Πόλεμος στο Ιράν: Το κόστος των 25 δισ. δολαρίων και το ντόμινο σε καύσιμα, τρόφιμα και ταξίδια
Ο πόλεμος στο Ιράν έχει ήδη αφήσει λογαριασμό τουλάχιστον 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων στις επιχειρήσεις, με καύσιμα, μεταφορές και πρώτες ύλες να πιέζουν τις τιμές.
Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ με το Ιράν δεν μετριέται πλέον μόνο σε στρατιωτικές απώλειες, γεωπολιτικό ρίσκο και ενεργειακή ανασφάλεια. Μετριέται και σε έναν λογαριασμό που φουσκώνει καθημερινά για την παγκόσμια οικονομία: τουλάχιστον 25 δισεκατομμύρια δολάρια έχουν ήδη κοστίσει οι αναταράξεις στις εταιρείες σε όλο τον κόσμο, σύμφωνα με ανάλυση του Reuters.
Το ποσό αυτό, μάλιστα, είναι μόνο η αρχή. Οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με ακριβότερη ενέργεια, διαλυμένες αλυσίδες εφοδιασμού, υψηλότερα μεταφορικά κόστη και εμπορικές διαδρομές που έχουν κοπεί ή έχουν γίνει πολύ πιο ακριβές εξαιτίας του ρόλου του Ιράν στα Στενά του Ορμούζ. Τουλάχιστον 279 εταιρείες έχουν ήδη αναφέρει τον πόλεμο ως λόγο για αμυντικές κινήσεις, όπως αυξήσεις τιμών, περικοπές παραγωγής, αναστολή μερισμάτων ή επαναγορών μετοχών, άδειες άνευ αποδοχών, επιβαρύνσεις καυσίμων και αιτήματα για κρατική στήριξη.
Στενά του Ορμούζ: Το σημείο που κάνει τον πόλεμο παγκόσμιο πρόβλημα
Το σημείο-κλειδί είναι τα Στενά του Ορμούζ, ο θαλάσσιος διάδρομος που ενώνει τον Περσικό Κόλπο με τον Κόλπο του Ομάν και την Αραβική Θάλασσα. Δεν είναι απλώς ένας χάρτης σε μια γεωπολιτική ανάλυση. Είναι μία από τις πιο κρίσιμες ενεργειακές «αρτηρίες» του πλανήτη.
Σύμφωνα με τον Διεθνή Οργανισμό Ενέργειας, περίπου 25% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου πέρασε από τα Στενά του Ορμούζ το 2025, ενώ οι εναλλακτικές διαδρομές είναι περιορισμένες. Μόνο η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν λειτουργικούς αγωγούς που μπορούν να παρακάμψουν τα Στενά, ενώ χώρες όπως το Ιράκ, το Κουβέιτ, το Κατάρ, το Μπαχρέιν και το ίδιο το Ιράν εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από αυτό για τις εξαγωγές τους.
Η εμπλοκή των Στενών του Ορμούζ έχει εκτοξεύσει τις τιμές του πετρελαίου πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, δηλαδή περισσότερο από 50% υψηλότερα σε σχέση με τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο, σύμφωνα με το Reuters. Η άνοδος αυτή δεν μένει στα πρατήρια. Περνάει στα αεροπορικά εισιτήρια, στα ναύλα, στα πλαστικά, στα λιπάσματα, στα προϊόντα καθαρισμού, στα ελαστικά, στις συσκευασίες και τελικά στο ράφι.
Γιατί τα 25 δισ. μπορεί να είναι μόνο η πρώτη δόση
Το πιο ανησυχητικό στοιχείο στην ανάλυση του Reuters είναι ότι το πλήγμα δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στα εταιρικά αποτελέσματα. Οι ισολογισμοί του πρώτου τριμήνου παρέμειναν σχετικά ισχυροί, όμως οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η πραγματική πίεση στα περιθώρια κέρδους θα φανεί από το δεύτερο τρίμηνο και μετά.
Με απλά λόγια, πολλές εταιρείες έχουν ήδη αρχίσει να πληρώνουν ακριβότερα την ενέργεια και τις πρώτες ύλες, αλλά δεν έχουν ακόμη περάσει όλο αυτό το κόστος στους καταναλωτές ή δεν το έχουν γράψει πλήρως στα αποτελέσματά τους. Όσο περνά ο χρόνος, όμως, η δυνατότητα να απορροφηθούν οι αυξήσεις μειώνεται. Και όταν οι επιχειρήσεις δεν μπορούν πλέον να κρατήσουν τις τιμές, οι ανατιμήσεις φτάνουν στον καταναλωτή.
Αυτό είναι το πραγματικό ντόμινο: πρώτα ακριβαίνει το πετρέλαιο, μετά τα καύσιμα μεταφορών, έπειτα οι πρώτες ύλες και στο τέλος προϊόντα που δεν φαίνονται με την πρώτη ματιά συνδεδεμένα με τον πόλεμο. Από ένα απορρυπαντικό μέχρι ένα ελαστικό αυτοκινήτου και από μια πτήση μέχρι ένα γεύμα σε αλυσίδα fast food.
Οι αεροπορικές εταιρείες πληρώνουν τον μεγαλύτερο λογαριασμό
Σύμφωνα με το Reuters, οι αεροπορικές εταιρείες σηκώνουν μέχρι στιγμής το μεγαλύτερο μέρος του μετρήσιμου κόστους. Από τα τουλάχιστον 25 δισ. δολάρια που έχουν καταγραφεί, σχεδόν 15 δισ. δολάρια αφορούν τις αερομεταφορές, καθώς οι τιμές των καυσίμων αεροσκαφών έχουν σχεδόν διπλασιαστεί.
Αυτό εξηγεί γιατί οι εταιρείες του κλάδου στρέφονται σε επιβαρύνσεις καυσίμων, περιορισμούς κόστους ή επανεξέταση δρομολογίων. Για τον επιβάτη, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ακριβότερα εισιτήρια, λιγότερες επιλογές και μεγαλύτερη αβεβαιότητα στις κρατήσεις, ειδικά αν η κρίση συνεχιστεί μέσα στην τουριστική περίοδο.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην ενέργεια και τις μεταφορές. Η Toyota έχει προειδοποιήσει για πλήγμα 4,3 δισ. δολαρίων, ενώ η Procter & Gamble εκτιμά μεταπολεμικό πλήγμα 1 δισ. δολαρίου στα καθαρά κέρδη μετά φόρων. Παράλληλα, η McDonald's προειδοποίησε για υψηλότερο μακροπρόθεσμο κόστος λόγω των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Η περίπτωση της McDonald's είναι χαρακτηριστική γιατί δείχνει πώς μια ενεργειακή κρίση μετατρέπεται σε καταναλωτική κρίση. Ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, Κρις Κεμπτσίνσκι, ανέφερε ότι οι υψηλές τιμές καυσίμων πλήττουν ιδιαίτερα τη ζήτηση από καταναλωτές χαμηλότερου εισοδήματος. Με άλλα λόγια, όταν το νοικοκυριό πληρώνει περισσότερο για καύσιμα, ρεύμα και βασικά προϊόντα, κόβει από αλλού.
Ποιες πρώτες ύλες επηρεάζονται
Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ χτυπά και κρίσιμες πρώτες ύλες. Το Reuters αναφέρει ότι έχουν επηρεαστεί οι προμήθειες σε λιπάσματα, ήλιο, αλουμίνιο, πολυαιθυλένιο και άλλες βασικές εισροές για τη βιομηχανία. Σχεδόν 40 εταιρείες από τους κλάδους της βιομηχανίας, των χημικών και των υλικών έχουν ήδη δηλώσει ότι θα αυξήσουν τιμές λόγω της έκθεσής τους στις πετροχημικές προμήθειες της Μέσης Ανατολής.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας σημειώνει ότι πάνω από 30% του παγκόσμιου εμπορίου συνθετικής ουρίας και περίπου 20% του εμπορίου αμμωνίας και φωσφορικών περνά από τα Στενά του Ορμούζ, κάτι που δημιουργεί κινδύνους και για τις τιμές τροφίμων. Η περιοχή του Κόλπου παράγει επίσης περίπου 8% της παγκόσμιας προσφοράς αλουμινίου, ενός μετάλλου που χρησιμοποιείται σε κατασκευές, βιομηχανία και ενεργειακές τεχνολογίες.
Το μεγάλο ερώτημα: Θα πληρώσει τελικά ο καταναλωτής;
Η απάντηση, πρακτικά, είναι ότι ήδη πληρώνει ένα μέρος και πιθανότατα θα πληρώσει περισσότερο αν η κρίση συνεχιστεί. Οι εταιρείες μπορούν για ένα διάστημα να απορροφήσουν μέρος του κόστους, να αξιοποιήσουν αποθέματα ή να προστατευθούν μέσω συμβολαίων αντιστάθμισης κινδύνου. Όμως αυτή η «ασπίδα» δεν κρατά για πάντα.
Όταν τελειώνουν τα φθηνότερα αποθέματα, όταν λήγουν τα συμβόλαια προστασίας και όταν οι μεταφορές παραμένουν ακριβές, το κόστος περνά στις τιμές. Αυτό σημαίνει ότι ο πόλεμος στο Ιράν μπορεί να τροφοδοτήσει νέο κύμα πληθωρισμού, σε μια στιγμή που η καταναλωτική εμπιστοσύνη είναι ήδη εύθραυστη.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο διευθύνων σύμβουλος της Whirlpool, Μαρκ Μπίτζερ, είπε στους αναλυτές ότι οι καταναλωτές καθυστερούν την αντικατάσταση προϊόντων και επιλέγουν να τα επισκευάσουν. Η εταιρεία μείωσε στο μισό την πρόβλεψή της για το σύνολο του έτους και ανέστειλε το μέρισμά της, ενώ ο Μπίτζερ συνέκρινε το επίπεδο υποχώρησης της βιομηχανίας με περιόδους μεγάλης οικονομικής πίεσης, ακόμη και με την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση.
Γιατί η Ευρώπη και η Ασία ανησυχούν περισσότερο
Η Ευρώπη και η Ασία εμφανίζονται ιδιαίτερα εκτεθειμένες. Σύμφωνα με το Reuters, η πλειονότητα των εταιρειών που έχουν καταγράψει επιπτώσεις βρίσκεται στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη, όπου το ενεργειακό κόστος ήταν ήδη υψηλό, ενώ σχεδόν το ένα τρίτο προέρχεται από την Ασία, λόγω της βαθιάς εξάρτησης από πετρέλαιο και προϊόντα καυσίμων της Μέσης Ανατολής.
Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας επισημαίνει ότι περίπου 80% του πετρελαίου και των πετρελαϊκών προϊόντων που πέρασαν από τα Στενά του Ορμούζ το 2025 είχε προορισμό την Ασία. Στο LNG, η εξάρτηση είναι επίσης μεγάλη: πάνω από 110 δισ. κυβικά μέτρα LNG πέρασαν από τα Στενά το 2025, με το 93% των εξαγωγών LNG του Κατάρ και το 96% των εξαγωγών LNG των ΗΑΕ να διέρχονται από εκεί.
Πώς ένας πόλεμος γίνεται ακρίβεια στο ράφι
Ο μηχανισμός είναι σχετικά απλός, αλλά καταστροφικός. Το Ιράν και η Μέση Ανατολή επηρεάζουν τις ενεργειακές ροές. Τα Στενά του Ορμούζ περιορίζουν ή μπλοκάρουν κρίσιμες μεταφορές. Το πετρέλαιο και τα καύσιμα ακριβαίνουν. Οι μεταφορές κοστίζουν περισσότερο. Οι πρώτες ύλες γίνονται δυσεύρετες ή ακριβότερες. Οι εταιρείες βλέπουν τα περιθώρια κέρδους τους να πιέζονται. Και, τελικά, είτε μειώνουν παραγωγή και προβλέψεις είτε αυξάνουν τιμές.
Γι' αυτό το κόστος του πολέμου στο Ιράν δεν αφορά μόνο τις πετρελαϊκές εταιρείες ή τις αγορές ενέργειας. Αφορά την αεροπορική μετακίνηση, τα αυτοκίνητα, τα τρόφιμα, τα οικιακά προϊόντα, τα ελαστικά, τις συσκευασίες, τα λιπάσματα και την καθημερινή κατανάλωση.
Το πιο δύσκολο, σύμφωνα με τους αναλυτές, είναι ότι η πλήρης ζημιά δεν έχει ακόμη φανεί. Όπως σημείωσε στο Reuters ο Ράμι Σαράφα, CEO της Cordoba Advisory Partners, το πραγματικό πλήγμα στα κέρδη των περισσότερων εταιρειών «δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί» στα αποτελέσματα.
Και αυτό σημαίνει ότι ο λογαριασμός των 25 δισ. δολαρίων μπορεί να είναι απλώς η πρώτη καθαρή αποτύπωση μιας κρίσης που μόλις αρχίζει να περνά από τα στενά της γεωπολιτικής στην τσέπη του καταναλωτή.