Μέσα στον θόρυβο του ανασχηματισμού αλλά και της κόντρας της Εκκλησίας της Ελλάδος με την κυβέρνηση για την λειτουργία των εκκλησιών την ημέρα των Θεοφανείων πέρασαν σχεδόν στα ψιλά όπως συμβαίνει σε αυτές περιπτώσεις, σημαντικές οικονομικές ειδήσεις αλλά και αναλύσεις για το πώς αναμένεται να κυλήσει το 2021.

Η βασική αφορά αναμφισβήτητα στην τράπεζα Πειραιώς. Η μετατροπή των υπό αίρεση μετατρέψιμων ομολογιών (CoCos) της Τράπεζας (όπου CoCos, Contingent Convertible bonds με τις οποίες στηρίχθηκε κεφαλαιακά το 2015 η Τράπεζα Πειραιώς), σε μετοχές υπέρ του ταμείου χρηματοπιστωτικής σταθερότητας ανακοινώθηκε και επίσημα χθες.

Ο Διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Πειραιώς κ. Χρήστος Μεγάλου

Έτσι το δημόσιο μέσω του ΤΧΣ αύξησε το ποσοστό συμμετοχής του από 26,4% σε 61,3% και η τράπεζα πέρασε σε μία προσωρινή «κρατικοποίηση».

Αξίζει να σημειώσουμε ότι η Πειραιώς έχει ανακεφαλαιοποιηθεί σωρευτικά με τουλάχιστον 9,7 δισεκατομμύρια ευρώ από κεφάλαια του ελληνικού δημοσίου μέσα στην δεκαετία των μνημονίων και της κρίσης και το Ελληνικό Δημόσιο ακόμα περιμένει να κερδίσει κάτι ως ανταπόδοση.

Η κυβέρνηση δεν φαίνεται να έχει την πρόθεση να αλλάξει τη διοίκηση της Τράπεζας πολλώ δε μάλλον να «μονιμοποιήσει» την κρατικοποίηση την οποία και θα διαδεχθεί μια ιδιωτική κεφαλαιοποίηση αγνώστου ύψους.

Να αναφέρουμε επίσης ότι η κεφαλαιακή επάρκεια της Τράπεζας το φθινόπωρο δεν ξεπερνούσε  το 17%.

Αριστερά, ο Γιάννης Δραγασάκης «πατέρας» του νόμου που ψηφίστηκε από όλα τα κόμματα πλην ΚΚΕ και Χ.Α τον Οκτώβριο του 2015 αφορούσε τον τρόπο ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών που θα έδινε δικαιώματα του ΤΧΣ στην διοίκησή τους. Το πρώτο σκέλος αυτό της ενίσχυσης επιτελέστηκε. Για το δεύτερο δεν υπάρχει πολιτική βούληση.

Δύσκολες καταστάσεις για την αρχιτεκτονική του τραπεζικού συστήματος και μάλιστα σε μία περίοδο όπου η στήριξη εκατοντάδων χιλιάδων μικρομεσαίων επιχειρήσεων θα είναι η απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση επιβίωσης και ανάταξης της οικονομίας.

Παράλληλα εξελίσσεται ένα θρίλερ σε σχέση με την πορεία των εμβολιασμών αλλά και των μεταλλάξεων του κορονοϊού που μπορεί να πάει πίσω όλες τις εκτιμήσεις.

Αυτά τα νέα έρχονται τόσο από την αποχωρήσασα Μεγάλη Βρετανία αλλά και την Γερμανία όπου η Άγκελα Μέρκελ ήδη ανακοινώσε ότι ο πρώτος μήνας του τελευταίου έτους θητείας της θα κυλήσει με αυστηρότερο lockdown.

Και μόνο οι πρώτες πληροφορίες ότι οι μεταλλάξεις μπορεί να μην αντιμετωπίζονται με τα εμβόλια ή να επιβαρύνουν και τις ηλικίες κάτω των 19 ετών διαμορφώνουν ένα κλίμα εξόχως αρνητικό που ήδη επιβαρύνεται από τις αστοχίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε σχέση με τις παραγγελίες των εμβολίων.

Διάβασα με ενδιαφέρον τις εκτιμήσεις του οικονομολόγου, πρώην Υπουργού και εκπροσώπου της Ελλάδας στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείου κ. Παναγιώτη Ρουμελιώτη.

Το πρώτο, αισιόδοξο, σενάριο που ανέπτυξε (σενάριο V) προβλέπει ότι «η πανδημία θα ελεγχθεί έγκαιρα, δηλαδή μέχρι τα τέλη Ιουνίου 2021, λόγω των εμβολιασμών ενός μεγάλου ποσοστού του πληθυσμού και της ανοσίας που θα προκύψει στον υπόλοιπο πληθυσμό. Έτσι, σταδιακά θα αρθούν τα περιοριστικά μέτρα στις μετακινήσεις πληθυσμού, θα επιτραπούν τα ταξίδια και θα επανέλθουν οι εργαζόμενοι στις εργασίες τους. Οι κυβερνήσεις θα συνεχίσουν να στηρίζουν τις επιχειρήσεις (κυρίως με φορολογικά μέτρα και δάνεια εγγυημένα από το δημόσιο), ώστε να περιοριστούν οι πτωχεύσεις των επιχειρήσεων, μέχρι να ελεγχτεί πλήρως η πανδημία. Ταυτόχρονα, οι χώρες της ΕΕ και η Ελλάδα ειδικότερα θα καταφέρουν να αξιοποιήσουν έγκαιρα τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ θα συνεχίσει να είναι χαλαρή, ώστε τα επιτόκια να παραμείνουν χαμηλά και να μπορούν τα κράτη να αναχρηματοδοτήσουν το υψηλό χρέος τους, καθώς έτσι θα αποφευχθεί μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση.

Με βάση το, αισιόδοξο, σενάριο αυτό, η παγκόσμια οικονομία προβλέπεται να ανακάμψει το 2021 με ρυθμό 4% περίπου, που είναι αρκετός για να καλύψει τις απώλειες του 2020. Ωστόσο, στην Ευρωζώνη και την Ελλάδα η επανάκαμψη του ΑΕΠ το 2021 θα είναι βραδύτερη, περίπου 3,6% και θα χρειαστούν δυο χρόνια περίπου για να επανέλθει το ΑΕΠ στα επίπεδα του 2019».

Το δεύτερο σενάριο, σύμφωνα με τον καθηγητή Ρουμελιώτη, είναι λιγότερο αισιόδοξο (σενάριο U). « Με βάση το σενάριο αυτό προβλέπεται να καθυστερήσει η ανάκαμψη της παγκόσμιας και ευρωπαϊκής οικονομίας, λόγω του μη έγκαιρου και συντονισμένου εμβολιασμού των πληθυσμών των διαφόρων χωρών. Έτσι, δεν θα καταστεί δυνατό να απελευθερωθούν πλήρως οι μετακινήσεις και τα ταξίδια. Οι κυβερνήσεις των χωρών της ΕΕ δεν θα μπορέσουν να αξιοποιήσουν έγκαιρα τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης και θα συνεχίσουν την ελαστική δημοσιονομική πολιτική. Έτσι, η ανάκαμψη της κατανάλωσης και των επενδύσεων θα καθυστερήσει και ο αριθμός των πτωχεύσεων θα είναι μεγαλύτερος».

Το τρίτο, απαισιόδοξο, σενάριο (σενάριο L) λέει ο Παναγιώτης Ρουμελιώτης «η παγκόσμια οικονομία δύσκολα θα ανακάμψει και θα παραμείνει σε στασιμότητα. Με βάση το σενάριο αυτό, ακόμα και να αντιμετωπιστεί η πανδημία, ο εμπορικός πόλεμος ΗΠΑ-Κίνας θα συνεχιστεί, το διεθνές εμπόριο θα επηρεαστεί αρνητικά, τα επιτόκια θα αυξηθούν και θα δυσκολέψουν την αναχρηματοδότηση του χρέους των κρατών, η χρηματιστηριακή αξία των επιχειρήσεων θα μειωθεί δραστικά, από τις «φούσκες» που έχουν δημιουργηθεί από τη χαλαρή νομισματική πολιτική και δεν αποκλείεται μια νέα χρηματοπιστωτική κρίση».

Χωρίς να διεκδικώ ρόλο Κασσάνδρας τα τωρινά επιδημιολογικά δεδομένα αλλά και ο τρόπος που χειρίζεται η Δύση την Πανδημία μάλλον δίνει πόντους στο τρίτο σενάριο. Παράλληλα σε ότ,ι αφορά την Ελλάδα ο καθηγητής Ρουμελιώτης εκτιμά ότι «η αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας είναι δυσκολότερη και θα απαιτήσει περισσότερο χρόνο λόγω των διαρθρωτικών προβλημάτων της ελληνικής οικονομίας. Οι τράπεζες δεν θα μπορέσουν εύκολα και επαρκώς να χρηματοδοτήσουν την οικονομία, λόγω των υψηλών μη εξυπηρετούμενων δανείων τους. Θα χρειαστούν νέα κεφάλαια, για να προωθήσουν τις νέες τιτλοποιήσεις παλαιών και νέων προβληματικών δανείων, οι πτωχεύσεις επιχειρήσεων δύσκολα θα αποτραπούν, καθώς για να αποφευχθούν, μόνο το κράτος θα μπορούσε να αναλάβει τα δάνεια τους προς τις τράπεζες και να διαγράψει τα χρέη τους προς το δημόσιο. Οι γραφειοκρατικές δυσκολίες και ο μεγαλύτερος χρόνος ωρίμανσης των επενδυτικών σχεδίων στην Ελλάδα, θα καθυστερήσουν τη χρηματοδότησή της από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης. Τέλος, το υπερβολικά υψηλό δημόσιο χρέος (209% του ΑΕΠ) θα δυσχεράνει ακόμα περισσότερο την άσκηση μιας ελαστικής δημοσιονομικής πολιτικής, ιδιαίτερα μετά την επαναφορά σε ισχύ του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Διαβάζοντας λοιπόν τις εκτιμήσεις του καθηγητή, παρακολουθώντας παράλληλα τις εξελίξεις στην υπόθεση της Τράπεζας Πειραιώς, τον αργό ρυθμό των εμβολιασμών  αλλά και τα εκλογικά σενάρια που φούντωσε η φυσιογνωμία του ανασχηματισμού μόνο εύκολο και φωτεινό δεν προβλέπεται το οικονομικό έτος 2021

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις