπου παρακολούθησε μαθήματα δημιουργικής γραφής και ιστορίας.
Ακολούθησαν 27 βιβλία, μερικά από τα οποία έγιναν κινηματογραφικές επιτυχίες: «Ανατολικά της Εδέμ», «Ο Δρόμος με τις Φάμπρικες», «Άνθρωποι και Ποντίκια», «Τα Σταφύλια της Οργής». Μάλιστα, υπέγραψε και το σενάριο του «Viva Zapata» (1952).
Ο ρεαλιστής υπέρμαχος των απλών ανθρώπων
Ο Στάινμπεκ πίστευε ότι ο συγγραφέας «οφείλει να αποκαλύπτει τα τρωτά σημεία της κοινωνίας, τα λάθη και τους φόβους της, ώστε να βοηθά στη βελτίωση της ζωής».
Ήταν ένας ρεαλιστής με κοινωνική συνείδηση, που έγραψε για τους φτωχούς αγρότες, τους εργάτες και τους μετανάστες. Το 1939, με «Τα Σταφύλια της Οργής», κατέγραψε με οξύτητα την απελπισία της Μεγάλης Ύφεσης.
Το βιβλίο τιμήθηκε με Πούλιτζερ και Εθνικό Βραβείο Βιβλίου, αλλά ταυτόχρονα λογοκρίθηκε και απαγορεύτηκε σε πολιτείες όπως η Οκλαχόμα και η Καλιφόρνια, επειδή «προσέβαλλε» την εικόνα τους.
Ωστόσο, το κοινό τον λάτρεψε. Οι ήρωές του μιλούσαν τη γλώσσα των απλών ανθρώπων και έδιναν φωνή στους αφανείς της αμερικανικής κοινωνίας.
Ένας δημιουργός που δεν συμβιβάστηκε
Στα μεταπολεμικά χρόνια, ο Στάινμπεκ κατηγορήθηκε για «σοσιαλιστικές» ιδέες και δεξιές πολιτικές σχέσεις, αλλά παρέμεινε ανεξάρτητος. Επισκέφθηκε τη Σοβιετική Ένωση με τον φωτογράφο Ρόμπερτ Κάπα, καταγράφοντας τις εμπειρίες του στο βιβλίο «Russian Journey» (1948).
Παρέμεινε έως το τέλος ένας συγγραφέας που δίχαζε, αλλά ποτέ δεν άφηνε αδιάφορους – και ίσως ακριβώς γι’ αυτό το Νόμπελ του, όσο αμφιλεγόμενο κι αν υπήρξε, παραμένει σήμερα σημείο αναφοράς για τη δύναμη της κοινωνικής λογοτεχνίας.