Του Θάνου Κακουριώτη, ομότιμου καθηγητή ΑΠΘ

Συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από το πρώτο οικουμενικό μακελειό (Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, ή «Μεγάλος Πόλεμος», 1914-1918) που οδήγησε αναπόδραστα στην άλλη μεγαλύτερη σφαγή (Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, 1939-1945).

Οι αριθμοί μιλάνε μόνοι τους: 16 εκατομμύρια 500 χιλιάδες νεκροί (στοιχεία «Hitler Historical Museum») στον πρώτο πόλεμο και 56 εκατομμύρια στο δεύτερο.

Διότι ο Μεγάλος Πόλεμος γρήγορα εξελίχθηκε σε μια παγκόσμια σύγκρουση. Οι βασικοί εμπόλεμοι ήταν αφ’ ενός η Entente Cordiale («Εγκάρδια Συνεννόηση/Συμμαχία»), με τις Μεγάλη Βρετανία (αλλά μαζί της Καναδάς, Αυστραλία, Ινδία κ.ά.), Γαλλία, Βασίλειο Ιταλίας, Ρωσία, Σερβία και ΗΠΑ.

Αφ’ ετέρου, το αντίπαλον δέος ήταν οι Δυνάμεις της Κεντρικής Ευρώπης Γερμανία, Αυστροουγγαρία και Βουλγαρία και Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το Βέλγιο κήρυξε ουδετερότητα, αλλά οι Γερμανοί δεν τη σεβάστηκαν και το χρησιμοποίησαν ως διάδρομο προς τον κύριο στόχο τους, τη Γαλλία (Παρίσι).

Και οι δύο πόλεμοι υπήρξαν μεγάλης ιστορικής σημασίας, ιδίως ο Α’, γιατί οδήγησε αναπόδραστα στον καταστροφικότερο Β’, με τη Συνθήκη των Βερσαλιών, που υποχρέωσε τη Γερμανία να καταβάλει δυσβάστακτες αποζημιώσεις, με την προβληματική Δημοκρατία της Βαϊμάρης και με -ό,τι χειρότερο συνέβη ποτέ στην ανθρωπότητα- την άνοδο του ναζισμού.

Αν εξαιρεθεί η πρώτη κήρυξη πολέμου (Αυστροουγγαρία εναντίον Σερβίας, στις 28 Ιουλίου 1914, ένα μήνα μετά τη δολοφονία του αρχιδούκα Φερδινάνδου, διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας, από το Σερβοβόσνιο Γαβρίλο Πρινσίπ), σχεδόν όλοι οι άλλοι πόλεμοι κηρύχθηκαν το μήνα Αύγουστο:

1 Αυγούστου 1914. Η Γερμανία κηρύσσει πόλεμο κατά της Ρωσίας. Είχαν προηγηθεί γερμανικές συστάσεις προς τη Ρωσία να σταματήσει τις κινητοποιήσεις στρατού, αλλά η Ρωσία τις αγνόησε.

3 Αυγούστου. Κήρυξη πολέμου της Γερμανίας κατά της Γαλλίας (επίσημη ημερομηνία έναρξης του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου).

4 Αυγούστου. Το Ηνωμένο Βασίλειο κηρύσσει τον πόλεμο κατά της Γερμανίας και 12 Αυγούστου κατά της Αυστροουγγαρίας.

5 Αυγούστου. Κήρυξη πολέμου του Μαυροβουνίου κατά της Αυστροουγγαρίας και 9 Αυγούστου κατά της Γερμανίας.

11 Αυγούστου. Η Γαλλία κηρύσσει πόλεμο κατά της Αυστροουγγαρίας.

22 Αυγούστου. Η Αυστροουγγαρία κηρύσσει πόλεμο κατά του Βελγίου (23 Αυγούστου οι Ρώσοι υφίστανται δεινή ήττα στη Μάχη του Τάνενμπουργκ από τους Γερμανούς υπό τους στρατηγούς Εριχ Λούντερνοφ και Πάουλ φον Χίντενμπουργκ).

Αλλά γιατί αυτή η πολεμόχαρη διάθεση; Γιατί αυτή η υστερία του 1914 και αρκετών χρόνων πριν; Τι ακριβώς επιζητούσαν τότε; Για τον άνθρωπο των αρχών του 20ού αιώνα ο πόλεμος αποτελούσε θέμα κάθαρσης, καθολικής λύτρωσης και την έλευση μιας νέας τάξης πραγμάτων: «Ένας πόλεμος που τερμάτιζε όλους τους πολέμους»…

Ο λαός «φτιαχνόταν» με τα πολεμικά θούρια και εμβατήρια, τις μεγαλειώδεις παρελάσεις, αλλά προπάντων την χωρίς προηγούμενο πολεμική προπαγάνδα που διοχέτευε ο Τύπος.

Επρόκειτο για ένα «βιομηχανικό πόλεμο», προηγμένης τεχνολογίας, τελείως διαφορετικό από τους προηγούμενους, όπου εγγυημένα έως τα Χριστούγεννα θα γύριζαν σπίτι τους όλοι νικητές! (3 χρόνια αργότερα ο πρόεδρος των ΗΠΑ Γούντροου Ουίλσον θα τους διαψεύσει με την πικρή διαπίστωση ότι: «Δεν υπάρχουν νικητές»).

Πίστευαν ακράδαντα στη νίκη, γιατί τώρα οι εμπόλεμοι διέθεταν αεροπλάνα, οπλοπολυβόλα, υποβρύχια, φλογοβόλα, αέρια θανάτου και αργότερα το τανκ που έβαλε οριστικό τέλος στη «μάχη των χαρακωμάτων», όπου συνυπήρχαν στρατιώτες, πτώματα και τεράστιοι ποντικοί που τα έτρωγαν.

Η μόνη νηφάλια φωνή ήταν αυτή του λόρδου Κίτσενερ, μηχανικού και αξιωματούχου του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού, που προέβλεψε με παρρησία ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε για πολύ.

Οι κύριοι εμπόλεμοι στρατοί είχαν ως εξής αριθμητικά το 1914: Γερμανία: 806.000 άνδρες. Γαλλία: 818.000. Ρωσία: 1.028.000. Βρετανία: μεγάλη ναυτική υπεροχή.

Η στάση βέβαια των ΗΠΑ αποτέλεσε μνημείο αμφισημίας και οπορτουνισμού. Αφού πρώτα κήρυξε ουδετερότητα, το 1917 εισήλθε στον πόλεμο με το μέρος της Τριπλής Εγκάρδιας Συνεννόησης (Γαλλία, Βρετανία, Ρωσία). Η γνωστή μας J.Ρ. Morgan έλεγε σεμνυνόμενη πως η εταιρεία «δεν υπήρξε ούτε στιγμή ουδέτερη, αφού οι ΗΠΑ ήταν ο πολυτιμότερος οικονομικός τους σύμμαχος».

Ακόμα χειρότερη υπήρξε η στάση της Ιταλίας. Αρχικά είχε δεσμευτεί διπλωματικά έχοντας υπογράψει σύμφωνο αμοιβαίας συνεργασίας με τη Γερμανία και την Αυστρία το 1882, συγκροτώντας μαζί τους την «Τριπλή Συμμαχία». Με την έκρηξη του Μεγάλου Πολέμου, όμως, δήλωσε ουδετερότητα.

Εν συνεχεία, στις 26.4.1915, ύστερα από πιέσεις, παραινέσεις αλλά και υποσχέσεις «παροχών» των Συμμάχων της Entente, ενεπλάκη στον πόλεμο και ο πρωθυπουργός της Βιτόριο Ορλάντο ήταν ένας από τους 4 μεγάλους στη Συνθήκη των Βερσαλιών που εκνεύρισε τον Γούντροου Ουίλσον με τις απαιτήσεις για παραχώρηση εδαφών (Τρεντίνο) στη «νικήτρια» Ιταλία.

Ο Μεγάλος Πόλεμος ήταν ένας πόλεμος φιλοδοξιών και φόβων. Εκτός από τους Ιταλούς υπήρχαν οι Σέρβοι με τα πανσλαβικά ιδεολογήματα για ίδρυση «Μεγάλης Νοτιοσλαβίας». Αυτό κρατούσε έμφοβους τους Αυστροούγγρους, που δεν ήθελαν επ’ ουδενί να απολέσουν την κυριαρχία τους στα Βαλκάνια.

Οι Γερμανοί πάλι κατατρύχονταν από το φόβο διεξαγωγής διμέτωπου αγώνα με τους Αγγλογάλλους στη Δύση και τους Ρώσους στην Ανατολή. Επέλεξαν να επιτεθούν πρώτα στους Γάλλους, ξέροντας ότι οι Ρώσοι ήθελαν χρόνο για την ανασύνταξη του στρατού (σχέδιο Schlieffen).

Ο πόλεμος θα διεξαχθεί αρχικά με νίκες των Κεντρικών Δυνάμεων στη Γαλλία (ένας μέρος της και άλλο ένα του Βελγίου τελούσαν υπό γερμανική κατοχή). Ομως Γάλλοι και Βρετανοί θα τους αναχαιτίσουν νικώντας τους στον Μάρνη, τη μάχη-ορόσημο που αναπτέρωσε το ηθικό της Γαλλίας. Η νίκη που ανέδειξε την ευφυΐα και την ατσαλένια θέληση του Γάλλου αρχιστρατήγου, μετέπειτα στρατάρχη, Ζοζέφ Ζοφρ.

Η νίκη στον Μάρνη σηματοδοτεί την έναρξη του πολέμου των χαρακωμάτων. Ο λαός νανουρίζεται (με εξαίρεση τους κομμουνιστές) με πραγματικές και περισσότερο φανταστικές νίκες των στρατών της πατρίδας τους. Κάποτε όμως οι Γερμανοί θα αποκάμουν και ο Χίντενμπουργκ θα προειδοποιήσει τον Κάιζερ Γουλιέλμο Β’ ότι «δεν πάει άλλο».

Ο Κάιζερ θα παραιτηθεί και οι ηττημένοι στρατηγοί θα απαιτήσουν από τη σοσιαλιστική κυβέρνηση του Φρίντριχ Εμπερτ να ζητήσει ανακωχή, η οποία υλοποιείται στις 11.11.1918.

Οταν λήξει ο πόλεμος, πολλοί άνθρωποι των γραμμάτων θα δώσουν τη δική τους εκδοχή. Ο Εριχ- Μαρία Ρεμάρκ, στο «Ουδέν Νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο», αποδίδει ανάγλυφα όλη τη φρίκη του πολέμου που τόσο είχαν ωραιοποιήσει οι συμπατριώτες του.

Αλλά και ο (αντι)πολεμικός ποιητής Γουίλφρεντ Οουεν σε δύο υποδειγματικά ποιήματα, το Futility («Ματαιότητα») καθώς και το Dulce et decorum est pro patria mori («Γλυκύ και πρέπον είναι να πεθάνεις διά την πατρίδα»), αφ’ ενός ελπίζει και αφ’ ετέρου σαρκάζει.

Ελπίζει όταν ο νεκρός στρατιώτης μεταφέρεται στον ήλιο. Ο μεγάλος ζωοδότης (good old sun) μπορεί να τον αναστήσει. Αλλη ματαιότητα, αφού οι νεκροί δεν γυρίζουν Τα λατινικά είναι μια επωδός του Οράτιου που ο Οουεν αποκαλεί «μέγα ψεύδος», όταν σύντροφός του πεθαίνει μαρτυρικά από τα αέρια..

Πώς είναι δυνατόν ένας Αυστραλός στρατιώτης να πεθαίνει «pro patria» στην Καλλίπολη της Τουρκίας; Ποια πατρίδα υπερασπίζεται εκεί; Ο Μεγάλος Πόλεμος θα μπορούσε να γίνει ένας λαμπρός δάσκαλος. Δεν τα κατάφερε όμως, έστω και αν ο άνθρωπος άλλαξε από τότε, αφού ακόμα τον διαφεντεύει η ελίτ του πλουτισμού της αλαζονείας και της απανθρωπιάς.

Το μόνο παρήγορο είναι ότι με την πρόοδο της τεχνολογίας οι παγκόσμιες συρράξεις είναι πλέον ασύμφορες και αποφεύγονται συστηματικά. Οι τοπικές όμως τις έχουν υποκαταστήσει επάξια και σε αυτές το αίμα ρέει άφθονο. Η Παλαιστίνη είναι ένα θλιβερό παράδειγμα. Η Ουκρανία ένα άλλο.

Πηγή: Ελευθεροτυπία