της Vanessa Schneider (*)
 
Το 2002, ο Ζακ Σιράκ αντιμετώπισε τον Ζαν-Μαρί Λεπέν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών. Κι όταν του προτάθηκε να λάβει μέρος σε μια τηλεοπτική συζήτηση μαζί του ανάμεσα στους δύο γύρους, έδωσε μια ιστορική απάντηση: «Δεν γίνεται συζήτηση με την άκρα Δεξιά».
 
Πέρασαν δεκαπέντε χρόνια. Η Μαρίν Λεπέν επέβαλε την παρουσία της στην τηλεοπτική σκηνή και στη δημοκρατική αρένα. Και ο Εμμανουέλ Μακρόν δεν σκέφτηκε ούτε για μια στιγμή να αποφύγει το ντιμπέιτ μαζί της. Το βράδυ της 3ης Μαϊου, όμως, η διάρκειας 2,5 ωρών ανταλλαγή πυρών μεταξύ των δύο υποψηφίων άφησε την εντύπωση ότι η συζήτηση με την άκρα Δεξιά εξακολουθεί να είναι αδύνατη.
 
Από τα πρώτα λεπτά, η υποψήφια του Εθνικού Μετώπου εξαπέλυσε τα πυρά της με μια δυστροπία ασυνήθιστη γι’αυτό το είδος συζήτησης, όπου οι υποψήφιοι προσπαθούν συνήθως να εξηγήσουν το πρόγραμμά τους. Οι επιθέσεις πήραν έτσι τη θέση των επιχειρημάτων. Και το πλατό έγινε ένα ρινγκ όπου όλες οι προσβολές, όλες οι ύβρεις επιτρέπονταν.
 
Η Μαρίν Λεπέν έδωσε τον τόνο χαρακτηρίζοντας από την αρχή τον αντίπαλό της «υποψήφιο της άγριας παγκοσμιοποίησης, της επισφάλειας, της ουμπεροποίησης της κοινωνίας, της κυριαρχίας των μεγάλων ομίλων και του κοινοτισμού». Μπροστά σε μια τέτοια μανιασμένη επίθεση, ο Μακρόν μάταια προσπάθησε να παρουσιάσει το πρόγραμμά του. Και αναγκάστηκε να υιοθετήσει κι αυτός μια επιθετική στάση.
 
Τα μηνύματα της Λεπέν ήταν απλά. Ο επικεφαλής του «Εμπρός» είναι κληρονόμος της θητείας του Φρανσουά Ολάντ, άνθρωπος του συστήματος, ένας υποταγμένος στις αγορές, στην Ευρώπη, στις μεγάλες επιχειρήσεις και στον μουσουλμανικό φονταμενταλισμό.
 
Ο Εμμανουέλ Μακρόν προσπάθησε από την πλευρά του να αναδείξει την αδυναμία της αντιπάλου του σε διάφορα θέματα, τον ερασιτεχνισμό της και τον επικίνδυνο χαρακτήρα του οράματός της για την Ευρώπη. «Λέτε ανοησίες», επανέλαβε πολλές φορές και σε διάφορες εκδοχές: «Λέτε ό,τι να’ναι», «Δεν είστε αξιόπιστη». Ο κεντρώος υποψήφιος υπενθύμισε επανειλημμένα ότι η Λεπέν είναι κληρονόμος ενός κόμματος που ίδρυσε ο πατέρας της και που λαμβάνει μέρος σε όλες τις προεδρικές εκλογές εδώ και σαράντα χρόνια.
 
Επί της ουσίας, και όπως ήταν αναμενόμενο, οι δύο υποψήφιοι διαφώνησαν σε όλα: στη μάχη κατά της ανεργίας, στις συντάξεις, στην κοινωνική ασφάλιση, στη στάση απέναντι στην τρομοκρατία, στην Ευρώπη και στις διεθνείς σχέσεις.
 
Όμως η τεταμένη ατμόσφαιρα δεν επέτρεψε την αντιπαράθεση των ιδεών. Παρόλο που ήταν εφοδιασμένη με φακέλους και ντοσιέ, η Λεπέν έδειξε επανειλημμένα ανίκανη να χειριστεί στοιχεία και αριθμούς. Και απέτυχε να αποσαφηνίσει τις διαρκώς μεταβαλλόμενες θέσεις της για το ευρώ και τις συντάξεις.
 
«Ασυναρτησίες», «ψευτοφάρμακα», της απαντούσε ο πρώην υπουργός Οικονομίας. «Χρειάζεται λίγη σοβαρότητα και το πρόγραμμά σας δεν έχει καθόλου». «Μην παίζετε μαζί μου τον καθηγητή και τον μαθητή», του πέταξε η Λεπέν, εμφανώς εκνευρισμένη.
 
Κάθε φορά που η υποψήφια της ακροδεξιάς στριμωχνόταν σε συγκεκριμένα θέματα, άλλαζε θέμα, έλεγε ψέματα, πετούσε υπαινιγμούς για τις υποτιθέμενες σχέσεις του Μακρόν με τους ισλαμιστές. «Είστε κήρυκας του φόβου», της απάντησε ο Μακρόν, κατηγορώντας την ότι είναι ένα «παράσιτο» που λερώνει τους αντιπάλους της.
 
Ο στόχος του Εμμανουέλ Μακρόν ήταν να φανεί πιο «προεδρικός» και πιο σαφής από την αντίπαλό του στα μεγάλα προβλήματα του τόπου. Ο στόχος της Μαρίν Λεπέν ήταν να προσελκύσει τους αναποφάσιστους που θέλουν να προκαλέσουν αναταραχή στο πολιτικό τοπίο.
 
Στην κακοφωνία που κυριάρχησε, δεν είναι βέβαιο ότι οι δύο υποψήφιοι πέτυχαν τους στόχους τους. Ούτε ότι η δημοκρατία βγήκε κερδισμένη.
 
(*) Η Βανέσα Σνάιντερ είναι δημοσιογράφος της Le Monde
 
Πηγή: Le Monde/ΑΠΕ-ΜΠΕ
Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις