Ο Τίμοθι Φόστερ, ένας νεαρός Αφροαμερικανός με διανοητική καθυστέρηση, καταδικάστηκε σε θάνατο το 1987 για τη δολοφονία μιας λευκής. Σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, ο δικηγόρος του κατήγγειλε τη Δευτέρα στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ τη ρατσιστική επιλογή των ενόρκων την εποχή εκείνη.

Η υπόθεση αυτή ξεφεύγει από τα συνηθισμένα καθώς τα έγγραφα που ήρθαν στην κατοχή των συνηγόρων του θανατοποινίτη, έστω και με μεγάλη καθυστέρηση, είναι εξόχως αποκαλυπτικά: στον κατάλογο των υποψηφίων που είχαν κληθεί στο δικαστήριο και από τους οποίους θα επιλέγονταν οι ένορκοι, δίπλα στα ονόματα των μαύρων κάποιος είχε γράψει το γράμμα “Β”, το αρχικό της λέξης “Black”, δηλαδή “μαύρος”.

Οι πολίτες αυτοί αποκλείστηκαν από την αμφιλεγόμενη διαδικασία της επιλογής των ενόρκων που επιτρέπει στον εισαγγελέα και στους συνηγόρους των κατηγορουμένων να ζητούν την εξαίρεση ορισμένων από αυτούς.

Το χειρότερο από όλα, σύμφωνα με τον δικηγόρο Στίβεν Μπράιτ, τον συνήγορο του Φόστερ, ο εισαγγελέας είχε συντάξει έναν κατάλογο με έξι ονόματα που έπρεπε να απορριφθούν “πάση θυσία”. Οι πέντε πρώτοι στον κατάλογο αυτό ήταν μαύροι, ο έκτος είχε δηλώσει με σαφήνεια ότι διαφωνεί με τη θανατική ποινή, εξήγησε ο Μπράιτ στους εννέα δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Ο Τίμοθι Φόστερ δικάστηκε στην Πολιτεία της Τζόρτζια και κρίθηκε ομόφωνα ένοχος από 12 λευκούς ενόρκους.

Στον κατάλογο, τα ονόματα των μαύρων ήταν επίσης υπογραμμισμένα με πράσινο μελάνι.

“Τι σκεφτόταν άραγε ο εισαγγελέας;” διερωτήθηκε η Έλενα Κάγκαν, μία από τους εννέα δικαστές του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απευθυνόμενη στη βοηθό εισαγγελέα της Ατλάντας Μπεθ Μπάρτον. Η τελευταία είχε το βαρύ και δύσκολο καθήκον να αποδείξει ότι ο κατάλογος δεν διαπνεόταν από φυλετικές προκαταλήψεις. Το Ανώτατο Δικαστήριο, ο θεματοφύλακας του Συντάγματος, απαγορεύει την εξαίρεση των ενόρκων με φυλετικά κριτήρια.

Η σημερινή ακρόαση ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου επανέφερε και πάλι στο προσκήνιο το πρόβλημα του ρατσισμού στην επιλογή των ενόρκων. “Το πρόβλημα δεν έχει εξαφανιστεί και δεν περιορίζεται μόνο στον Νότιο” των ΗΠΑ, όπου οι φυλετικές προκαταλήψεις είναι βαθύτερα ριζωμένες σε σύγκριση με τις βόρειες Πολιτείες, υπογράμμισε η Κριστίνα Σουάρνς, ειδική σε νομικά θέματα της NAACP, της σημαντικότερης οργάνωσης για την προάσπιση των Αφροαμερικανών. “Στις περισσότερες περιπτώσεις, ένας εισαγγελέας που κάνει διακρίσεις επιλέγοντας ενόρκους δεν υφίσταται καμία κύρωση”, εξήγησε.

Με βάση τον νόμο, εισαγγελέας και συνήγοροι υπεράσπισης μπορούν να αποκλείσουν συγκεκριμένο αριθμό ενόρκων για συγκεκριμένους λόγους ή και χωρίς να έχουν την υποχρέωση να εξηγήσουν την απόφασή τους. Μια πρόσφατη έρευνα που έγινε στο Κάντο Πάρις της Λουζιάνας έδειξε ότι οι μαύροι έχουν τριπλάσιες πιθανότητες να απορριφθούν από το σώμα των ενόρκων σε σύγκριση με τους λευκούς.

Ωστόσο, σύμφωνα με τη Σουάρνς, οι μελέτες “δείχνουν ότι τα μικτά σώματα ενόρκων είναι σαφέστατα πιο αξιόπιστα από αυτά που αποτελούνται αποκλειστικά από λευκούς, συνεδριάζουν για περισσότερο χρόνο, ερευνούν περισσότερα αποδεικτικά στοιχεία, κάνουν λιγότερα λάθη και είναι περισσότερο διατεθειμένα να διορθώνουν τα σφάλματα”.

Παραδόξως, η δυνατότητα απόρριψης των ενόρκων, που προέρχεται από το αγγλικό δίκαιο, είχε ως αρχικό στόχο την προστασία του κατηγορουμένου απέναντι στο Στέμμα, όπως εξήγησε ο διευθυντής του Κέντρου Πληροφόρησης για τη Θανατική Ποινή (DPIC), Ρόμπερτ Ντάνχαμ.

Το δικαίωμα αυτό όμως επεκτάθηκε και στους εισαγγελείς οι οποίοι γνωρίζουν ότι οι λευκοί ένορκοι επιβάλουν πιο αυστηρές ποινές και ότι τα “πολυφυλετικά” σώματα ενόρκων και οι μειονότητες γενικότερα δεν επιλέγουν με την ίδια ευκολία να επιβάλουν τη θανατική ποινή.

Πριν ξεκινήσει καν η ακροαματική διαδικασία για την επιλογή των ενόρκων, οι υποψήφιοι καλούνται να συμπληρώσουν γραπτώς ένα μακρύ ερωτηματολόγιο, ώστε να αποκλειστούν όσοι δεν θεωρούνται “κατάλληλοι” για το έργο αυτό.

Μέχρι και σήμερα, είναι συχνό φαινόμενο σε πόλεις όπου το 25-40% των κατοίκων είναι μαύροι, οι κατηγορούμενοι να δικάζονται από σώματα ενόρκων αποτελούμενα αποκλειστικά από λευκούς.