Κωνσταντίνου και Ελένης: “Γίνεται ένας άνθρωπος να δολοφονηθεί δυο φορές; Να εκμηδενιστεί απανωτά η ζωή του με δύο διαφορετικούς τρόπους; Γίνεται να σε θάβουν πάνω από μία; Φυσικά και γίνεται. Με τη βοήθεια του κοινού. Παίζει μπαλίτσα το σύστημα με τα θύματα, στο αχανές γήπεδο των ΜΜΕ, με τα social media στις κερκίδες του να σαπορτάρουν τη φάση.

Ζούμε σε χώρα με ηλιοφάνεια και άπλετο εσωτερικό σκοτάδι. Πάνω φως και κάτω σκοτεινά μυαλά που ποτέ δεν συναντήθηκαν με τη λογική και τη νηφαλιότητα. Που ανατράφηκαν υποταγμένα στην άγνοια, σιτίστηκαν, διαπαιδαγωγήθηκαν και χειραγωγήθηκαν από τηλεπαρουσιάστριες και δημοσιογράφους, κυρίαρχοι παραγωγοί ιδεών και κεντρικός ιδεολογικός μηχανισμός. Όχι ότι δεν φέρουμε στο ακέραιο την ευθύνη μας ως άτομα. Όμως δεν αρκεί να έχεις ζωτικά όργανα για να αντιδράς, χρειάζεται και ζωτική βούληση. Σκέφτεται όποιος τολμάει να σκεφτεί. Αλλιώς στον τοξικό βομβαρδισμό ανορθολογισμού, παρακμιακών απόψεων, σκάρτων συναισθημάτων εύκολα θα καταπέσει ο νους του ανθρώπου στα σκοτάδια…

… Ας τα πούμε ωμά να συνεννοηθούμε. Για την πλειοψηφία των ΜΜΕ η γυναίκα υπήρξε κατά συρροή η γλάστρα, το σούργελο, η γκόμενα, η γραφική. Την ήθελαν να γδύνεται κι όταν την δολοφονούσαν τα ήθελε ο κώλος της. Η χειραφετημένη ήταν ξινή, αν είχε χαρακτήρα ήταν «αγάμητη», η αριστερή ήταν «ταγάρι», κι όποια ντυνόταν τολμηρά εννοούσε «ναι σε όλα». Η είδηση του καύσωνα ένα zoom in μέχρι εσχάτων σε brazilian μπικίνι και στις παρελάσεις focus στα μπούτια της έφηβης.

Χόρεψε καλαματιανά ο εγχώριος (-)ισμός πάνω στο σώμα και την ψυχή της γυναίκας. Τον νομιμοποίησαν στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας. Αντί να τον αποκλιμακώσουν ενίσχυσαν τα χειρότερα στερεότυπα, τα έφτασαν στα άκρα παγιδεύοντας τα συναισθήματα του ακροατή, του τηλεθεατή, του αναγνώστη. Επέβαλαν μια κοινωνική συμμόρφωση σαν αυτή που αναδύεται μέσα από τα σχόλια του κοινού για τη δολοφονία της γυναίκας φοιτήτριας: «τρία χρόνια δεν είχε δώσει αφορμή για να στην σκοτώσουν». Φιλοξενούν στις εκπομπές τους άτομα που αναρωτιούνται όλο νάζι «και ποια γυναίκα δεν έχει φάει ένα χαστούκι».
Αυτά τα σχήματα λόγου είναι ο φερετζές της έμφυλης βίας με τις πολλές αποχρώσεις της.

Μια ψυχή που ήταν να βγει βγήκε, κι ήταν της γυναίκας. Εδώ, σε τούτη τη βαθύτατα πατριαρχική κοινωνία, με ισχυρή την κουλτούρα της βίαιης επιβολής. Όπου ο άνδρας είναι άντρας και την ερωτική απόρριψη την τιμωρεί επιθετικά ως τον θάνατο. Κι ο βιαστής ή ο συζυγοκτόνος διαχωρίζονται σε καλό ή κακό. Διότι παίζει ρόλο η προέλευση χώρας. Αυτό το βαθύ σκοτάδι έρχονται και σιγοντάρουν και στελέχη της ακροδεξιάς, επικυρώνοντας την έμφυλη βία. «Δεν ήταν αυτό που περιγράφουν οι γονείς της» σχολιάζει πικρόχολα επιφανής της Ρόδου.

Τι μέλλει λοιπόν γενέσθαι; Ένα ακόμα γκάλοπ! «Είχε δώσει αφορμή η Ελένη; Ήταν πολίτικαλ κορέκτ; Ήταν σωστό που πήγε σπίτι του δράστη;». Ένα τέτοιο γκάλοπ που προσποιείται ότι δίνει βήμα στο δημόσιο διάλογο κι ένα πάνελ θα ξεπλύνουν το γόνο της καλής οικογενείας που όφις τον εξηπάτησε κι ας αντιλαμβάνεται τον βιασμό ως (-). Υπάρχει κι ένας Αλβανός, όλα θα μπαλωθούν μέχρι να τους στείλουν στο δικαστήριο, εκεί όπου καταδικάζονται όσες γυναίκες αμύνθηκαν στο βιασμό τους με 15 ή 10 χρόνια κάθειρξης.
Όλα καλά θα πάνε. Πάντα με τη βοήθεια του κοινού.”

Υστερόγραφο: Κι όμως, όλα πήγαν όντως καλά, με τη βοήθεια του κοινού. Η κοινωνία ενστερνίστηκε τον άδικο χαμό, εννόησε, συμπαραστάθηκε και κράτησε το περί δικαίου αίσθημα ψηλά. Παρ’  όλη την “αφιλότιμη” προσπάθεια να “δολοφονηθεί” για τρίτη φορά η Ελένη Τοπαλούδη. Ευτυχώς μετά θάνατον η υπόθεσή της έπεσε σε καλά χέρια. Η δικαστική έδρα που ανέλαβε πρωτόδικα την υπόθεση δεν άφησε τίποτα να πέσει κάτω και αποκάλυψε όλη την υποκρισία. Κάτι που δεν ήταν καθόλου εύκολο να γίνει, διότι στη χώρα μας δεν πρυτανεύει συνήθως το δίκιο αλλά η προσωπική ισχύ.