Υπάρχει μια φράση στο 1984 που λέει «όποιος ελέγχει το παρελθόν, ελέγχει το μέλλον· όποιος ελέγχει το παρόν, ελέγχει το παρελθόν». Δεν είναι σύνθημα. Είναι η περιγραφή της λειτουργίας ενός συστήματος όπου η πραγματικότητα δεν συμβαίνει αυθόρμητα, αλλά παράγεται συχνά από το μηδέν.
Στον κόσμο του Όργουελ, αυτό το σύστημα έχει πρόσωπο. Υπουργεία. Αρχεία που ξαναγράφονται. Εφημερίδες που διορθώνονται εκ των υστέρων σαν να μην υπήρξαν ποτέ διαφορετικές εκδοχές. Η αλήθεια ανακατασκευάζεται μέχρι να μην αφήνει ίχνος από την προηγούμενη μορφή της. Και το πιο κρίσιμο: δεν υπάρχει ανάγκη να πειστεί κανείς με τη βία της επιχειρηματολογίας. Αρκεί η συνεχής αναδιατύπωση μέχρι το νόημα να εντυπωθεί στον εγκέφαλο των ανθρώπων.
Ο κόσμος του Γουίνστον Σμιθ
Το 1984 είναι ένα βιβλίο για το τι συμβαίνει όταν η πραγματικότητα παύει να είναι δεδομένη. Ο Γουίνστον Σμιθ ζει σε έναν κόσμο όπου η διάκριση ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια έχει χάσει τη σημασία της. Η πιο τρομακτική στιγμή δεν είναι όταν αναγκάζεται να πει ότι «2+2=5». Είναι όταν παύει να έχει σημασία αν υπάρχει σωστό αποτέλεσμα έξω από αυτό που ορίζεται κάθε φορά.
Η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται τόσο στην πολιτική του αλληγορία, όσο και στη γλωσσική του ακρίβεια. Newspeak δεν σημαίνει απλώς περιορισμός λέξεων. Σημαίνει περιορισμός δυνατότητας σκέψης. Όταν οι λέξεις μειώνονται, μειώνονται και οι λεπτομέρειες της εμπειρίας. Αυτό το σημείο είναι που το 1984 ξεπερνά την εποχή του.
Όπως συμβαίνει στις σύγχρονες δημόσιες συζητήσεις, η αλήθεια δεν καταργείται. Δεν υπάρχει ένα επίσημο αφήγημα που επιβάλλεται από κάποια αρχή, αλλά μια διαρκής σύγκρουση εκδοχών, όπου κάθε γεγονός συνοδεύεται από την άρνησή του, την ειρωνεία του και την εργαλειοποίησή του. Το αποτέλεσμα είναι η διάλυση της εμπιστοσύνης ότι μπορεί να υπάρξει σταθερότητα.
Τα “alternative facts”
Στο πρώτο επίπεδο, αυτό θυμίζει την εποχή των “alternative facts”, όπου η ίδια δήλωση μπορούσε να αποκτήσει δύο αντίθετες πραγματικότητες χωρίς καμία διαδικασία επίλυσης της αντίφασης. Αλλά το πιο βαθύ επίπεδο αφορά το αν η έννοια της αλήθειας εξακολουθεί να λειτουργεί ως κοινό σημείο αναφοράς. Ο Όργουελ είχε ήδη περιγράψει αυτό το περιβάλλον: έναν κόσμο όπου η γλώσσα υπηρετεί την πειθάρχηση της σκέψης. Και όπου η σταθερότητα είναι αποτέλεσμα συνεχούς διαχείρισης.
Σήμερα, η εικόνα είναι διαφορετική ως προς τη μορφή, αλλά όχι απαραίτητα ως προς τη λογική. Η πληροφορία επικάθεται η μία πάνω στην άλλη. Η ίδια είδηση υπάρχει ταυτόχρονα ως γεγονός, ως αμφισβήτηση και ως ειρωνικό σχόλιο. Το αποτέλεσμα είναι υπερπληροφόρηση χωρίς ιεραρχία. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο “τι συνέβη”, αλλά ένα πλήθος από εκδοχές που δεν συναντώνται ποτέ πραγματικά. Η πληροφορία δεν διαψεύδεται· διασπάται.
Εκεί που ο Όργουελ έβλεπε κρατικό έλεγχο της αλήθειας, η σύγχρονη εμπειρία δείχνει κάτι πιο χαλαρό: έναν χώρο όπου η αλήθεια χάνει τη δυνατότητα να σταθεροποιηθεί αρκετά, ώστε να λειτουργήσει ως βάση συζήτησης. Δεν είναι ότι όλοι συμφωνούν σε ένα ψέμα. Είναι ότι δεν συμφωνούν πλέον στο τι είναι γεγονός.
Η κοινή βάση της πραγματικότητας
Γι’ αυτό το 1984 επανέρχεται διαρκώς, επειδή έθεσε ένα πιο πιεστικό ερώτημα: τι συμβαίνει, όταν η πραγματικότητα παύει να είναι κοινή; Ο ίδιος ο Όργουελ έγραφε σε μια εποχή όπου ο πόλεμος, η προπαγάνδα και τα ολοκληρωτικά καθεστώτα έκαναν την έννοια της αλήθειας εύθραυστη. Το ενδιαφέρον όμως είναι ότι δεν περιέγραψε απλώς την καταστολή, αλλά τη διαδικασία με την οποία η καταστολή γίνεται εσωτερική αποδοχή.
Η αλλοίωση της πραγματικότητας δεν χρειάζεται πάντα εξωτερική επιβολή. Αρκεί η εξοικείωση. Κι εδώ το βιβλίο συναντά τη σημερινή του ανάγνωση με τον πιο ανησυχητικό τρόπο: ως υπενθύμιση ότι η πραγματικότητα χρειάζεται συνεχώς κοινή επιβεβαίωση για να εξακολουθεί να υφίσταται. Χωρίς αυτήν μπορεί απλώς να εκφυλιστεί σε παράλληλες εκδοχές που δεν συναντιούνται πουθενά.
Και ίσως αυτό να είναι το σημείο όπου το 1984 σταματά να είναι προειδοποίηση για ένα συγκεκριμένο πολιτικό σύστημα και γίνεται κάτι πιο ανοιχτό. Ένα ερώτημα που δεν απαντάται εύκολα, και που κάθε εποχή το ξανασυναντά με διαφορετικό πρόσωπο. Όχι γιατί ο κόσμος γίνεται απαραίτητα ίδιος με του Όργουελ. Αλλά γιατί το χάσμα ανάμεσα στην αλήθεια και στην αφήγησή της δεν φαίνεται ποτέ να εξαφανίζεται.
Και το ερώτημα μένει εκεί, από το 1949 που κυκλοφόρησε αυτό το βιβλίο, χωρίς να απαιτεί απάντηση.