Στην καμένη Μόρια, εκεί που η βαρβαρότητα ήταν καθεστώς οι νεκροί αγκαλιάζουν τους ξεκληρισμένους. Προσφύγισσες με μωρά στα χέρια που έτρεχαν σαν κυνηγημένες από τις φωτιές, έχασαν για άλλη μια φορά τα πάντα. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, πολλοί με προβλήματα υγείας, αναγκάστηκαν να περάσουν τη νύχτα στο δρόμο, καθώς δεν υπήρχε άλλο μέρος να φιλοξενηθούν. Στο δρόμο κυριολεκτικά. Κι όχι μόνο.

Κι όπου δεν άνοιξαν την πόρτα το βράδυ οι ζωντανοί, για να μπούνε της γης οι κολασμένοι, έδωσαν το άσυλο τους οι νεκροί.

Ίσως για κάποιους, ο θάνατος να τρομάζει λιγότερο απ’ τη ζωή. Αυτή εικόνα, δεν είναι άπλα χίλιες λέξεις… Είναι η αποτύπωση, της ιστορίας, που αυτές τις μέρες γράφεται στο νησί…

Ζητούν νερό και λίγη σκιά. Τα βρήκαν σε ένα νεκροταφείο. Κάποιες από τις μητέρες ήθελαν να πλύνουν τα παιδιά τους. Κάποιες άλλες βρήκαν ασφάλεια και ίσκιο. Πλέον είναι εκτός νεκροταφείου. Το πρωί ένας ιερέας και η αστυνομία τους ζήτησε να φύγουν.

Πλέον είναι και πάλι στους δρόμους. Ακόμη ένα βράδυ θα αναζητούν νέο καταφύγιο.

Την ίδια στιγμή, μπλόκα έχουν στηθεί κοντά στον καταυλισμό της Μόριας από κατοίκους που δηλώνουν αποφασισμένοι να μην επιτρέψουν να δημιουργηθεί ξανά το Κέντρο Υποδοχής και Ταυτοποίησης. Οι συγκεντρωμένοι δεν επιτρέπουν ούτε στους πρόσφυγες να επαναπροσεγγίσουν, αλλά ούτε και στα μηχανήματα του στρατού να κάνουν οποιαδήποτε εργασία αποκατάστασης.

Όσοι πρόσφυγες προσπαθούν να προσεγγίσουν το σημείο, επιστρέφουν στις καμένες σκηνές τους. Ψάχνουν τα αποκαΐδια. Να μαζέψουν ό,τι έχει σωθεί. Ανάμεσα σε αυτά βρίσκουν σημειώσεις γερμανικών. Τις παίρνουν ξανά στα χέρια τους και τις κρατούν. Ελπίζουν πώς θα συνεχίσουν ξανά τα μαθήματά τους. Θα βρουν την άκρη να συνεχίσουν τη ζωή τους.

Μέχρι τότε όμως θα συνεχίσουν να περιπλανιούνται. Στα χέρια τους εκτός από τις σημειώσεις κρατούν το βιός τους, που για άλλη μια φορά αναγκάστηκαν να κουβαλήσουν.