Σαν σήμερα 9 Ιανουαρίου του 1908, στη λεωφόρο Ρασπάιλ του Παρισιού, κάτι σπουδαίο γεννιέται στο σπίτι μίας σχετικά ξεπεσμένης αριστοκρατικής οικογένειας. Είναι η μελλοντική συγγραφέας, φεμινίστρια και ακτιβίστρια Σιμόν ντε Μποβουάρ Μποβουάρ [Simone-Lucie-Ernestine-Marie Bertrand de Beauvoir.

Διαθέτοντας ένα δυνατό νου, η ντε Μποβουάρ σπούδασε μαθηματικά, λογοτεχνία, ξένες γλώσσες και φιλοσοφία στη Σορβόννη. Η έντονη και πρώιμη γοητεία της ήδη την κάνει ξεχωριστή.

Με ελληνικούς υπότιλους

Η σχέση της με τον Ζαν Πολ Σαρτρ και όχι μόνο

Είναι γεγονός ότι τα δύο αυτά σπουδαία πρόσωπα είναι απόλυτα ταυτισμένα το ένα με το άλλο και ορθώς είναι. Αλλά η σχέση τους καμία σχέση δεν είχε με τις σχέσεις που κάνουν τα συνηθισμένα ζευγάρια. Τι εννοούμε; Η Μποβουάρ λίγο πριν πεθάνει είχε γράψει: «Στη ζωή μου είχα μια αδιαμφισβήτητηεπιτυχία: τη σχέση μου με τον Σαρτρ. Σε περισσότερο από τριάντα χρόνια, μόνο μια φορά πήγαμε για ύπνο τσακωμένοι».

Λογικό αφού δεν έμεναν μαζί, λογικό αφού ο Σάρτρ είχε πάρα πολλές άλλες ερωτικές σχέσεις και η Μποβουάρ είχε τις δικές της. Και πολύ μετά από τον θάνατό τους βγαίνουν στο φως δεδομένα που δημιουργούν αμφιβολίες για το κατά πόσο ο δεσμός της επιδραστικής φεμινίστριας και του διασημότερου φιλοσόφου ήταν ευτυχισμένος και υγιής. Αδελφές ψυχές υπήρξαν, αλλά ζευγάρι με τη συνήθη έννοια δεν ήταν.

Έρωτα με τον 17 χρόνια νεότερό της Γάλλο κινηματογραφιστή Claude Lanzmann

Η θετή κόρη της Μποβουάρ, η Σιλβί Λε Μπον Ντε Μποβουάρ, γνώριζε ότι έχει υπάρξει στη ζωή της μητέρας της ένας μοναδικά παράφορος έρωτα με τον 17 χρόνια νεότερό της Γάλλο κινηματογραφιστή Claude Lanzmann με τον οποίο είχε ζήσει μαζί. Και με τον οποίο, το 1953 έχει ανταλλάξει επιστολές ιδιαιτέρως αποκαλυπτικές για τα συναισθήματά της και την πραγματική της άποψη για τον γάμο.

Η θυγατέρα της λοιπόν, θέλοντας να προστατεύσει τη μετά θάνατο  δημόσια εικόνα της Σιμόν Μποβουάρ και τη φεμινιστική της παρακαταθήκη, ξεκινά μια έντονη προσπάθεια να κρατήσει στην αφάνεια όχι μόνο το όνομα του εραστή αλλά και τις 112 επιστολές που έχουν ανταλλάξει μεταξύ τους. «Θα είμαι η γυναίκα σου για πάντα» του γράφει. «Είσαι η πρώτη, απόλυτη μου αγάπη, αυτή που ή συμβαίνει μια φορά στη ζωή των ανθρώπων ή μπορεί και ποτέ… Είσαι το πεπρωμένο μου, η αιωνιότητά μου, η ζωή μου».

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Claude Lanzmann, όταν μαθαίνει ότι η θετή κόρη της Σιμόν ντε Μποβουάρ εκδίδει την άγνωστη επιστολογραφία της, χωρίς όμως να συμπεριλαμβάνει στην έκδοση τα δικά του γράμματα, και θεωρώντας ότι πρόκειται για μία σοβαρή έλλειψη που παραχαράσσει την ιστορία της, τα δημοσιοποιεί ο ίδιος. Σήμερα οι επιστολές βρίσκονται στη διάθεση του επιστημονικού προσωπικού της Βιβλιοθήκης του Γέιλ.
Πέραν αυτής της ερωτικής σχέσης, υπήρξαν κι άλλες στη ζωή της, αλλά συγκριτικά ήταν υποδεέστερες.

Το συγγραφικό της έργο

Από το 1931 έως το 1943 η ντε Μποβουάρ διδάσκει φιλοσοφία στη μέση εκπαίδευση και τον Οκτώβριο του 1945 ξεκινά να εκδίδει μαζί με τον Σαρτρ το μηνιαίο αριστερό περιοδικό λογοτεχνικής και πολιτικής κριτικής «Temps Modernes» [Μοντέρνοι Καιροί], δανειζόμενοι τον τίτλο από την ομώνυμη ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν. Όμως η ιδιαιτέρως σημαντική χρονιά είναι το 1949. Τότε εκδίδει το φιλοσοφικό δοκίμιο «Το Δεύτερο φύλο», ένα έργο που την κάνει διάσημη σε όλο τον κόσμο. Πρόκειται για μία εμπεριστατωμένη και φλογερή έκκληση να καταργηθεί επιτέλους ο μύθος του «αιώνιου θηλυκού». Και υποστηρίζει ότι τα βασικά δικαιώματα του ατόμου πρέπει να στηρίζονται στην ισότητα δικαιωμάτων του άνδρα και της γυναίκας. Δικαιώματα που θεμελιώνονται στην κοινή δομή της ύπαρξής τους, ανεξάρτητα από τη (-)ουαλικότητά τους. «Είναι εύκολο να φανταστούμε ένα κόσμο όπου άντρες και γυναίκες θα ήταν ίσοι…»


Από τη δεκαετία του ’60 και μετά, το βιβλίο θεωρείται ένα από τα κλασσικά κείμενα της φεμινιστικής λογοτεχνίας, κι ας γράφτηκαν στη συνέχεια, από τις μετέπειτα φεμινίστριες, άλλα, θεωρητικά πιο εξελιγμένα έργα. «Το Δεύτερο φύλο» για πολλά χρόνια βρισκόταν στη λίστα του Βατικανού με τα απαγορευμένα βιβλία (Index Librorum Prohibitorum).

Ένα άλλο της έργο, λογοτεχνικό αυτή τη φορά και ξεχωρίζει και που κερδίζει το βραβείο Γκονκούρ, είναι  το μυθιστόρημα οι «Μανδαρίνοι» [1954]. Αναφέρεται στην προσπάθεια μιας ομάδας διανοουμένων, μετά τον πόλεμο, να εγκαταλείψουν την κοινωνική θέση των «μανδαρίνων» [της μορφωμένης ελίτ] και να αναλάβουν πολιτική δράση.

Ένα μεγάλο μέρος του συγγραφικού της έργου είναι αφιερωμένο σε αυτοβιογραφικά κείμενα, και συνθέτουν ένα πορτρέτο της πνευματικής ζωής της Γαλλίας, από τη δεκαετία του ’30 έως τη δεκαετία του ’70 [«Αναμνήσεις ενός καθωσπρέπει κοριτσιού», «Η δύναμη της ζωής», «Η δύναμη των πραγμάτων»].

Η ντε Μποβουάρ ενδιαφέρθηκε έως και για το ζήτημα των γηρατειών. Ένα πολύ σημαντικό θέμα για την εποχή μας που θεωρεί το γήρας απρέπεια. Το 1964 γράφει το «Ένας πολύ γλυκός θάνατος» και  το 1981 το βιβλίο «Η τελετή του αποχαιρετισμού», ένα γεμάτο πόνο απολογισμό των τελευταίων χρόνων του Ζαν Πωλ Σαρτρ. Τέλος έγραψε και ταξιδιωτικά δοκίμια για την Κίνα και την Αμερική.

Η πολιτική της δράση

Η ντε Μποβουάρ υπήρξε πολιτική ακτιβίστρια με όλη τη σημασία της λέξης από τη νεαρή της ηλικία. Για να κερδίσει την οικονομική ανεξαρτησία της, η Σιμόν γίνεται καθηγήτρια σε σχολείο, όπως προαναφέραμε, αλλά το ναζιστικό κατοχικό καθεστώς την απολύει το 1943, επειδή υποστηρίζει σχέση μαθήτριάς της με Ισπανό εβραϊκής καταγωγής.

Επίσης κατά τη διάρκεια της κατοχής, έρχεται σε επαφή με τον Καμύ, τον Ζενέ, τον Πικάσο και άλλα «αντιστασιακά στοιχεία» του Παρισιού, και παίρνει μέρος στην οργάνωση «Σοσιαλισμός και Ελευθερία» που ιδρύει ο Σαρτρ στα πλαίσια της αντίστασης.

Αρχικά μαζί με τον συντάσσεται με το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα και ταξιδεύουν μαζί επίσημα προσκεκλημένοι στη Μόσχα και στο Πεκίνο. Μετά όμως από τη σοβιετική επέμβαση στην Ουγγαρία [το 1956], στρέφονται στη μαοϊκή θεωρία.

Κατά τη διάρκεια της «επαναστατικής» δεκαετία του ’60 αναδεικνύεται σε πρωθιέρεια της ανατροπής. Το 1962, η ζωή της τίθεται σε κίνδυνο επειδή μιλά ανοιχτά ενάντια στην κακοποίηση μιας αλγερινής από τις γαλλικές δυνάμεις κατοχής και το 1967 ταξιδεύει στη φλεγόμενη Μέση Ανατολή. Πρωτοστατεί στις φοιτητικές κινητοποιήσεις του Μάη του 1968 εκφωνώντας πύρινους λόγους και μαζί με τον Σαρτρ και τους σκηνοθέτες Ζαν Λυκ Γκοντάρ και Λουί Μαλ, διανείμουν δωρεάν στους δρόμους τη μαοϊκή εφημερίδα «Η υπόθεση του λαού».

Στη δεκαετία του ’70, η ντε Μποβουάρ συμμετέχει σε διαδηλώσεις για το δικαίωμα στη νόμιμη έκτρωση και υπογράφει το διάσημο κείμενο των 342 επώνυμων γυναικών που δήλωναν ότι είχαν καταφύγει σε παράνομη έκτρωση. Εν ολίγοις προωθεί όσο λίγες γυναίκες, την υπόθεση των δικαιωμάτων των γυναικών.
Και δικαίως αναδεικνύεται σε αρχιέρεια του φεμινισμού την δεκαετία του ’60, όταν το φεμινιστικό κίνημα ξεφεύγει από τη διεκδίκηση ψήφου και ίσων δικαιωμάτων και θέλει να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι γυναίκες. Με αυτή την έννοια η ντε Μποβουάρ παραμένει διαχρονικά επίκαιρη.

Η γνωστή – άγνωστη αδελφή της

Η Ελέν ντε Μποβουάρ είναι η άσημη αδελφή μιας διάσημης, παρά το γεγονός ότι κι η ίδια υπήρξε καλή ζωγράφος. Γεννήθηκε κι αυτή στο Παρίσι [1910-2001], αλλά διέμεινε περίπου 40 χρόνια σε φάρμα στο χωριό Goxwiller, στην Αλσατία. Εκεί ήταν και το τελευταίο της ατελιέ. Η Ελέν παντρεύτηκε τον Lionel de Roulet, έναν πρώην μαθητή του Ζαν Πολ Σαρτ, ο οποίος έγινε διπλωμάτης, χρειάστηκε λοιπόν να τον ακολουθήσει στην Πορτογαλία, την Αυστρία, το Μαρόκο.


Η βιογράφος της Σιμόν ντε Μποβουάρ, Claudine Monteil, και φίλη των δύο αδελφών, εξηγεί σε βιβλίο της τη σχέση των δύο αδελφών: «Η Σιμόν, όπως εξάλλου και ο Σαρτρ, είχαν πολύ επικριτικό βλέμμα στους άλλους. Κατά κάποιο τρόπο η Σιμόν προστάτευε και αγαπούσε την αδελφή της, αλλά με τον όρο να μείνει πάντα η μικρή Πουπέτ».

Στο διάσημο βιβλίο της «Το δεύτερο φύλο» η Σιμόν ντε Μποβουάρ δεν υπερασπίζεται τις γυναίκες καλλιτέχνες και χρησιμοποιεί συχνά υποτιμητικούς όρους. Για το λόγο αυτό ίσως, η Ελέν ντε Μποβουάρ ιδρύει κάποια στιγμή στην Αλσατία, έναν ξενώνα για κακοποιημένες γυναίκες και μέσω του ζωγραφικού της έργου κατήγγειλε την καταπίεση των γυναικών στους πίνακές της.

Η Σιμόν ντε Μποβουάρ ήταν μια αληθινή αγωνίστρια σε όλα τα μέτωπα της ζωής της. Πέθανε στις 14 Απριλίου του 1986, έξι χρόνια μετά το θάνατο του συνοδοιπόρου της ζωής της Ζαν Πωλ Σαρτρ, σε ηλικία 78 ετών από πνευμονία. Θάφτηκε δίπλα στον Σαρτρ, στο Κοιμητήριο Μονπαρνάς, στο Παρίσι.

Φράσεις της που έμειναν ιστορικές

  • Μία γυναίκα νιώθει πως γέρασε, από τη στιγμή που οι άλλοι παύουν να την κακολογούν.
  • Κάποιες μέρες ο Θεός μοιάζει τόσο μακρινός, που μοιάζει απών.
  • Δεν γεννιέσαι γυναίκα. Γίνεσαι.
  • Τα γεράματα είναι η παρωδία της ζωής, ενώ ο θάνατος μετατρέπει τη ζωή σε πεπρωμένο.
  • Αν θέλει να ξεχάσει κανείς μπορεί, πρέπει όμως, να θέλει.
  • Τους αρέσει να σκοτώνουν το χρόνο τους περιμένοντας το χρόνο να τους σκοτώσει.
  • Το παρόν δεν είναι ένα εν δυνάμει παρελθόν. Είναι η στιγμή της επιλογής και της δράσης.
  • Η ομορφιά έχει να πει ακόμα πιο λίγα και από την ευτυχία.
  • Η μοιρολατρία θριαμβεύει επάνω σ’ αυτούς που πιστεύουν σ’ αυτήν.
  • Άλλαξε τη ζωή σου σήμερα. Μη στοιχηματίζεις στο μέλλον, ενέργησε τώρα χωρίς καθυστέρηση.

Βιβλία της που έχουν μεταφραστεί στα Ελληνικά

  • Το δεύτερο φύλο («Μεταίχμιο», «Γλάρος»)
  • Ένας πολύ γλυκός θάνατος («Μεταίχμιο», «Γλάρος»)
  • Οι αναμνήσεις μιας καθωσπρέπει κόρης («Γλάρος»)
  • Για μια ηθική της αμφισβήτησης («Γλάρος»)
  • Η μεγάλη Πορεία: Δοκίμιο για την Κίνα («Γλάρος»)
  • Η δύναμη των πραγμάτων» («Γλάρος»)
  • Η δύναμη της ζωής («Γλάρος»)
  • Η Καλεσμένη («Γλάρος»)
  • Οι Μανδαρίνοι («Γλάρος»)
  • Προδομένη Γυναίκα («Γλάρος»)
  • Πύρρος και Κινέας («Γλάρος»)
Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις