Τι είδους δημιουργός είναι άραγε ο Ανδρέας Finch που με τα περίπτερα-μινιατούρες που φτιάχνει, αναπαριστά ένα κομμάτι αστικού πολιτισμού που τείνει να χαθεί; Είναι ένας καλλιτέχνης που φτιάχνει κομψοτεχνήματα, εμπνευσμένα από την αστική καθημερινότητα μιας άλλης εποχής; Ένας τεχνίτης της 3D εκτύπωσης που, με ένα σύγχρονο εργαλείο, απαθανατίζει κάτι πολύ παλιό; Ή ένας παιχνιδοποιός που αναπαριστά κάτι ούτε καινούριο ούτε ακριβώς παλιό;
Κάτι σαν το όνειρο, που έχει μέσα χρώματα, εικόνες, φώτα, απολαύσεις, μυρωδιές, αναμνήσεις, φαντασία. Αλλά που δεν είναι πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας. Κάτι σαν το παιχνίδι.
Η έκθεση «Περί Πτερύγων Ανέμων» που παρουσίασε ο Ανδρέας Finch στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων ήταν ένα ταξίδι στην ιστορία του αθηναϊκού περιπτέρου. Η έκθεση έριξε αυλαία την Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου αλλά καινούριες δουλειές είναι στα σκαριά και σύντομα θα βγουν στο φως.
Με 20 τρισδιάστατα έργα, «αποτέλεσμα μακρόχρονης έρευνας, που αφηγούνται την ιστορία και την εξέλιξη των αθηναϊκών περιπτέρων», ο επισκέπτης στο κτίριο του δήμου έβλεπε να ζωντανεύουν μπροστά του κάθε είδους τύποι αλλά και «γεγονότα» περιπτέρων της Αθήνας, από τα πρώτα πολυγωνικά κιόσκια της πλατείας Συντάγματος στις αρχές του 20ού αιώνα, μέχρι το πρώτο Μινιόν (ήταν περίπτερο πριν γίνει πολυκατάστημα) και το διάσημο γκρεμισμένο περίπτερο στην Πανεπιστημίου, «θύμα» του μετροπόντικα το 1997.
Όσο βρισκόμασταν εκεί, από την έκθεση πέρασαν παλιοί περιπτεράδες που έβλεπαν με συγκίνηση εικόνες από τη ζωή τους, αλλά και -κάπως τυχαία- (γνωστοί) πολιτικοί, με τον Ανδρέα Finch να μιλά σε όλους με το ίδιο πάθος για τα δημιουργήματά του. Την ίδια στιγμή που άλλαζε στα μικρά περίπτερα τις μπαταρίες, για να συνεχίζουν να έχουν φως.
«Κανείς δεν είχε φτιάξει ένα περίπτερο»
«Κύρια ασχολία μου από μικρό παιδί, ήταν οι συλλογές και το εμπόριο παλαιών αντικειμένων. Κόλλησα αυτό το μικρόβιο σε πολύ τρυφερή ηλικία. Γύρω στα 11. Μάζευα πράγματα, γύρναγα την Αθήνα. Παράλληλα, είχα και μια μεγάλη συλλογή με ελληνικά παλιά παιχνίδια», εξηγεί ο Ανδρέας Finch στον FLASH, για το πώς ξεκίνησε αυτές τις δημιουργίες.
«Μια μέρα συνειδητοποίησα ότι κανείς δεν είχε φτιάξει ένα περίπτερο. Κατά μία διαβολική σύμπτωση, εκείνη την περίοδο είχα αγοράσει τον πρώτο μου 3D εκτυπωτή. Και έπαιζα, πειραματιζόμουν, ξεκίνησα να φτιάχνω πραγματάκια, χωρίς να έχω ιδέα τι κάνω. Κάπως αυτά τα δύο συνδέθηκαν και αποφάσισα να φτιάξω το δικό μου παιχνίδι-περίπτερο.
Αυτή ήταν η αρχή. Μέσα σε ένα απόγευμα είχα κάνει το πρώτο μου σχέδιο, το οποίο έμεινε μέχρι και σήμερα. Πάνε σχεδόν 10 χρόνια από τότε», λέει ο Ανδρέας.
Ρωτήσαμε τι ήταν αυτό που τον τράβηξε περισσότερο στα περίπτερα. «Ανέκαθεν με τράβαγε το αρχιτεκτονικό στοιχείο. Επειδή είμαι παιδί της πόλης και γύρναγα πάντα τριγύρω, μου έκανε εντύπωση η συνύπαρξη των πιο παλιών περιπτέρων με την πιο σύγχρονη Αθήνα. Την Αθήνα που έζησα ως παιδί στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Έβλεπες να γεννάται μια καινούρια πόλη μέσα από την παλιά. Παρ’ όλα αυτά, τα περίπτερα ήταν λίγο-πολύ αναλλοίωτα», σημειώνει.
«Επίσης, τα χρόνια που ασχολούμουν με την εύρεση παλιών αντικειμένων, ταξίδευα και σε άλλες πόλεις, γύρναγα περιοχές της Αττικής. Το περίπτερο ήταν ο βασικός πληροφοριοδότης. Αν ήθελες να μάθεις πού μπορείς να βρεις κάτι, θα πήγαινες στο περίπτερο να ρωτήσεις. Κι αυτό είναι ίσως ένας λόγος που με έφερε πιο κοντά».
Καθώς μιλά για τη διαδρομή του, ο Ανδρέας Finch μας παρουσιάζει παράλληλα τα εκθέματα ένα προς ένα. Μας δείχνει το μοντέλο από το πρώτο περίπτερο που εμφανίστηκε στην Αθήνα, ένα πολυγωνικό κιόσκι το οποίο ακολουθούσε το ελβετικό πρότυπο.
Πιθανότατα τοποθετήθηκε πρώτα στην πλατεία Συντάγματος, στα τέλη του 19ου αιώνα – υπάρχει σε φωτογραφίες. Μετά, μπαίνουν κι άλλα, στην πλατεία Ομονοίας και σε άλλα κεντρικά σημεία της Αθήνας
Λίγα χρόνια αργότερα, περίπου στη δεκαετία του ’20, τυποποιείται η τετράγωνη μορφή, τα περίπτερα πολλαπλασιάζονται και ανοίγουν και σε άλλες πόλεις. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο βέβαια, τα περίπτερα μετατρέπονται σε κέντρα της κοινωνικής ζωής, σε μικρούς κόσμους.
Βλέπουμε περίπτερα παρμένα από σκηνές σε παλιές ελληνικές ταινίες, όπως ένα που γκρεμίστηκε από ένα αυτοκίνητο.
Υπάρχουν περίπτερα με τα γνωστά τηλέφωνα αλλά και τον «Κουτάλα», το ιστορικό περίπτερο στο Καβούρι που έβγαζε μια μεγάλη κουτάλα με πράγματα σε κάθε οδηγό που σταματούσε μπροστά του, χωρίς να χρειάζεται ο πελάτης να κατεβαίνει από το αυτοκίνητο.
Έγινε έτσι «το πρώτο ελληνικό drive through», όπως λέει ο Ανδρέας Finch.
«Έρευνα και αυτοσχεδιασμός»
«Όλο αυτό είναι απόρροια μακροχρόνιας έρευνας. Όταν ξεκίνησα με τα περίπτερα, άρχισαν να μου στέλνουν όλοι φωτογραφίες που έβρισκαν στο διαδίκτυο, κυρίως από παλιά περίπτερα. Έφτιαξα ένα αρχείο. Μετά μου έκανε κάποιος δώρο το βιβλίο του Θανάση Κάππου για τα αθηναϊκά περίπτερα, ο οποίος έχει κάνει εκτενέστατη μελέτη στον τομέα αυτό. Μπόρεσα έτσι κάπως να το εξερευνήσω εις βάθος το θέμα, προκειμένου να μπορέσω να το αποδώσω με τον δικό μου τρόπο», εξηγεί.
Όμως, όπως επισημαίνει, υπάρχουν σε αυτά που φτιάχνει στοιχεία φαντασίας και αυτοσχεδιασμού. «Υπάρχει αυτό, ειδικά στα πιο παλιά περίπτερα, εκεί που είχαμε μόνο μια φωτογραφία. Για παράδειγμα, στο Μινιόν του Γεωργακά, είχαμε μόνο την πρόσοψη. Δεν είχαμε εικόνα για τα πλαϊνά του, για τις βιτρίνες. Χρειάστηκε να δουλέψει η φαντασία».
«Με μάγευαν τα γιουσουρούμ και τα παλιατζίδικα»
«Γεννήθηκα στον Καναδά, ήρθαμε στην Ελλάδα στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Μεγάλωσα στο Κολωνάκι, μέσα στο κέντρο. Όταν πρωτοήρθαμε στο κέντρο της Αθήνας, ήμουν το πιο ευτυχισμένο παιδί στον κόσμο. Οι γονείς μου εκείνη την εποχή ένιωθαν ότι θα στενοχωριόμουν, ότι θα με ενοχλούσε το γκρίζο, ότι δεν θα έχει αλάνες να παίξουμε. Καμία σχέση», περιγράφει ο Ανδρέας.
