«Οι σπασμωδικές αντιδράσεις της Τουρκίας σε συνέχεια του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και της επίσκεψης του υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Δένδια, στην Αρμενία και το Ιράκ, το μόνο που κάνουν είναι να αναδεικνύουν διεθνώς το αδιέξοδο στο οποίο έχει περιέλθει συνεπεία των δικών της επιλογών» τονίζει ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών Αλέξανδρος Γεννηματάς, απαντώντας σε ερώτημα δημοσιογράφου σχετικά με τις χθεσινές δηλώσεις του υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας.

Περαιτέρω ο κ. Γεννηματάς επισημαίνει ότι «όσο για τον εξωφρενικό ισχυρισμό της ότι αποτελεί κοινό παρονομαστή για τη λύση όλων των προβλημάτων στην περιοχή, θα ήταν σκόπιμο να τον επιβεβαιώσει με τις χώρες της περιοχής που μάλλον ως κοινό παρονομαστή των προβλημάτων τους την αισθάνονται».

Είχαν προηγηθεί νέες εμπρηστικές δηλώσεις από το τουρκικό ΥΠΕΞ που αφού εξαπέλυσε πυρά κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χαρακτήρισε «κακομαθημένες» την Ελλάδα και την Κύπρο.

Ειδικότερα ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Τουρκίας, Χαμί Ακσόι, με ανακοίνωση αναφέρθηκε στο κείμενο συμπερασμάτων της ευρωπαϊκής Συνόδου Κορυφής, μέσα στο οποίο υπήρχαν αναφορές για την χώρα του.

Όπως τόνισε ο τούρκος αξιωματούχος «καλό θα είναι η ΕΕ να τηρήσει ουδέτερη στάση και να προσφέρει συμβουλές προσανατολισμένες στην εύρεση λύσης από το να μας απειλεί».

Στη συνέχεια, σημείωσε πως η Τουρκία έδειξε προθέσεις και καλή θέληση για έναρξη διαλόγου και τώρα περιμένει συγκεκριμένα βήματα και απτές ενέργειες από την Ευρώπη για να επιτευχθούν τα επιθυμητά αποτελέσματα.

Μάλιστα, έκανε λόγο για «συνήθη προκατειλημμένη στάση της ΕΕ κατά της Τουρκίας», ενώ δεν αποτελεί έκπληξη για την Άγκυρα που η Ένωση χαρακτηρίζει ως «προκλητική την αποφασιστικότητά μας να υπερασπιστούμε τα δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων».

«Πυρά» κατά Ελλάδας και Κύπρου

Επίσης, έστρεψε τα πυρά του κατά της Ελλάδας και της Κύπρου λέγοντας πως οι δύο χώρες έχουν «παράλογα και αναιδή αιτήματα που πρέπει να σταματήσουν».

Τέλος, τόνισε πως «οι συνεχιζόμενες απειλές για κυρώσεις από την ΕΕ περισσότερο αποθαρρύνουν και δεν ενθαρρύνουν τον διάλογο και τη συμφιλίωση και αποδεικνύουν ότι ο σκοπός και η γλώσσα της απέχουν πολύ από την ειλικρίνεια και την εποικοδομητικότητα».