Το πόρισμα του Λάμπρου Σοφουλάκη είναι έκτασης 250 σελίδων. Σύμφωνα με την εφημερίδα Documento, που αποκαλύπτει στοιχεία από το κείμενο βλέπει ξεκάθαρα εμπλοκή ατόμων με θεσμικά αξιώματα στην υπόθεση, ενώ για την εισαγγελέα Διαφθοράς Ελένη Τουλουπάκη, στην οποία τελικά ασκήθηκε δίωξη, αναφέρει πως κινήθηκε με γνώμονα την αποκάλυψη της αλήθειας. Όσον αφορά την Novartis και την εμπλοκή προσώπων με θεσμικά αξιώματα, αναφέρει: “Και υπαρκτές ήταν και από το σύνολο των στοιχείων της δικογραφίας, ανέκυπταν οι αθέμιτες πρακτικές της εν λόγω φαρμακοβιομηχανίας, που συντέλεσαν στην διόγκωση της φαρμακευτικής δαπάνης της χώρας εις βάρος του κοινωνικού συνόλου, από τη μία, ενώ πολυάριθμη και πολυεπίπεδη αναδύεται από την άλλη η εμπλοκή πλειάδας προσώπων κινούμενων στον χώρο του φαρμάκου και ουχί μόνον, μη εξαιρουμένων και των κατεχόντων θεσμικά αξιώματα ατόμων, οπότε οι ανάγκες της ανάκρισης, επέβαλλαν να διερευνηθεί και να διαλευκανθεί η υπόθεση προς όλες τις κατευθύνσεις και προς όλα τα επίπεδα δίχως εξαιρέσεις”. Και προσθέτει: “Τρανή άλλωστε απόδειξη περί τούτου και η εντελώς πρόσφατη ανομολογούμενη, από την ανωτέρω ελεγχόμενη εταιρεία Novartis AG, μέσω του επιτευχθέντος εξωδικαστικού συμβιβασμού με την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, κατόπιν καταβολής υψηλού χρηματικού προστίμου, υπερβαίνοντος συνολικά τα 310 εκατομμύρια δολάρια, εμπλοκή υψηλόβαθμων στελεχών της στις παράνομες πρακτικές προκειμένου να κλείσουν οι έρευνες των αμερικανικών αρχών, επί των διερευνούμενων ποινικών υποθέσεων με βάση τις τις διατάξεις του νόμου κατά της δωροδοκίας και περί αλλοδαπών πρακτικών διαφθοράς εν σχέσει με αρχές και υπηρεσίες αλλοδαπών κυβερνήσεων που έλαβαν χώρα (και στη χώρα μας) μεταξύ των ετών 2012 και 2015″.

“Επομένως και εξ αυτού του κεφαλαιώδους σημασίας στοιχείου, επιρρωνύεται και ενδυναμώνεται έτι μάλλον η άποψη ότι οι βαλλόμενοι εισαγγελείς εγκλημάτων διαφθοράς, έπραξαν κατ’ ουσία και κατ’ αποτέλεσμα με επιτυχία το δικαστικό τους καθήκον, κινούμενοι με γνώμονα την εξακρίβωση της αλήθειας χωρίς το οποιοδήποτε προσωπικό ή άλλο εξωυπηρεσιακό θετικό ή αρνητικό ενδιαφέρον”.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί ακυρότητας της αξιοπιστίας των μαρτύρων, καταδεικνύεται πως η εισαγγελέας δεν γνώριζε αν οι εδώ προστατευόμενοι μάρτυρες ήταν οι ίδιοι με αυτούς που εξετάστηκαν από τις αμερικανικές αρχές. Καταρρίπτεται έτσι το επιχείρημα πως κατέθεσαν τα ίδια άτομα στις ΗΠΑ και στην Ελλάδα, με στόχο να λάβουν ανταλλάγματα. Επίσης, το πόρισμα αναφέρει πως ορθώς διατηρήθηκε γι’ αυτούς το καθεστώς του προστατευόμενου μάρτυρα. Το πόρισμα αναφέρει πως επίσης πως το καθεστώς των προστατευόμενων μαρτύρων μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε στιγμή διότι δεν επηρεάζει την ποινική διαδικασία και ότι σε κάθε περίπτωση οι καταθέσεις των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος είναι αξιοποιήσιμες. Επίσης, ακόμη και αν οι μάρτυρες είναι ίδιοι, σε Ελλάδα και ΗΠΑ, δεν προκύπτει κάποιο κώλυμα εξέτασης. Αναφέρεται σχετικά στο πόρισμα: “Δεν επεδίωκαν στα αλήθεια ίδιον όφελος από την πορεία της υπόθεσης για τον απλούστατο λόγο, ότι δεν προβλέπεται από την ελληνική έννομη τάξη, η χορήγηση τέτοιου οικονομικού κινήτρου”. Επίσης τονίζει πως οι μάρτυρες δεν επεδίωξαν να καταθέσουν ενώπιον των εισαγγελέων, αλλά κλήθηκαν να το κάνουν. Η τοποθέτησή τους στην κατηγορία των προστατευόμενων μαρτύρων είχε όλες τις απαραίτητες εγκρίσεις και “είχε και εξακολουθεί να έχει μέχρι τυχόν ανάκλησής της το τεκμήριο της νομιμότητας, γιατί κρίθηκε και αξιολογήθηκε και σε ανώτατο επίπεδο και βαθμό κρίσης και ευρέθη σύννομη”.