Μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ να μην βρίσκεται πια στον Λευκό Οίκο, όμως η παρουσία του ως πολιτική φιγούρα συνεχίζει να κάνει αίσθηση. Όσοι πίστεψαν ότι μετά την εκλογική αποτυχία του περασμένου Νοέμβρη έκλεισε ένα «σκοτεινό» κεφάλαιο της σύγχρονης Αμερικανικής ιστορίας, καλό θα ήταν να αναθεωρήσουν.


Τους τελευταίους μήνες, ο τέως πρόεδρος των ΗΠΑ βρίσκεται στο εξωτικό Μαρ-α-Λάνγκο της Φλόριντα, παίζοντας γκολφ και απολαμβάνοντας τον λαμπερό ήλιο. Τι και αν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης τον έβαλαν σε καθεστώς «σίγασης», ο ίδιος δεν χάνει ευκαιρία να ασκεί έντονη κριτική στην προεδρία Μπάιντεν αλλά και τους εσωκομματικούς του αντιπάλους, τους οποίους σκοπεύει να βγάλει νοκ άουτ πολύ σύντομα. Οι ενδιάμεσες εκλογές του 2022 δεν απέχουν πολύ, αν αναλογιστούμε ότι από το φθινόπωρο οι υποψήφιοι θα ξεκινήσουν τις προεκλογικές τους εκστρατείες. Ο Ντόναλντ Τραμπ γνωρίζει ποιοι δυσκολεύονται να επανεκλεγούν και όπως είναι λογικό θα επιδιώξει να προωθήσει τους «δικούς» του συμμάχους εντός του Κογκρέσου. Αξίζει να σημειωθεί ότι πρόσφατα τον επισκέφθηκε ο επικεφαλής των Ρεπουμπλικάνων στη Βουλή, Κέβιν Μακάρθι. Παρά τις όποιες διαφωνίες είχαν στο παρελθόν, οι δύο άνδρες όχι μόνο τα βρήκαν αλλά είναι έτοιμοι για να προετοιμάσουν το έδαφος της επιστροφής τους στην εξουσία.

Το μεγάλο στοίχημα για τον Ρεπουμπλικάνο ηγέτη είναι το κόμμα του να καταφέρει να ανακτήσει τον έλεγχο της Βουλής και της Γερουσίας, προκειμένου να κάνει τη ζωή του Τζο Μπάιντεν πιο δύσκολη. Μέχρι στιγμής το Σώμα ελέγχεται οριακά από τους Δημοκρατικούς και ο ρόλος των αντιπολιτευόμενων Ρεπουμπλικάνων είναι περιορισμένος. Το «μεγάλο» χαρτί του Ντόναλντ Τραμπ είναι οι ψηφοφόροι του. Κανείς δεν θα πρέπει να αγνοήσει το γεγονός ότι στις πρόσφατες εκλογές έλαβε 76 εκατομμύρια ψήφους.

Οι νομοθέτες γνωρίζουν πως οποιαδήποτε ρήξη με τον πρώην πρόεδρο θα μπορούσε να τους στοιχίσει την επανεκλογή. Ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο, ο Αμερικανός μεγιστάνας εκβιάζει όσους σκοπεύουν να τον πάνε κόντρα στο άμεσο μέλλον και δη σε όσους έχουν βλέψεις για την ηγεσία του κόμματος.

Λίγοι είναι εκείνοι που αντιστέκονται. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Λιζ Τσέινι, η οποία μέχρι πρότινος ήταν η υπ’ αριθμόν 3 σε δύναμη εντός των Ρεπουμπλικάνων και μια εκ των 10 βουλευτών του κόμματος που ψήφισαν την παραπομπή του τέως προέδρου σε δίκη. Η βουλευτής από το Ουαιόμιγνκ, θεωρώντας τον Τραμπ υπεύθυνο για την εισβολή των οπαδών του στο Καπιτώλιο, δεν δίστασε να δηλώσει πως του αξίζει να καταδικαστεί από την Γερουσία ενώ σε πρόσφατο άρθρο της στην Washington Post τον είχε χαρακτηρίσει «επικίνδυνο» για την δημοκρατία. Το αποτέλεσμα ήταν να καθαιρεθεί από το αξίωμά της και να εκδιωχθεί κακήν κακώς από τους συναδέλφους της που παραμένουν πιστοί στο «Τραμπικό δόγμα».

Πλέον την θέση της Επικεφαλής των Συνεδριάσεων του κόμματος στη Βουλή πήρε η Ελίζ Στέφανικ. Η 36χρονη πολιτικός, παρά το γεγονός ότι κάποτε ασκούσε έντονη κριτική στον Ντόναλντ Τραμπ, μέσα σε δύο χρόνια έκανε στροφή 180 μοιρών και τώρα είναι μια εκ των πιο ένθερμων υποστηρικτών του. Ο ισχυρός άνδρας των Ρεπουμπλικάνων της «εξαργύρωσε» την αφοσίωση, δίνοντάς της μια από τις πιο προνομιακές θέσεις.

Είναι σίγουρο πως μετά την Τσέινι θα ακολουθήσουν και άλλοι. Το «κυνήγι» των αντιφρονούντων  που έχει στηθεί εδώ και μήνες, σαφέστατα δεν συμπλέει με την λογική της ελευθερίας της έκφρασης που πρέπει να επικρατεί σε ένα δημοκρατικό κόμμα. Οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν «αλυσοδεθεί» στα χέρια του Ντόναλντ Τραμπ και έχουν μετατραπεί σε ένα αρχηγικό κόμμα που έχει ως στόχο να πληγώσει εκ νέου την δημοκρατία των ΗΠΑ.

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις