Στα βήματα των προσφύγων και μεταναστών “πατά” με τον …φακό της η Αμερικανίδα (freelance) φωτορεπόρτερ Τζόντι Χίλτον, απαθανατίζοντας τα παπούτσια που αφήνουν πίσω τους στο μακρύ ταξίδι σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής στην κεντρική και δυτική Ευρώπη.

“Στη Λέσβο, μόλις φτάνουν, το πρώτο πράγμα που βγάζουν είναι τα παπούτσια τους. Βρέχονται και πλέον τους είναι άχρηστα. Είναι πολλές φορές παπούτσια όμορφα, που δείχνουν την ανάγκη των ανθρώπων αυτών να βάζουν τα ‘καλά’ τους, όταν ξέρουν πως θα αντιμετωπίσουν δύσκολες καταστάσεις” εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η αμερικανίδα φωτογράφος, η οποία έφτασε ως την Ειδομένη ακολουθώντας τα “χνάρια” προσφύγων και μεταναστών.

Περπατώντας πλάι πλάι στα κατάσπαρτα από …σκηνές χωράφια πλάι στην ουδέτερη ζώνη μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ -εκεί που τις τελευταίες εβδομάδες έχουν εγκλωβιστεί εκατοντάδες μετανάστες, το ταξίδι των οποίων διακόπηκε στις ράγες του σιδηροδρομικού σταθμού της Ειδομένης- σταματά απότομα και στρέφει τον φακό της προς τα κάτω.

Έχει μόλις εντοπίσει ένα παιδικό ροζ παπούτσι χωμένο στη λάσπη.

“Είναι κι αυτό ένα σύμβολο της προσφυγιάς” λέει και “πλέκει” τη δική της ιστορία γύρω απ’ αυτό, ενώ θυμάται -μεταξύ άλλων- πως το πιο περίεργο παπούτσι που είχε βρει ήταν ένα …ψηλοτάκουνο!

Το “Shoe project” δεν είναι το πρώτο, μέσω του οποίου η Τζόντι Χίλτον επιχειρεί να προσεγγίσει με μια διαφορετική ματιά το ταξίδι της προσφυγιάς.

Στο Κομπάνι, σ’ έναν καταυλισμό σύρων προσφύγων, εντόπισε κι απαθανάτισε τις τελευταίες γυναίκες με τατουάζ στο πρόσωπο, ένα project που “ταξίδεψε” ανά τον πλανήτη μέσα από τις σελίδες του National Geographic.

Ηλικιωμένες οι περισσότερες, απέκτησαν τα τατουάζ στην παιδική τους ηλικία και σήμερα τα “κουβαλούν” ως κληρονομιά μιας άλλοτε συνηθισμένης πρακτικής και παράδοσης.

“Όταν τις προσέγγισα και είπα πως θέλω να μιλήσουμε για τα τατουάζ τους και όχι για τον πόλεμο, άρχισαν να χαμογελούν και να μου λένε την ιστορία τους” θυμάται η αμερικανίδα φωτογράφος.

Ο φακός “δικαιολογία” για να γνωρίσει τον κόσμο

Η φωτογραφική της μηχανή είναι, όπως λέει, η “δικαιολογία” της για να γνωρίσει τον κόσμο καλύτερα, να έρθει σε επαφή με τους ανθρώπους και να “αιχμαλωτίσει” με τον φακό την ιστορία τους.

Στα πρόσωπα των χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών της Ειδομένης είδε τον πόνο αυτού που αφήνει το σπίτι του σε αναζήτηση μας καλύτερης ζωής, την αγωνία του μακρινού κι επικίνδυνου ταξιδιού αλλά και την παιδική αθωότητα που δοκιμάζεται…

Εικόνες γνώριμες για την ίδια, αφού από την αρχή του πολέμου στη Συρία -αλλά και νωρίτερα- περπατά τους δρόμους της μετανάστευσης και της προσφυγιάς πλάι πλάι με αυτούς τους ανθρώπους, αποτυπώνοντας με ανεξίτηλα χρώματα κάθε τους βήμα.

Το 2011 ζούσα στην Κωνσταντινούπολη, όταν ξέσπασε ο πόλεμος στη Συρία. Μαζί με έναν ιταλό δημοσιογράφο ακολουθήσαμε την οδό των λαθρεμπόρων, προκειμένου να βρεθούμε πλάι στους ανθρώπους που είχαν αρχίσει να καταφτάνουν κατά ομάδες στα σύνορα με την Τουρκία, φοβούμενοι για τη ζωή τους” λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Παρόλο που και στο παρελθόν είχε καταγράψει με τον φακό της την πορεία που ακολουθούν οι μετανάστες προς την κεντρική και δυτική Ευρώπη -μέσω Βουλγαρίας, όπου και ζει τα τελευταία χρόνια, αφού είναι η χώρα καταγωγής του συζύγου της, αλλά και μέσω Έβρου, προτού μάλιστα αρχίσει να αναγείρεται ο φράχτης- “ήταν τότε (στην αρχή του πολέμου στη Συρία) που είδα για πρώτη φορά τον φόβο και την απόγνωση σε τόσο πολλά πρόσωπα ταυτόχρονα· σαν να ήξεραν τι πρόκειται να ακολουθήσει…”.

Η Χίλτον κινείται συνεχώς ανά τα Βαλκάνια και τις χώρες υποδοχής προσφύγων στην Ευρώπη, θέλοντας να δει πώς εξελίσσεται το ταξίδι τους. Κρατά επαφές με αρκετούς απ’ αυτούς τους ανθρώπους και, μάλιστα, σε μια πρόσφατη επίσκεψή της στη Γερμανία τους συνάντησε και πάλι: “Ήταν μια στιγμή ανείπωτης χαράς” λέει.

Της ζητάμε να ανακαλέσει στη μνήμη της στιγμές δυνατές, απ’ αυτές που “σφηνώνουν” στην καρδιά και το μυαλό και όσα χρόνια κι αν περάσουν είναι δύσκολο να ξεχάσει κανείς.

“Είναι τόσο πολλές που δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω κάποια. Αυτό που με συγκλονίζει είναι ο πόνος του βίαιου αποχωρισμού ανθρώπων· οικογενειών που χωρίζονται στη διάρκεια του ταξιδιού από κάποιο τυχαίο γεγονός και είναι σχεδόν αδύνατο να ξανασμίξουν” λέει και θυμάται μια χαρακτηριστική σκηνή Ουγγαρία.

“Ήταν λίγο προτού αρχίσει να ανεγείρεται ο φράχτης και οι ροές προσφύγων και μεταναστών ήταν εντυπωσιακά μεγάλες καθώς τα νέα είχαν διαρρεύσει και υπήρχε μεγάλη ανησυχία. Ήρθε ένα λεωφορείο για να πάρει κάποιους από τους ανθρώπους που κατά εκατοντάδες περίμεναν για να τους μεταφέρει σ’ έναν καταυλισμό. Ξαφνικά, μια γυναίκα μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά άρχισε να τσιρίζει και να εκλιπαρεί να κατεβεί, δείχνοντας με το χέρι της στην άλλη άκρη του συγκεντρωμένου πλήθους· εκεί που ένας άνδρας μ’ ένα μικρό παιδί από το χέρι φώναζε κι αυτός προς το μέρος της. Οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι γίνεται και ήταν τόσος ο κόσμος που η οικογένεια χωρίστηκε στα δυο…“.

Πηγή: ΑΠΕ/ΜΠΕ

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις