Η έκθεση επέρριψε ευθύνες για τις πολύνεκρες συντριβές των εν λόγω αεροσκαφών τόσο κατά της ίδιας εταιρείας, όσο και κατά της επιβλέπουσας αρχής αερομεταφορών στις ΗΠΑ, FAA. Τα αεροσκάφη τύπου 737 Max συνετρίβησαν το 2018 στην Ινδονησία και το 2019 στην Αιθιοπία, με 346 νεκρούς. Εξαιτίας αυτού, η εταιρεία αναγκάστηκε να αποσύρει τα αεροσκάφη, τα οποία και ελπίζει να επαναφέρει στις αρχές του 2021.

Σύμφωνα με την έκθεση – κόλαφο, η εταιρεία έθεσε προτεραιότητα τα κέρδη εις βάρος της ασφάλειας, κυνηγώντας την επίτευξη των στόχων παραγωγής, στον βωμό του ανταγωνισμού του 737 Max με το Α320-neo της Airbus. Ταυτόχρονα κατηγόρησε την ρυθμιστική αρχή ότι άφησε την Boeing χωρίς την απαραίτητη επίβλεψη.

Η Boeing εμπιστεύθηκε το λογισμικό MCAS να διορθώνει την ώθηση της μύτης του αεροσκάφους απότομα προς τα πάνω, το οποίο συνέβαινε υπό συνθήκες, λόγω κινητήρων μεγάλου βάρους. Ωστόσο, δεν επιβεβαιώθηκε ότι το σύστημα είναι αδύνατο να ενεργοποιηθεί από λάθος, ωθώντας τη μύτη του αεροσκάφους προς τα κάτω και καταλήγοντας στην συντριβή. Επιπλέον, αναφέρεται πως η εταιρεία απέκρυψε σημαντικές πληροφορίες από τη FAA, η οποία τάχθηκε υπέρ της αγνοώντας τους ειδικούς, καθώς μεταβίβασε τις αρμοδιότητες επίβλεψης σε υπαλλήλους της ίδιας εταιρείας, αγνοώντας έτσι κρίσιμα στοιχεία.

Οι Ρεπουμπλικάνοι έδωσαν μια πολιτική διάσταση στο ζήτημα, υποστηρίζοντας στην επιτροπή μεταφορών της Βουλής ότι η έκθεση συντάχθηκε με βάση τα κομματικά κριτήρια των Δημοκρατικών, όντας περισσότεροι στο Σώμα.

Ωστόσο, η FAA είναι έτοιμη να άρει την απαγόρευση των πτήσεων του συγκεκριμένου μοντέλου, μετά και τις δοκιμαστικές πτήσεις που πραγματοποιήθηκαν το καλοκαίρι, ενώ ζήτησε αλλαγές στο MCAS και στην εσωτερική καλωδίωση του αεροσκάφους.