Από τις πρώτες κιόλας ημέρες της προεδρίας του Μπαράκ Ομπάμα, μεγάλο μέρος του κεντροδεξιού πολιτικού κόσμου της Αμερικής εμφανιζόταν ήσυχο. Ο Ομπάμα, έλεγαν, είναι πιο φιλελεύθερος από την πλειοψηφία των Αμερικανών.

Με δεδομένο όμως το μεγάλο πολιτικό του ταλέντο, την κόπωση από τα χρόνια του Τζορτζ Μπους του νεότερου, την οικονομική κρίση και τον ενθουσιασμό που προκαλούσε η προοπτική ενός πρώτου αφροαμερικανού προέδρου, ο Ομπάμα εξελέγη όχι χάρις, αλλά παρά την ιδεολογία του.

Όταν το όνομά του δεν θα υπήρχε λοιπόν πλέον στην κάλπη, η Αμερική θα επέστρεφε στη λιγότερο φιλελεύθερη, πιο κεντροδεξιά γραμμή που ακολουθεί μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Με βάση αυτό το σενάριο, ο Ομπάμα δεν εκπροσωπούσε μια βαθιά ιστορική στροφή, αλλά μια εκκεντρική παρέκκλιση.

Τώρα βρισκόμαστε στον Φεβρουάριο του 2016 και ένας σκοτεινός σοσιαλιστής – εντάξει, ένας– απόδημοκρατικός σοσιαλιστής μια μικρή πολιτεία μόλις νίκησε, στις προκριματικές εκλογές του Νιου Χαμσάιρ, μια από τις ισχυρότερες προσωπικότητες του Δημοκρατικού Κόμματος.

Στο Ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο, πάλι, επικράτησε στην ίδια πολιτεία ένας άνθρωπος τον οποίο κατήγγειλε ως και το National Review, το πιο πιστό περιοδικό του συντηρητικού κινήματος.

Πώς φτάσαμε εδώ;

Παρ’ όλο που από την εκλογή του Μπιλ Κλίντον μέχρι την εκλογή του Μπαράκ Ομπάμα πέρασαν μόνο 16 χρόνια, οι δύο πολιτικοί εκπροσωπούσαν μόνο κατ’ όνομα το ίδιο κόμμα. Το σύνθημα της εκστρατείας του 1992 ήταν «ψηφίστε ένα διαφορετικό είδος Δημοκρατικού».

Αυτό που σήμαινε στην πραγματικότητα ήταν ότι ο Μπιλ Κλίντον και ο Αλ Γκορ δεν ήταν τρελοί – ή αδύναμοι – φιλελεύθεροι σαν τους άλλους losers του κόμματος.

Οι νέοι αυτοί Δημοκρατικοί ήταν υπέρμαχοι της θανατικής ποινής και ανυπομονούσαν να αναλάβουν την εξουσία για να «δώσουν τέλος στο κοινωνικό κράτος, όπως το ξέρετε».

Άλωσαν ακόμη και τα οχυρά των Ρεπουμπλικανών στο Νότο, κερδίζοντας όχι μόνο τις πολιτείες από τις οποίες κατάγονταν – το Άρκανσο και το Τενεσί – αλλά και τη Λουιζιάνα και την Τζόρτζια. Ο Κλίντον είχε άλλωστε δεσμευτεί ότι θα χειριστεί, με επιτυχία, κλασικά «κεντροδεξιά» προβλήματα όπως η εγκληματικότητα.

Το 2008, τα θέματα που συζητούνταν ήταν τελείως διαφορετικά, όπως και το σχετικό λεξιλόγιο.

Ο Ομπάμα υποστήριξε ότι ο ίδιος και το κόμμα του ήταν οι μόνοι που μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την ανεργία και την αύξηση των ανισοτήτων. Η επείγουσα ανάγκη να αποτραπούν άλλες τρομοκρατικές επιθέσεις είχε προκαλέσει μια επείγουσα επιθυμία να τερματιστούν οι πόλεμοι στο Αφγανιστάν και το Ιράκ.

Οι φιλελεύθεροι αυτοπαρουσιάζονταν πλέον ως προοδευτικοί.

Η συζήτηση για την κληρονομιά του Μπαράκ Ομπάμα μόλις αρχίζει. Ένα σημείο έχει ενδιαφέρον: Οδήγησε τη χώρα πιο αριστερά ή ήταν ευθυγραμμισμένος με τους πολίτες; Ο Ομπάμα ψήφισε τη μεταρρύθμιση για την υγεία, υποστήριξε τον γάμο των ομοφύλων και τάχθηκε παθιασμένα (αν και όχι πολύ επιτυχημένα) υπέρ του ελέγχου των όπλων. Όλα αυτά ήταν για τους Ρεπουμπλικανούς απόδειξη ότι δεν συμφωνούσε με την πλειοψηφία.

Αυτό σίγουρα δεν ισχύει για τον γάμο των ομοφύλων, όπου η χώρα έχει χωρίς αμφιβολία αλλάξει.

Οι μέχρι στιγμής εξελίξεις στην προεκλογική εκστρατεία δεν επιβεβαιώνουν όμως ούτε τη γενικότερη εκτίμηση του Ρεπουμπλικανικού στρατοπέδου. Οι Δημοκρατικοί συναγωνίζονται για το ποιος θα οδηγήσει πραγματικά τη χώρα πιο αριστερά. Και το φαβορί για το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών είναι ένας άνθρωπος που έχει εγκωμιάσει το σύστημα υγείας του Καναδά και έχει ταχθεί καθαρά υπέρ των αμβλώσεων.

Μήπως λοιπόν ο Ομπάμα δεν αντιπροσώπευε μια αριστερή παρένθεση, αλλά ήταν ένα μεταβατικό πρόσωπο σε μια διαρκέστερη στροφή της Αμερικής προς τα αριστερά; Μήπως, σε 10 ή 20 χρόνια, η περίοδος Ομπάμα θα μας φαίνεται τόσο συντηρητική όσο μας φαίνονται σήμερα τα χρόνια εκείνου του «διαφορετικού είδους Δημοκρατικού»;

Συμβαίνει άλλωστε και αλλού.

Ο Καναδάς έχει κάνει αριστερή στροφή, ενώ στη Βρετανία ένας σοσιαλιστής ηγείται του Εργατικού Κόμματος.

Στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία, για την οποία όλοι μιλούν αλλά κανείς δεν μπορεί πραγματικά να την ορίσει, ίσως να υπάρχουν ευρύτερες δυνάμεις που οδηγούν τις Ηνωμένες Πολιτείες προς τα αριστερά. Η ανεργία είναι χαμηλή και παρά ταύτα μόλις το 23% πιστεύει ότι οδεύουμε στη σωστή κατεύθυνση. Κάτι δεν πάει καλά.

Ακούμε ότι αυτές οι εκλογές θα ξαναγράψουν τους κανόνες. Αυτό αναφέρεται κυρίως στην επιτυχία μη «συστημικών» υποψηφίων όπως είναι ο Τραμπ και ο Σάντερς. Υπάρχει όμως πάντα η πιθανότητα η αλλαγή να είναι μεγαλύτερη.

Ίσως αυτές οι εκλογές να δείξουν ότι πολλοί ψηφοφόροι και των δύο κομμάτων θέλουν ενεργότερη συμμετοχή της κυβέρνησης στη ζωή τους.

Του Τζον Στιούαρτ από τους Νew York Times

* Ο Στιούαρτ Στίβενς είναι συγγραφέας ταξιδιωτικών βιβλίων και πολιτικός σύμβουλος. Υπήρξε ο επικεφαλής για τη χάραξη στρατηγικής κατά την προεκλογική εκστρατεία του Μιτ Ρόμνεϊ για τη διεκδίκηση του προεδρικού αξιώματος το 2012 (Ρεπουμπλικανοί). Το 2013, ήταν ιδρυτικός εταίρος της εταιρείας συμβούλων Strategic Partners & Media. Το μυθιστόρημά του «Οι αθώοι δεν έχουν τίποτα να φοβούνται» αναμένεται να κυκλοφορήσει τον Ιούνιο του 2016.

Πηγή: ΑΜΠΕ

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις