Πρόκειται για το πρώτο θανατηφόρο θερμό επεισόδιο που έχει σημειωθεί στην περιοχή από το 1975 και για το πιο σοβαρό από το 1967.

Οι συγκρούσεις ξέσπασαν αργά το απόγευμα της Δευτέρας, όταν μια ινδική περίπολος συνάντησε κινεζικές δυνάμεις σε στενή κορυφή. Κατά τη διάρκεια της αντιπαράθεσης, ένας Ινδός διοικητής έπεσε στο φαράγγι του ποταμού μετά από σπρώξιμο, σύμφωνα με πηγές του Guardian. Εκατοντάδες στρατιώτες κλήθηκαν και από τις δύο πλευρές και πάλεψαν με πέτρες και ρόπαλα. Αρκετοί έπεσαν με αποτέλεσμα να χάσουν τη ζωή τους.

Ο Ινδικός Στρατός δήλωσε ότι έχουν υπάρξει θύματα και από τις δύο πλευρές και επιβεβαίωσε ότι τρεις από τους στρατιώτες του σκοτώθηκαν στις συγκρούσεις, ενώ 17 ακόμη υπέκυψαν στα τραύματά τους αργότερα.

Το Πεκίνο έχει αρνηθεί να επιβεβαιώσει ότι υπήρξαν νεκροί και από τη δική του πλευρά, όμως κατηγόρησε την Ινδία ότι παραβίασε δύο φορές τα σύνορα και «προκάλεσε και επιτέθηκε σε Κινέζους στρατιώτες». Ο αρχισυντάκτης της κρατικής εφημερίδας Global Times δήλωσε ότι έχει πληροφορηθεί την ύπαρξη Κινέζων νεκρών, όμως ο Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός ήθελε να αποφύγει τη «δημιουργία εντάσεων στην κοινή γνώμη» που θα μπορούσε να προκύψει από μια σύγκριση των αριθμών.

Η κλιμάκωση της διένεξης

Οι εντάσεις στην περιοχή κλιμακώνονται από τα τέλη Απριλίου, όταν η Κίνα απέστειλε χιλιάδες στρατιώτες στην αμφισβητούμενη περιοχή κατά μήκος της «Γραμμής Πραγματικού Ελέγχου» (LAC) μαζί με οπλισμό και στρατιωτικά οχήματα.

Οι αναλυτές αναφέρουν ότι η κινεζική κυβέρνηση, η οποία έχει υπάρξει πιο αποφασιστική σε ό,τι αφορά την κατασκευή υποδομών στην περιοχή, επιθυμεί να παρεμποδίσει τις προσπάθειες της ινδικής πλευράς να αναβαθμίσει τις δικές της στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Σε γεωστρατηγικό επίπεδο, οι κινήσεις στα Ιμαλάια μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως μια προσπάθεια της Κίνας να πιέσει την Ινδία να παραμείνει σε “απόσταση ασφαλείας” από τις ΗΠΑ.

Το ιστορικό της διαμάχης

Η Ινδία και η Κίνα πολέμησαν το 1962 για τα αμφισβητούμενα σύνορά τους στα Ιμαλάια. Ο πόλεμος κατέληξε σε εκεχειρία και τη δημιουργία ενός de facto ορίου, το οποίο ονομάστηκε Γραμμή Πραγματικού Ελέγχου.

Έκτοτε έχει επικρατήσει αβέβαιη και εύθραυστη ειρήνη μεταξύ των δύο χωρών, η οποία έχει σημαδευτεί από συμπλοκές στα σύνορα, ακόμη και το 2013 και το 2017.

Δεν έχει υπάρξει ποτέ διαπραγμάτευση για επίσημα σύνορα, ενώ η περιοχή στην οποία σημειώθηκαν οι συγκρούσεις αποτελεί εχθρικό έδαφος, είναι σε υψηλό υψόμετρο και αραιοκατοικημένη, ενώ διατρέχει την περιοχή Λαντάκ γύρω από το Θιβέτ, πατρίδα ενός κατά πλειοψηφία βουδιστικού πληθυσμού. Επιπλέον, αποτελεί και δημοφιλή τουριστικό προορισμό.

Η Κίνα διεκδικεί περισσότερα από 90.000 τ.χλμ. στα ανατολικά Ιμαλάια και άλλα 38.000 τ.χλμ. στα δυτικά, ενώ η Ινδία αμφισβητεί και τις δύο διεκδικήσεις.

Πιθανή σύγκρουση των δύο κρατών θα είχε τεράστιες γεωπολιτικές συνέπειες για όλο τον κόσμο καθώς το γεγονός ότι και οι δύο χώρες έχουν γίνει πυρηνικές δυνάμεις στο διάστημα που μεσολάβησε από την τελευταία τους πολεμική αναμέτρηση δεν μπορεί να αγνοηθεί όταν γίνονται προσπάθειες να εκτιμηθεί η ισορροπία δυνάμεων.

Το Πεκίνο έγινε πυρηνική δύναμη το 1964 και η Ινδία το 1974.

Τα στοιχεία που κυκλοφόρησαν αυτήν την εβδομάδα από το Διεθνές Ερευνητικό Ινστιτούτο για την Ειρήνη στη Στοκχόλμη (SIRPI) εκτιμούν ότι η Κίνα διαθέτει περίπου 320 πυρηνικές κεφαλές – περισσότερες από τις 150 της Ινδίας. Και οι δύο δυνάμεις μεγάλωσαν το οπλοστάσιό τους κατά τη διάρκεια της περσινής χρονιάς, το Πεκίνο με 40 ακόμη πυρηνικές κεφαλές και το Νέο Δελχί με 10, σύμφωνα πάντα με το SIRPI.

Και οι δύο χώρες διατηρούν τριαδικά συστήματα ρίψης των πυρηνικών – πυραύλους, βομβαρδιστικά και υποβρύχια. Και οι δύο, ωστόσο, ακολουθούν πολιτική αποφυγής πρώτου χτυπήματος, πράγμα που σημαίνει ότι έχουν σκοπό να κάνουν χρήση των πυρηνικών τους μόνο ως αντίποινα για πυρηνικό χτύπημα στο εσωτερικό της χώρας τους.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις