Φωτογραφικό αφιέρωμα από τη ζωή της “σιδηράς” Καγκελαρίου Μέρκελ δημοσιεύει το αμερικανικό περιοδικό Time, το οποίο την ανέδειξε πρόσωπο της χρονιάς που μας πέρασε, μαζί με τον Ντόναλντ Τραμπ, τον ηγέτη του Ιράν… και τον Αλ Μπαγκντάντι του ISIS.

Η Μέρκελ γεννήθηκε στην Ανατολική Γερμανία και ήταν κόρη ενός πάστορα και μίας δασκάλας. Σπούδασε Φυσική ενώ αναδείχτηκε σε στέλεχος της προσκείμενης στο καθεστώς, Ελεύθερης Γερμανικής Νεολαίας.

Λίγες εβδομάδες μετά την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, προσχώρησε στην Δημοκρατική Επαγρύπνηση, δημοκρατικό πολιτικό κόμμα της Γερμανικής Λαϊκής Δημοκρατίας και έγινε υπεύθυνη Τύπου του κόμματος που είχε ως κύριους στόχους την επανένωση των γερμανικών κρατών και την εγκατάσταση της ελεύθερης οικονομίας.

Αφού το DA πήρε στις εκλογές του Φεβρουαρίου 1990 μόνο 0,9%, ο πρόεδρος του συμμαχικού ανατολικογερμανικού CDU Λόταρ ντε Μεζιέρ, του κόμματος που είχε βγει πρώτη δύναμη του νέου κοινοβουλίου, διόρισε την Μέρκελ κυβερνητική εκπρόσωπο.

Με την Επανένωση, με προώθηση του τότε καγκελαρίου της ενωμένης Γερμανίας Χέλμουτ Κολ (CDU), δόθηκε η ευκαιρία στον ντε Μεζιέρ, ο οποίος διορίστηκε υπουργός ιδιαιτέρων καθηκόντων και μαζί του στη Μέρκελ να συμβάλλουν στην πολιτική της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας.

Διαβάστε: Time: Πρόσωπο της χρονιάς η Μέρκελ

Στη συνέχεια η Μέρκελ έγινε υπουργός γυναικείων υποθέσεων και νεολαίας. Η μικρότερη σε ηλικία υπουργός στην ιστορία της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας ορκίστηκε στις 18 Ιανουαρίου 1991.


Στην κυβέρνηση Χέλμουτ Κολ ήταν από το 1991 μέχρι το 1994 υπουργός γυναικείων υποθέσεων και νεολαίας και από το 1994 μέχρι το 1998 υπουργός περιβάλλοντος.

Με το ανατολικογερμανικό παρελθόν της διέφερε από τους “κλασικούς” βουλευτές του CDU.

Ενώ οι συνομήλικοι της βουλευτές στηρίζονταν στις κλίκες που είχαν δημιουργήσει στα χρόνια τους στην Χριστιανοδημοκρατική Νεολαία, η Μέρκελ στηρίζονταν αποκλειστικά στον καγκελάριο Χέλμουτ Κολ (οι εφημερίδες της περιόδου εκείνης την χαρακτήριζαν “το κορίτσι του Κολ“).

Το Νοέμβριο του 1991 υπέβαλλε υποψηφιότητα για την προεδρία της κομματικής οργάνωσης του Βρανδεμβούργου, όπου όμως δεν ψηφίστηκε. Ένα μήνα αργότερα ο αναπληρωτής πρόεδρος του CDU και παλιός της υποστηρικτής ντε Μεζιέρ αναγκάστηκε να αποσυρθεί λόγω αποκαλύψεων σχετικά με την συνεργασία του με την Σταζι.

Η Μέρκελ ψηφίστηκε διάδοχός του στο συνέδριο της Δρέσδης στα τέλη του 1991.

Στις εκλογές του 1994 η κυβέρνηση Κολ κατάφερε να εξασφαλίσει μικρή πλειοψηφία και η Μέρκελ έγινε υπουργός περιβάλλοντος. Αφού τον Απρίλιο του 1995 επιστρατεύθηκε ισχυρή αστυνομική δύναμη (περισσότεροι από 7.000 αστυνομικοί) για την πρώτη μεταφορά φορτίου πυρηνικών αποβλήτων σε υπόγειες αποθήκες της πόλης Γκορλέμπεν, η Μέρκελ, σταθερή στο θέμα αυτό απέναντι στην πλειοψηφία του γερμανικού πληθυσμού και στην διαμαρτυρία του κρατιδίου της Κάτω Σαξωνίας απέκτησε την φήμη βοηθού της πυρηνικής βιομηχανίας.

Το 2004 χαρακτήρισε στην συλλογή συνεντεύξεων Mein Weg ως μια από τις “μεγαλύτερες επιτυχίες” της την “επιβολή του μονοπωλίου δύναμης του κράτους” στην τότε κατάσταση.

Στις εκλογές του 1998 το CDU απέσπασε με 35,2% των ψήφων το χειρότερο αποτέλεσμα στην ιστορία του. Ενώ ο Γκέρχαρντ Σρέντερ (SPD) ανέλαβε την καγκελαρία, το κόμμα της Μέρκελ έπεσε σε βαθιά κρίση.

Με την παραίτηση του Κολ από πρόεδρος του κόμματος άρχισαν μεγάλες εσωκομματικές διαμάχες.

Με πρόταση του νέου προέδρου Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, έγινε γενική γραμματέας του κόμματος (Νοέμβριος 1998).

Η αποκάλυψη του σκανδάλου των “μαύρων λογαριασμών” του CDU τον Νοέμβριο του 1999 σημάδεψε την πολιτική ζωή της χώρας το 2000 και αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στη σταδιοδρομία της Μέρκελ.

Αποκαλύφτηκε ένα σύστημα παράνομης χρηματοδότησης της κομματικής οργάνωσης μέσω λογαριασμών στην Ελβετία. Οι ανώνυμες αυτές “δωρεές” ανέρχονταν συνολικά στα 6,1 εκατομμύρια περίπου ευρώ, ενώ ο Κολ κατηγορηματικά αρνιόταν να προβεί σε οποιαδήποτε αποκάλυψη σχετικά με την προέλευση των παράνομων δωρεών.

Τον Δεκέμβριο του 1999 η Μέρκελ δημοσίευσε άρθρο στην γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung (FAZ), όπου (δίχως να έχει συμβουλευτεί πριν τον πρόεδρο Σόιμπλε) απαίτησε στο όνομα του κόμματος την ανεξαρτητοποίηση από τον Κολ.

Η ανοιχτή αυτή αποστασιοποίηση του “κοριτσιού του Κολ” από τον παλιό της υποστηρικτή εξέπληξε. Επίσης στο άρθρο της FAZ παρουσίασε τον εαυτό της ως μέλος του προεδρείου, που ήταν αποφασισμένο όπως κανένα άλλο να θέσει ένα τέλος στο “σύστημα Κολ“, παραπέμποντας έτσι στη διστακτικότητα του Σόιμπλε.

Αμέσως μετά την ήττα του υποψήφιου καγκελαρίου Έντμουντ Στόιμπερ στις εκλογές του 2002 ζήτησε και ανέλαβε την ηγεσία της ΚΟ για να αντιμετωπίσει την κυβέρνηση Σρέντερ ως επικεφαλής της αντιπολίτευσης.

Αξιοσημείωτη είναι η στάση της απέναντι στην απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης το 2003, να μην συμπράξει στον πόλεμο των ΗΠΑ κατά του Ιράκ. Ενώ το διάστημα εκείνο πραγματοποιήθηκαν πολλές αντιπολεμικές διαδηλώσεις και βάσει δημοσκοπήσεων περίπου τα 80% του γερμανικού πληθυσμού ήταν κατά του πολέμου, η ίδια, υποστηρίζοντας απόλυτα την θέση της κυβέρνησης Μπους, δημοσίευσε στις 22 Φεβρουαρίου 2003 άρθρο στην αμερικανική εφημερίδα Washington Post με τίτλο “Ο Σρέντερ δεν αντιπροσωπεύει όλους τους Γερμανούς“.


Μετά από δύσκολες διαπραγματεύσεις συμφωνήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2005 ο μεγάλος συνασπισμός των κομμάτων CDU, CSU και SPD.

Η Μέρκελ αντικατέστησε ως επικεφαλής της νέας κυβέρνησης τον Γκέρχαρντ Σρέντερ.

Μετά τη νίκη του CDU στις εκλογές του 2009 στις 27 Σεπτεμβρίου ανανεώθηκε η θητεία της στην καγκελαρία.

Μετά τη νίκη της στις εκλογές του 2013, σχηματίστηκε η τρίτη κυβέρνησή της.

Με πληροφορίες από Time, Wikipedia

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις