Σαν σήμερα, στις 14 Ιουλίου του 1969 , ήχησαν οι σειρήνες του πολέμου μεταξύ Ονδούρας και Ελ Σαλβαδόρ, με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα. Αφορμή στάθηκαν οι ποδοσφαιρικές συναντήσεις μεταξύ των εθνικών ομάδων των δύο γειτονικών χωρών της Κεντρικής Αμερικής για τα προκριματικά του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970. Ο «πόλεμος » διήρκεσε 100 ώρες, από τις 14 Ιουλίου έως τις 18 Ιουλίου 1969 και άφησε πίσω του 6.000 νεκρούς και τραυματίες.

Το Ελ Σαλβαδόρ και η Ονδούρα ήταν δύο τυπικές μπανανίες εκείνη την περίοδο, τις οποίες κυβερνούσαν στρατιωτικές δικτατορίες. Βρίσκονταν υπό την άμεση επιρροή της Ουάσιγκτον, που προωθούσε ένα κοινό οικονομικό χώρο στην περιοχή ως αντίβαρο στην αυξανόμενη γοητεία της κομμουνιστικής Κούβας. Το Ελ Σαλβαδόρ, με έκταση περίπου όση η Πελοπόννησος, ήταν αρκετά πυκνοκατοικημένο με 3.000.000 κατοίκους, ενώ η Ονδούρα, με έκταση λίγο μικρότερη από της Ελλάδας, είχε μόλις 2.333.000 κατοίκους. Και οι δύο χώρες ήταν παλιές αποικίες της Ισπανίας, οι κάτοικοί τους μιλούσαν ισπανικά και ασπάζονταν στη συντριπτική τους πλειονότητα των ρωμαιοκαθολικισμό.  Είχαν δύο ακόμη ομοιότητες: μαστίζονταν από τη φτώχεια και τις αβυσσαλέες κοινωνικές ανισότητες.

Το μεγαλύτερο «αγκάθι» στις μεταξύ τους σχέσεις των δύο χωρών ήταν η μετανάστευση και οι εκτάσεις γης. Από τις αρχές του 20ου αιώνα χιλιάδες κάτοικοι του Ελ Σαλβαδόρ μετακόμισαν στη γειτονική χώρα. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, τη δεκαετία του ’60 ο αριθμός των μεταναστών να ανέρχεται στις 300 χιλιάδες. Μάλιστα, οι ίδιοι είχαν καταφέρει να κάνουν δικό τους το 20% των γεωργικών εκτάσεων.

Μπροστά σε αυτό το φαινόμενο, οι γαιοκτήμονες της Ονδούρας ίδρυσαν μια οργάνωση, που είχε ως σκοπό να αποτρέψει την επιπλέον απόκτηση εκτάσεων από τους μετανάστες, ενώ οι ίδιοι πίεσαν τον πολιτικό κόσμο της χώρας να ψηφιστεί νόμος για την αναδιανομή της γης στους ντόπιους. Μια γη, που είχαν ήδη στην κατοχή τους αυτοί από το Ελ Σαλβαδόρ. Τα πράγματα άρχισαν να ξεφεύγουν, όταν κάτοικοι της Ονδούρας, με έντονο το εθνικιστικό στοιχείο, έφτασαν σε σημείο να βασανίζουν και να σκοτώνουν μετανάστες. Όσοι από αυτούς έσωσαν τη ζωή τους, κατάφεραν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Με το μίσος να ξεχειλίζει μεταξύ των δύο λαών, το ποδοσφαιρικό συναπάντημα στα προκριματικά του Μουντιάλ του 1970 ήρθε να αποτελέσει το κερασάκι στην τούρτα. Ονδούρα και Ελ Σαλβαδόρ προκρίθηκαν στην ημιτελική φάση, όμως μόνο μία από τις δύο ομάδες θα έπαιρνε το εισιτήριο και θα έμενε ζωντανή στη μάχη για πρόκριση στο Παγκόσμιο Κύπελλο.

Στις 6 Ιουνίου 1969, όταν οι εθνικές ομάδες των δύο χωρών παρατάχθηκαν στο στάδιο της πρωτεύουσας της Ονδούρας “Τεγκουσιγκάλπα” για τον πρώτο τους αγώνα στην προκριματική φάση του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970. Η Ονδούρα νίκησε 1-0, με γκολ που σημειώθηκε στις καθυστερήσεις. Ο Τύπος του Σαλβαδόρ άφησε υπονοούμενα για το παιγνίδι. Ο τρόπος που έχασε το Σαλβαδόρ προκάλεσε την αυτοκτονία της 18χρονης Αμέλια Μπολάνιος με το περίστροφο του πατέρα της. Η νεαρή κοπέλα χρίστηκε μάρτυρας από τους συμπατριώτες της, οι οποίοι ζητούσαν εκδίκηση στον επαναληπτικό.

Στις 15 Ιουνίου, ο αγώνας έγινε στην πρωτεύουσα της χώρας Σαν Σαλβαδόρ, κάτω από πρωτοφανή μέτρα ασφαλείας. Η τοπική ομάδα νίκησε άνετα με 3-0 και ανανέωσε τις ελπίδες της για πρόκριση, αφού θα γινόταν και τρίτο παιγνίδι σε ουδέτερο γήπεδο. Παρά τα αυστηρά μέτρα, τα επεισόδια δεν αποφεύχθησαν. Οι οπαδοί της Ονδούρας που είχαν ακολουθήσει την ομάδα τους δέχθηκαν επίθεση από ντόπιους κατά την επιστροφή τους, με αποτέλεσμα να σπάσουν τα τζάμια πολλών αυτοκινήτων και πούλμαν. Ο πρόεδρος του Σαλβαδόρ Φιντέλ Σάντσες Ερνάντες επέρριψε την ευθύνη των επεισοδίων στους κομμουνιστές.

Στις 26 Ιουνίου, το Σαλβαδόρ διέκοψε τις διπλωματικές σχέσεις με την Ονδούρα, έπειτα από πληροφορίες για αντίποινα της αστυνομίας σε βάρος σαλβαδοριανών μεταναστών. Την επομένη διεξήχθη και το τρίτο και καθοριστικό παιγνίδι.

Το Ελ Σαλβαδόρ επικράτησε με 3-2 στην παράταση και πήρε το εισιτήριο για την τελική φάση των προκριματικών (στη συνέχεια προκρίθηκε στο Παγκόσμιο Κύπελλο), όμως η σταγόνα είχε ήδη ξεχειλίσει το ποτήρι. Ο «πόλεμος του ποδοσφαίρου» ήταν προ των πυλών.

Μέρα με τη μέρα η κατάσταση στα σύνορα των δύο χωρών χειροτέρευε και οι αψιμαχίες ήταν καθημερινό φαινόμενο. Τις πρωινές ώρες της 14ης Ιουλίου 1969 η σαλβαδοριανή αεροπορία βομβάρδισε την πρωτεύουσα της Ονδούρα Τεγκουσιγκάλπα, ενώ την ίδια ώρα οι χερσαίες δυνάμεις της πέρασαν τα σύνορα με την Ονδούρα. Μέχρι το βράδυ της 15ης Ιουλίου είχαν εισχωρήσει σε βάθος 8 χιλιομέτρων, αλλά η προέλασή τους ανεκόπη ελλείψει εφοδίων και κυρίως καυσίμων.

Το πρωί της 16ης Ιουλίου η κατάσταση στα πεδία των μαχών βρισκόταν σε αδιέξοδο. Οι σαλβαδοριανοί κυριαρχούσαν στο έδαφος και οι ονδουριανοί στον αέρα. Για τέσσερις ημέρες – και παρά την παρέμβαση του Οργανισμού Αμερικανικών Πολιτειών – υπήρχαν εκατέρωθεν βομβαρδισμοί από αέρος, αλλά και χερσαίες επιχειρήσεις.

To βράδυ της 18ης Ιουλίου επετεύχθη συμφωνία για την κατάπαυση του πυρός και απόσυρση των δυνάμεων του Σαλβαδόρ στα εδάφη του. Τέθηκε σε ισχύ στις 20 Ιουλίου και τα στρατεύματα του Σαλβαδόρ ολοκλήρωσαν την αποχώρησή τους από τα εδάφη της Ονδούρας στις αρχές Αυγούστου.

Τα θύματα του πολέμου των 100 ωρών έφθασαν τα 6.000 και από τις δύο πλευρές, ενώ 100.000 άνθρωποι ξεριζώθηκαν από τις εστίες τους. Έμεινε στην ιστορία ως ο «πόλεμος του ποδοσφαίρου» ή «πόλεμος των 100 ωρών», λόγω της χρονικής διάρκειάς του. Ο «Πόλεμος του Ποδοσφαίρου» δεν έλαβε μεγάλη δημοσιότητα, καθώς η προσοχή του κόσμου ήταν επικεντρωμένη στην ηράκλεια προσπάθεια του πληρώματος του διαστημοπλοίου Απόλλων 11 να πατήσει για πρώτη φορά το πόδι του στη Σελήνη.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις