Με αφορμή την πρόσφατη Συμφωνία Τουρκίας-Λιβύης, ακούμε συχνά το τελευταίο διάστημα για «χωρικά ύδατα» (ή όπως λέγεται αλλιώς «Αιγιαλίτιδα Ζώνη»), «Υφαλοκρηπίδα» και «Ανεξάρτητη Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ)». Όλες οι παραπάνω, ονομάζονται ζώνες θαλάσσιας δικαιοδοσίας και η σημασία τους είναι προφανής, αφού ρυθμίζουν τα δικαιώματα των παράκτιων κρατών στη θάλασσα και κατ’επέκταση διαμορφώνουν τις ισορροπίες μεταξύ τους. Συγκεκριμένα τα «χωρικά ύδατα» είναι ο θαλάσσιος χώρος στον οποίο τα κράτη ασκούν πλήρη κυριαρχία και μπορεί να εκτείνεται μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια από την ακτή, ενώ η «υφαλοκρηπίδα» και η ΑΟΖ, αρχίζουν από το τέλος των χωρικών υδάτων, εκτείνονται μέχρι 200 ναυτικά μίλια μέσα στη θάλασσα (ή και παραπάνω υπό προϋποθέσεις) και προσδίδουν κυριαρχικά δικαιώματα στην εξερεύνηση και εκμετάλλευση των φυσικών πόρων των θαλάσσιων υδάτων, του βυθού της θάλασσας και του υπεδάφους αυτού.

Το παρόν άρθρο θα επιχειρήσει να εκθέσει πολύ συνοπτικά το θέμα των ζωνών θαλάσσιας δικαιοδοσίας, αφού πρώτα σημειωθεί πως το εν λόγω ζήτημα είναι ανεξάντλητο και απασχολεί τους Διεθνείς Οργανισμούς και τα Διεθνή Δικαστήρια για πολλές δεκαετίες.

Ορόσημο για το εν λόγω νομικό ζήτημα αποτελεί η «Συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας», που υπογράφτηκε το 1982 στο Μοντέγκο Μπέι της Τζαμάικα. Κατά την διάσκεψη της Συνθήκης, στην οποία η Ελλάδα εκπροσωπήθηκε από τον τότε υφυπουργό Εξωτερικών και μετέπειτα Πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια, η Τουρκία προσπάθησε με όλες της τις δυνάμεις, ώστε τα νησιά να έχουν περιορισμένα δικαιώματα στις ζώνες θαλάσσιες δικαιοδοσίας. Για το λόγο αυτό υποστήριξε ότι τα δικαιώματα των νησιών στις θαλάσσιες ζώνες θα πρέπει να εξαρτώνται από παράγοντες όπως το μέγεθος, ο πληθυσμός ή μορφολογία του εδάφους κλπ. Τελικά οι ισχυρισμοί της Τουρκίας δεν έγιναν δεκτοί, καθώς στο άρθρο 121 της Συνθήκης ορίστηκε ότι τα νησιά διαθέτουν χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, όπως ακριβώς και οι ηπειρωτικές περιοχές, υπό την προϋπόθεση ότι μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση και οικονομική ζωή. Σε διαφορετική περίπτωση θα διαθέτουν μεν χωρικά ύδατα, όχι όμως ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα.

Στην ψηφοφορία που ακολούθησε την διάσκεψη, 130 κράτη ψήφισαν υπέρ, 4 κατά και 17 απείχαν, ενώ μέχρι σήμερα η Συνθήκη έχει κυρωθεί από 167 κράτη και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Τουρκία ουδέποτε υπέγραψε την Συνθήκη, καθώς σύμφωνα με όσα ήδη αναφέρθηκαν, θεώρησε πως περιείχε ρυθμίσεις εξαιρετικά ευνοϊκές για την Ελλάδα. Έτσι η Τουρκία συνεχίζει ακόμη να υποστηρίζει πως τα Ελληνικά νησιά δεν έχουν υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ και ότι η εγγύτητά τους στα Τουρκικά παράλια αποτελεί ειδική περίσταση, που πρέπει να ληφθεί υπόψη για τον καθορισμό των θαλάσσιων ζωνών. Βέβαια, στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί πως σύμφωνα με την κρατούσα ερμηνεία, η Τουρκία δεσμεύεται από την Συνθήκη του Μοντέγκο Μπέι και ας μην την έχει υπογράψει, καθώς ο γενικός κανόνας του άρθρου 121 αποτελεί ταυτόχρονα και εθιμικό διεθνές δίκαιο, με αποτέλεσμα να καταλαμβάνει ακόμη και τα μη συμβαλλόμενη κράτη.

Λίγα χρόνια μετά την υπογραφή της, και συγκεκριμένα το 1995, η Συνθήκη του Μοντέγκο Μπέι κυρώθηκε και επίσημα από το Ελληνικό Κοινοβούλιο. Τότε η Ελληνική κυβέρνηση δήλωσε ότι επιφυλάσσεται να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα μέχρι τα 12 ναυτικά μίλια από τα 6 ναυτικά μίλια που ήταν τότε (και που παραμένουν και σήμερα). Σε απάντηση αυτής της Ελληνικής δήλωσης η Τουρκία προέβη σε μία εξόχως προκλητική κίνηση. Συγκεκριμένα, στις 31/5/1995 η Τουρκική Βουλή εξουσιοδότησε εν λευκώ και στο διηνεκές την Τουρκική Κυβέρνηση να κηρύξει πόλεμο κατά της Ελλάδας, οποτεδήποτε η τελευταία επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα πέραν των 6 ναυτικών μιλίων. Είναι το γνωστό σε όλους μας «Casus Belli.» το οποίο δεν έχει αρθεί ακόμη και μέχρι σήμερα.

Η κίνηση αυτή της Τουρκίας αποτελεί καταστρατήγηση του Διεθνούς Δικαίου, καθώς αντίκειται στο Προοίμιο του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, που αναφέρεται στην καλή γειτονία και στην ειρηνική συνύπαρξη, στο άρθρο 2 παρ. 4, που απαγορεύει την χρήση ή την απειλή χρήσης βίας και στο άρθρο 2 παρ. 3 που προκρίνει την ειρηνική επίλυση των διαφορών. Επίσης αντίκειται στα άρθρα 1 και 2 του Βορειοατλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ) ήτοι της συμμαχίας, στην οποία μετέχουν και οι δύο χώρες. Όλα τα παραπάνω επιτείνονται από το γεγονός ότι η συντριπτική πλειοψηφία των παράκτιων κρατών, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, έχει προσδιορίσει το εύρος των χωρικών υδάτων τους στα 12 ναυτικά μίλια, αλλά και η ίδια η Τουρκία έχει επεκτείνει, ήδη από το 1964, τα χωρικά της ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί πως όσον αφορά την υφαλοκρηπίδα δεν απαιτείται ανακήρυξη, καθώς σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της θάλασσας το δικαίωμα αυτό υφίσταταιipsofacto kai abinitio, δηλαδή εξ αρχής και αυτοδίκαια. Αντίθετα, η ΑΟΖ δεν υπάρχει αυτοδίκαια, αλλά ανακηρύσσεται από το ενδιαφερόμενο παράκτιο κράτος. Μέχρι σήμερα, η χώρα μας δεν έχει προχωρήσει στην ανακήρυξη της ΑΟΖ της στο Αιγαίο για τους ίδιους λόγους που δεν έχει επεκτείνει τα χωρικά ύδατα στα 12 ναυτικά μίλια. Αντίθετα η Τουρκία υπέγραψε πρόσφατα τη συμφωνία με τη Λιβύη, που έχει ως αντικείμενο την ανακήρυξη της Τουρκικής ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο. Όμως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, η συμφωνία αυτή είναι αντίθετη με το Διεθνές Δίκαιο, καθώς παραγνωρίζει, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ στο Καστελόριζο και έτσι αντίκειται στο άρθρο 121 της Συνθήκης του Μοντέγκο Μπέι, αλλά και στο Διεθνές Εθιμικό Δίκαιο.

Μετά ταύτα είναι σαφές πως το Διεθνές Δίκαιο βρίσκεται στην πλευρά των Ελληνικών θέσεων. Αυτός είναι ο λόγος που η πάγια θέση της Ελλάδας είναι η παραπομπή του ζητήματος στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης (ΔΔΧ). Δεδομένου, όμως, ότι η Τουρκία δεν έχει αναγνωρίσει τη γενική υποχρεωτική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, απαιτείται ειδική συμφωνία (συνυποσχετικό) που θα αποτελέσει τη νομική βάση για τη δικαιοδοσία του ΔΔΧ. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί πως η προσφυγή σε Διεθνή Δικαστήρια θα πρέπει πάντα να σταθμίζεται με προσοχή και σύνεση, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις παραμέτρους, τις διεθνείς ισορροπίες, τις οικονομικές συγκυρίες και τις διπλωματικές συμμαχίες, διότι δεν πρέπει ποτέ να παραβλέπουμε πως τα ζητήματα αυτά είναι πρωτίστως πολιτικά και μετά νομικά. Μία επισκόπηση της νομολογίας του Δικαστηρίου της Χάγης δείχνει ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου είναι συνήθως συμβιβαστικές και σπάνια δικαιώνουν εξ ολοκλήρου την μία ή την άλλη πλευρά.