«Είχα βγει στο μπαλκόνι, έβλεπα κάτω όλον αυτόν τον χαμό. Όλα ξεκίνησαν όταν με πήγαν μια Κυριακή στο Μοναστηράκι, αρχές του ’90. Τότε στην Ερμού γινόταν ένα τεράστιο γιουσουρούμ (σ.σ. παζάρι). Ήταν αδιανόητη η εικόνα αυτή. Όλη αυτή η φλυαρία, ο σουρεαλισμός, οι φωνές, οι μυρωδιές, ούτε ένα χιλιόμετρο μακριά από το σπίτι μου. Αυτό με συνεπήρε από την πρώτη στιγμή, δεν έβλεπα την ώρα να ξαναγυρίσω κάτω».
«Μου άρεσε να βλέπω όλα αυτά τα αντικείμενα, τελείως ετερόκλητα, πεταμένα κάτω, να συνομιλούν μεταξύ τους. Ήθελα να κατεβαίνω να βλέπω. Έφευγα από το σπίτι, έλεγα ότι πήγαινα στη Δεξαμενή να παίξω μπάλα με τα παιδιά. Πήγαινα τρέχοντας μέχρι την Ερμού, στα παλιατζίδικα. Να δω τι έχουν εκεί μέσα και γιατί τα έχουν. Έτσι, με τα πολλά, κατάλαβα και άρχισα να μαζεύω κι εγώ αντικείμενα», λέει ο Ανδρέας Finch.
«Ήμουν και ακόμα είμαι συλλέκτης παιχνιδιών, συνέλεγα οτιδήποτε έχει να κάνει με art deco. Τα καπνικά έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, οι διαφημίσεις -λιθογραφίες, διάφορες μορφές τέχνης που συναντώνται στα παλιά αντικείμενα. Τα παιχνίδια έχουν πολύ πλούσιο καλλιτεχνικό αποτύπωμα επάνω τους», τονίζει, μιλώντας από τη σκοπιά του συλλέκτη.
«Το παρακάνουμε λίγο με τη νοσταλγία»
Σε μια εποχή που η Αθήνα αλλάζει -και τα περίπτερα βιώνουν πλέον σταθερή παρακμή- φαίνεται να υπάρχει ένα κύμα νοσταλγίας για το πώς η πόλη ήταν παλιά. Εκφράζεται μέσα από την τέχνη, από συλλογή και ανάδειξη -φωτογραφικών κυρίως- ντοκουμέντων, περισσότερο στο διαδίκτυο και τα social media. Προσφάτως, σε αυτήν την κατεύθυνση επιστρατεύεται και το AI, με διάφορες απόπειρες να «δούμε» πώς ήταν τα πράγματα παλιά.
Επιμείναμε ειδικά στη λέξη νοσταλγία και ρωτήσαμε τον Ανδρέα Finch πώς στέκεται απέναντι σε αυτό.
«Δεν είμαι κατά της εξέλιξης. Λογικό είναι που φεύγουν τα περίπτερα, ο κόσμος δεν καπνίζει δέκα πακέτα την ημέρα, δεν αγοράζουμε εφημερίδες. Δεν συμμερίζομαι αυτή τη νοσταλγία. Τα αγαπάω τα περίπτερα, τα αναγνωρίζω ως σύμβολο του αστικού πολιτισμού της Ελλάδας. Αλλά δεν μπορούν να παίξουν αντίστοιχο ρόλο στον σημερινό κόσμο, με αυτόν που έπαιζαν παλιά», λέει.
«Θεωρώ ότι κυρίως στις γενιές 35 με 45, υπάρχει μία εμμονή με το ρετρό στοιχείο. Υπάρχει ενδεχομένως μια τάση εξιδανίκευσης πραγμάτων που, υπό άλλες συνθήκες, δεν θα αποδεχόμασταν. Νομίζω ότι η οικονομική κρίση έπαιξε ρόλο σε αυτό. Από τη μια είναι ωραίο που εκτιμούμε πράγματα. Παλιές επιγραφές, διαφημίσεις, την αρχιτεκτονική, η αστική αρχαιολογία της Αθήνας είναι ωραίος κόσμος. Από την άλλη, φτάνουμε και λίγο στο άλλο άκρο νομίζω κάποιες φορές, διυλίζουμε και τον κώνωπα».
Για τις καταιγιστικές αλλαγές που βιώνει σήμερα η Αθήνα, με πολλά κτίρια στο κέντρο να γίνονται ξενοδοχεία -για παράδειγμα-, τα αισθήματά του είναι ανάμικτα. «Είναι καλό όταν παλιά κτίρια αποκτούν ζωή, ακόμα κι έτσι υπάρχει μια εξέλιξη. Υπάρχει πρόβλημα βέβαια όταν Αθηναίοι δεν μπορούν να μείνουν στην πόλη, λόγω της κατάστασης στη στέγαση και στα ενοίκια», αναφέρει.
Homo ΗΣΑΠiens
Ο Ανδρέας Finch ωστόσο έχει προχωρήσει τις δημιουργίες του πέρα από τα περίπτερα. Πάντα με εργαλείο την τρισδιάστατη εκτύπωση, εξερευνά πλέον και άλλες όψεις της αστικής ζωής, σταθμούς του ηλεκτρικού, πολυκατοικίες, γειτονιές.
«Τα περίπτερα ήταν η αρχή. Ήθελα να αποτυπώσω την ατμόσφαιρα κάποιων στοιχείων που έβλεπα, γυρνώντας την Αθήνα από παιδί. Λίγο από τα τέλη των ‘80s, από τα ‘90s, ό,τι θυμάμαι να τα δέσω».
Ένα από αυτά τα έργα είναι και το ευρηματικό Homo ΗΣΑΠiens. «Είχα κάνει μια απόπειρα για τον ΗΣΑΠ. Να αποτυπωθεί η αρχιτεκτονική των σταθμών του ΗΣΑΠ στην Αθήνα. Η Ομόνοια με τα πορτοκαλί πλακάκια, η Βικτώρια, άλλοι σταθμοί όπως τα Κάτω Πατήσια. Είναι πολλοί παλιοί σταθμοί που διατηρούν πολλά στοιχεία από την ξεχασμένη Αθήνα», αναφέρει.
«Είχα ξεκινήσει ένα project, το οποίο το είχα βαφτίσει Homo ΗΣΑΠiens. Καταλαβαίνεις ότι μου αρέσουν τα βλακώδη λογοπαίγνια (γέλια). Παρουσιάζει σταθμούς του ΗΣΑΠ μέσα από τη δική μου ματιά».
Η πόλη σαν τούρτα
«Ένα άλλο project που είναι σε συνοχή με αυτό, είναι οι διατομές της πόλης. Παίρνουμε μια περιοχή, τη φανταζόμαστε σαν μια τούρτα και κόβουμε μια φέτα. Και βλέπουμε όλες τις στρώσεις», λέει ο Ανδρέας Finch.
«Μπορούμε να πάρουμε μια περιοχή από την Κυψέλη και να κόψουμε μια ωραία φέτα. Έχουμε σταθμό τρένου, έχουμε τα υπόγεια καταφύγια του Μεταξά, έχουμε πολυκατοικία κομμένη στη μέση, βλέπουμε πώς είναι μέσα τα διαμερίσματα, βλέπουμε και άλλα κτίρια από πίσω, βάζουμε λίγα φώτα, λίγους καθρέφτες. Παίζουμε και φτιάχνουμε κάτι λίγο σουρεάλ, με στοιχεία που επικαλούνται αναμνήσεις και βιώματα», επισημαίνει.
Πόσο χρόνο κάνει όμως να φτιαχτεί ένα έργο; «Όλη η ιστορία είναι η προεργασία, το σχέδιο, το χώρισμα των κομματιών. Κάποιες κατασκευές μπορεί να πάρουν 2 με 3 μήνες, άλλες μπορεί να πάρουν 5 ημέρες», τονίζει. και εξηγεί ότι «πολύ προσεχώς, αν όλα πάνε καλά, θα έχουμε πολλές φέτες από την πόλη μας. Διάφορες γεύσεις, με παντεσπάνι και χωρίς, με κεράσι σοκολάτα».
Με τη «γλυκιά» αυτή υπόσχεση για το μέλλον, αποχαιρετήσαμε τον Ανδρέα Finch και τα ονειρικά κομμάτια της πόλης και των στιγμών που αποτυπώνει, βγαίνοντας ξανά έξω στην Αθήνα με λίγο παραπάνω διάθεση για παιχνίδι.
Φωτογραφίες: Ευγενία Γιαννακέλου