ΣΥΡΙΖΑ – Εξωτερική πολιτική: “Η πανδημία έριξε ένα πέπλο πάνω σε άλλα καυτά ζητήματα, όπως το προσφυγικό και τα ελληνο-τουρκικά, που μονοπωλούσαν σχεδόν τον δημόσιο βίο έως τα τέλη Μαρτίου. Όμως όλα δείχνουν πως και τα δύο θα επανέλθουν με ένταση. Ειδικότερα τα ελληνο-τουρκικά, με την τροπή που έχουν πάρει, θα μπορούσαν να μας οδηγήσουν αρκετά γρήγορα σε εθνική περιπέτεια. Έχει, λοιπόν, σημασία από πού θα «πιάσει το νήμα» η κυβέρνηση, αλλά και οι πολιτικές δυνάμεις.

Στο προσφυγικό/μεταναστευτικό, η κυβέρνηση θα συνεχίσει να κρατά τα σύνορα κλειστά με εκτενή χρήση του στρατού, παραβιάζοντας το διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο. Θα επεκτείνει τις παράνομες επαναπροωθήσεις (push backs) και στα θαλάσσια σύνορά μας, θέτοντας σε κίνδυνο ζωές. Σε αυτά έχει τη στήριξη των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων που βλέπουν με ανακούφιση την ελληνική «ασπίδα» να κάνει τη «βρόμικη δουλειά» για λογαριασμό τους.

Στο εσωτερικό, η κυβέρνηση θα συνεχίσει τον σκληρό αντιμεταναστευτικό έως και ξενοφοβικό λόγο και να ανέχεται τη δράση ακροδεξιών στοιχείων. Εδώ ενθαρρύνεται από την ευρεία συναίνεση που συγκεντρώνει στο μεταναστευτικό, συναίνεση που έχει ενισχυθεί από τον φόβο του κορονοϊού, αλλά και από τη στάση της αντιπολίτευσης. Εξάλλου, η αποσυμφόρηση των νησιών καρκινοβατεί, καθώς η υγειονομική και ανθρωπιστική αναγκαιότητα προσκρούει σε αντιδράσεις της κοινωνίας στην ηπειρωτική χώρα, σε ένα κλίμα που υπέθαλψε η ίδια η Ν.Δ. Μάλλον, όμως, προσκρούει και στην επιθυμία οι Μόριες να λειτουργούν αποτρεπτικά.

Όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, η προ πανδημίας πολυσυλλεκτική γραμμή φαίνεται να διατηρείται: μια ισχυρή φωνή (του προέδρου και άλλων κορυφαίων) απευθύνεται στο πανελλήνιο και την Ευρώπη και στηρίζει το κυβερνητικό αφήγημα για υβριδική απειλή και το κλείσιμο των συνόρων, και μια άλλη, μικρότερης εμβέλειας (κυρίως των κομματικών οργάνων και τμημάτων), με ακροατήριο το στενό δικό του κοινό, ασκεί οξύτερη κριτική, θυμάται πως οι πρόσφυγες δεν είναι εχθροί και επικαλείται το διεθνές δίκαιο.

Απόψεις που να πιστεύουν πραγματικά πως η εργαλειοποίηση των προσφύγων από τον Ερντογάν αποτελεί «πόλεμο» και πως η εθνική μας υπόσταση απειλείται από τους πρόσφυγες δεν είναι νομίζω ισχυρές στον ΣΥΡΙΖΑ. Συνάγω πως κύριο κίνητρό του είναι ο φόβος του πολιτικού κόστους. Πρόκειται για την ίδια λογική που τράβηξε τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις σε θέσεις που πριν από μερικά χρόνια ακούγονταν μόνο από την Ακροδεξιά. Αυτήν δηλαδή που καταδικάζαμε σε όλους τους τόνους πέρσι, τονίζοντας πως η υιοθέτηση της ατζέντας της Ακροδεξιάς δεν την εξασθενίζει, αλλά την ενισχύει.

Όμως ο φόβος του πολιτικού κόστους οδηγεί αναπόφευκτα στην εγκατάλειψη θεμελιωδών αξιών της Αριστεράς, του ανθρωπισμού, της αντίκρουσης της ξενοφοβίας, ακόμη και της προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο, για το οποίο κατά τα άλλα κοπτόμαστε. Είναι χαρακτηριστικό πως, ακόμη και στην κριτική που ασκείται, κυριαρχούν επιχειρήματα για την αναποτελεσματικότητα της ακολουθούμενης πολιτικής και όχι για το απαράδεκτό της.

Γρήγορα λησμονήθηκε και το ζήτημα των δολοφονιών ή πνιγμών προσφύγων, την ώρα που ο κόσμος των ΜΚΟ, ο διεθνής Τύπος, τελευταία και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συγκλονίζονται. Πειστήκαμε άραγε από τις κυβερνητικές δηλώσεις περί τουρκικών fake news, χωρίς καν να διερευνήσουμε το θέμα;

Η αποδοχή στην πράξη της αντιμεταναστευτικής πολιτικής της κυβέρνησης θέτει τον ΣΥΡΙΖΑ στο λάθος στρατόπεδο και στην Ευρώπη. Γιατί μπορεί μεν την πολιτική αυτή να την υιοθετούν και προοδευτικά κόμματα που συμμετέχουν σε κυβερνήσεις, όμως και στις τρεις προοδευτικές ομάδες –Σοσιαλδημοκράτες, Πράσινοι, Αριστερά– υπάρχουν έντονες αντιρρήσεις. Στη σχετική συζήτηση στο Ευρωκοινοβούλιο, σύσσωμοι οι ομιλητές των ομάδων αυτών –με μόνη εξαίρεση τους Ελληνες–, ακόμη δε και Φιλελεύθεροι, καταδίκασαν Ευρώπη και ελληνική κυβέρνηση για τα όσα γίνονται στον Εβρο και τα νησιά. Ακόμη και η αρμόδια επίτροπος Γιούχανσον διαφοροποιήθηκε. Εμείς με ποιους είμαστε;

Κατά τη γνώμη μου, σε ένα τόσο κεντρικό θέμα για την ταυτότητα της Αριστεράς, ίσως και για το μέλλον της Ευρώπης, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έπρεπε να υποκύπτει στον φόβο του πολιτικού κόστους, ούτε να θυσιάζει τις αξίες του στο όνομα της ύπαρξης πραγματικού προβλήματος. Για την Αριστερά, όποια πολιτική και να χρειάζεται να εφαρμοστεί, αυτή πρέπει να θέτει στην πρώτη γραμμή τον ανθρωπισμό και τη μοίρα των κατατρεγμένων προσφύγων.

Ο ΣΥΡΙΖΑ τόλμησε μια σημαντική τομή με τη Συμφωνία των Πρεσπών. Παραμέρισε Καμμένο και διακομματικό εθνικιστικό λόμπι και προχώρησε επιτέλους σε λύση με γνώμονα το πραγματικό εθνικό συμφέρον και την κοινή λογική. Οι Πρέσπες ενέπνευσαν τους οπαδούς του κόμματος και συνέβαλαν καίρια στην «Προοδευτική Συμμαχία». Διατυπώθηκε τότε η ελπίδα το «πνεύμα των Πρεσπών» να διαπεράσει και τις άλλες πλευρές της εξωτερικής μας πολιτικής. Μάλλον εις μάτην όμως.

Στα ελληνο-τουρκικά και το κυπριακό, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν έδειξε δυστυχώς ανάλογο θάρρος. Συνέχισε τις αδιέξοδες πολιτικές των προηγούμενων κυβερνήσεων, μάλιστα τις «εμπλούτισε»: στήριξη του κυπριακού απορριπτισμού (Κραν Μοντανά), απόλυτη ακαμψία για το Αιγαίο, προσπάθεια αποκλεισμού της Τουρκίας από την Ανατολική Μεσόγειο και «περικύκλωσής» της, τριμερή σχήματα με αιχμή τον εναγκαλισμό με Νεντανιάχου και Τραμπ, με τα πλέον τυχοδιωκτικά δηλαδή στοιχεία στην περιοχή.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ήρθε στην εξουσία έχοντας υποδαυλίσει με εγκληματική ανευθυνότητα έναν ακραίο εθνικισμό. Και για μεν τη Συμφωνία των Πρεσπών έκανε τη γνωστή «κωλοτούμπα», όμως βρήκε μπροστά του αλλού το κλίμα που καλλιέργησε. Στο προσφυγικό επέλεξε τη φυγή προς τα εμπρός. Στα ελληνο-τουρκικά, έκανε αρχικά κάποιες δειλές προσπάθειες απεγκλωβισμού από το αδιέξοδο. Όμως γρήγορα το ισχυρό εθνικιστικό μπλοκ της παράταξής του τον υποχρέωσε να ανακρούσει πρύμναν. Σήμερα, εθνικιστές υπουργοί και τουρκοφάγοι καθηγητές, βουλευτές και δημοσιογράφοι αλωνίζουν τα ΜΜΕ, δίνοντας τον τόνο στην κυβερνητική πολιτική.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ως αντιπολίτευση άρχισε με κάποιες κινήσεις κριτικής της κυβέρνησης από θέσεις μετριοπάθειας (π.χ. το «δεν θα γίνω Μητσοτάκης» του Τσίπρα). Συνέχισε διαγωνιζόμενος με τη Ν.Δ. ποιος τηρεί πιστότερα την «εθνική» (στην πράξη εθνικιστική) γραμμή («συζητάμε μόνο υφαλοκρηπίδα»). Τελευταία, δε, εμφανίζεται όλο και περισσότερο να επικρίνει την κυβέρνηση εφ’ όλης της ύλης από εθνικιστική σκοπιά.

Σε πρόσφατη συνέντευξή του (στον Flash 99.4, 12/5) ο αρμόδιος για την εξωτερική πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ Γιώργος Κατρούγκαλος επέκρινε την κυβέρνηση επειδή ματαίωσε στρατιωτική άσκηση και επειδή δεν ζητά κυρώσεις της Ε.Ε. κατά της Τουρκίας. Προσπάθησε να δικαιολογήσει (βλέπε να αναιρέσει) την πιο θετική δήλωση που είχε κάνει ως υπουργός Εξωτερικών, πως δηλαδή η Τουρκία έχει και αυτή δικαιώματα στη Μεσόγειο.

Επέκρινε την κυβέρνηση πως δεν συγκαλεί την επιτροπή για τα σχολικά βιβλία με τη Βόρεια Μακεδονία. Και την κατηγόρησε πως δεν έθεσε θέμα ελληνικής μειονότητας ως προϋπόθεση για την έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Αλβανία (εννοούσε μάλλον πως η Αθήνα δεν έβαλε βέτο, γιατί μνεία των μειονοτήτων υπάρχει στη σχετική απόφαση). Λέξη δεν είπε για την ανάγκη ειρηνικής διεξόδου στα ελληνο-τουρκικά, λέξη για Χάγη, λέξη για λύση του Κυπριακού, λέξη για την ένταξη των Βαλκανίων στην Ε.Ε.

Δυστυχώς δεν πρόκειται για μια μεμονωμένη συνέντευξη. Εδώ και καιρό ακούγονται από αρμόδια κομματικά χείλη πως είναι νωρίς για διαπραγματεύσεις με την Τουρκία με κατάληξη τη Χάγη. Για τις Πρέσπες σχεδόν μόνο πως πετύχαμε να ελέγχουμε εμείς αντί για την Τουρκία τον εναέριο χώρο της Βόρειας Μακεδονίας, λες και αυτή είναι η κύρια αξία της συμφωνίας. Τα προβληματικά και εν πολλοίς άχρηστα σχήματα με Τραμπ και Νεντανιάχου παρουσιάζονται ως η μεγάλη επιτυχία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Συχνά θα έλεγε κανείς πως μιλά όχι ο αριστερός ΣΥΡΙΖΑ, αλλά το «βαθύ κράτος» των υπουργείων Εξωτερικών και Αμυνας ή το «πατριωτικό» ΠΑΣΟΚ.

Θέλω ακόμη να ελπίζω πως δεν υπάρχει κεντρική επιλογή το κόμμα να επιστρέψει στην ασφαλή αντιπολιτευτική πεπατημένη: να αποφεύγουμε τις κακοτοπιές και την κατηγορία για μειοδοσίες στα «εθνικά», να εμφανιζόμαστε πιο «πατριώτες» από την κυβέρνηση και, στους δυσανασχετούντες, να ψιθυρίζουμε πως βοηθούμε έτσι τη διαπραγματευτική θέση της χώρας. Μόνο που με αυτή τη στρατηγική, το Μακεδονικό έμενε άλυτο επί δεκαετίες, στα δε ελληνο-τουρκικά και το Κυπριακό έχουμε παγιδευτεί όχι μόνο σε πλήρες αδιέξοδο, αλλά σε άμεσο κίνδυνο ανάφλεξης.

Όσοι υποστηρίζουμε την ανάγκη μιας στροφής στην τουρκική πολιτική μας, ούτε υποτιμούμε την επιθετικότητα του Ερντογάν ούτε βέβαια πρεσβεύουμε την παραίτηση από νόμιμα εθνικά συμφέροντα. Προκρίνουμε απλά μια ψύχραιμη πολιτική, χωρίς λεονταρισμούς, που να αναγνωρίζει πως η μέχρι σήμερα «εθνική» γραμμή έχει αποτύχει παταγωδώς, πως οι πολιτισμένοι λαοί συζητούν τις διαφορές τους και πως υπάρχουν αμοιβαία συμφέροντες συμβιβασμοί. Δεν χρειάζεται νομίζω να εξηγήσω και γιατί μια βαλκανική πολιτική που βλέπει τη μεγάλη εικόνα και υποστηρίζει ολόψυχα τη δημοκρατία και την ευρωπαϊκή προσχώρηση των βορείων γειτόνων μας είναι προτιμότερη από τη μίζερη λογική των βέτο.

Συμπέρασμα: κατά τη γνώμη μου, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να «πιάσει το νήμα» της εξωτερικής πολιτικής από τις Πρέσπες και όχι από το Κραν Μοντανά, τον East Med ή το Βουκουρέστι. Αν τελικά έπραττε το αντίθετο, θα ήταν λυπηρό και, κυρίως, μέγα λάθος“.
Πηγή: ΕΦΣΥΝ