Ένα χρόνο πριν, κατά τη διάρκεια του Boao Forum for Asia (αλλιώς και «Ασιατικό Νταβός») ο Κινέζος πρόεδρος, Σι Τζιπίνγκ, δήλωσε πως «ο κόσμος χρειάζεται δικαιοσύνη και όχι ηγεμονία. Η παγκόσμια διακυβέρνηση πρέπει να αντανακλά το εξελισσόμενο πολιτικό και οικονομικό τοπίο». Κατά τις φετινές του δηλώσεις («να αντιταχθούμε στη μονομέρεια»), αν και απέφυγε την ονομαστική αναφορά, είναι φανερό ότι εννοούσε τις ΗΠΑ, την μοναδική χώρα στον κόσμο στην οποία μπορούν να προσαφθούν φιλοδοξίες ηγεμονισμού.

Οι δηλώσεις αυτές έρχονται ως συνέχεια της διαμάχης μεταξύ Κίνας-ΗΠΑ και αποτυπώνουν το πραγματικό διακύβευμα για την κινεζική πολιτική. Η Κίνα αμφισβητεί τους παγκόσμιους συσχετισμούς ισχύος και επιδιώκει την αναθεώρηση της παγκόσμιας τάξης στην οποία θεωρεί ότι κυριαρχούν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Παράλληλα, οι δύο υπερδυνάμεις αναδιοργανώνουν το σύστημα συμμαχιών τους με σκοπό την τελική επικράτηση σε μια πολυσύνθετη διαμάχη που πλέον διεξάγεται σε όλα τα επίπεδα: οικονομικό, τεχνολογικό, γεωπολιτικό, ασφάλειας.

Η κλιμακούμενη αντιπαράθεση και η αβεβαιότητα για το μέλλον των σινοαμερικανικών σχέσεων, ιδίως μετά την άτυπη σύγκλιση Κίνας-Ρωσίας στο ουκρανικό και τη δήλωση περί «φιλίας δίχως όρια», προκαλούν ανησυχίες για το ενδεχόμενο μιας πολιτικά ωθούμενης αποσύνδεσης των οικονομιών της Δύσης από την Κίνα. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα συνιστούσε παγκόσμιο οικονομικό σοκ και θα αμφισβητούσε ευθέως τη θεώρηση της οικονομικής αλληλεξάρτησης ως σταθεροποιητικού παράγοντα του διεθνούς συστήματος, ένα από τα μεγαλύτερα success stories της παγκοσμιοποίησης, προοιωνίζοντας ταυτόχρονα την είσοδο σε μια φάση αποπαγκοσμιοποίησης.

Τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα έχουν επιχειρήσει, αν όχι κινήσεις αποσύνδεσης, σίγουρα περιορισμό της επιρροής και της ισχύος της απέναντι πλευράς (εμπορικός πόλεμος, «μαύρη λίστα» επιχειρήσεων). Ενδιαφέρον έχει ο στόχος της Κίνας για αυτάρκεια σε στρατηγικά προϊόντα, από τρόφιμα μέχρι μεταλλεύματα και φυσικό αέριο, καθώς και η στρατηγική της Διπλής Κυκλοφορίας1 που υιοθέτησε το Πεκίνο αποσκοπώντας στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης και στη μείωση της εξάρτησης από τις εξαγωγές. Ωστόσο, η διαπίστωση ότι τα πράγματα βαίνουν προς την πλήρη αποσύνδεση χωρίς βαθύτερη εξέταση θα ήταν επιφανειακή.

Από την πλήρη οικονομική αποσύνδεση…

Η Κίνα είναι η δεύτερη οικονομία παγκοσμίως σε όρους ΑΕΠ και η σημαντικότερη εξαγωγική δύναμη, με τις εξαγωγές της να ανέρχονται σε 3,3 τρισ. δολάρια για το 2021 και το εμπορικό της πλεόνασμα σε 676 δισ. δολάρια. Αντιπροσωπεύει το 28% της παγκόσμιας παραγωγής, είναι ο δεύτερος προορισμός επενδυτικών ροών (149 δισ. δολάρια το 2020), έχει κομβικό ρόλο στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, ενώ μέσω του (κυρίως γεωπολιτικού) εγχειρήματος One Belt One Road («Δρόμος του Μεταξιού») εξασφαλίζει την οικονομική διείσδυση και την άσκηση επιρροής σε 146 χώρες. Μόνο το διμερές εμπόριο αγαθών με τις ΗΠΑ ανήλθε το τελευταίο έτος σε 657,4 δισ. δολάρια (η αξία των κινέζικων εξαγωγών στις ΗΠΑ είναι τριπλάσια των αντίστοιχων αμερικανικών) ενώ με την ΕΕ, τον «ν.1» εμπορικό εταίρο της Κίνας, ανήλθε στα 696 δισ. ευρώ Ταυτόχρονα, η κινεζική αγορά είναι ο τρίτος σημαντικότερος προορισμός των ευρωπαϊκών εξαγωγών με τις πρώτες θέσεις να καταλαμβάνονται από τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ολλανδία, τρία ισχυρά κράτη-μέλη, με βαρύτητα λόγου σε περίπτωση που τεθεί θέμα κυρώσεων στο Πεκίνο ή αναπροσαρμογή της οικονομικής πολιτικής της ΕΕ προς την Κίνα (οι εξαγωγές της Γερμανίας μόνο αγγίζουν τα 105 δισ. ευρώ για το 2021).

Ενδεχόμενη αποσύνδεση θα σήμαινε διακοπή εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων και αποχώρηση επιχειρήσεων από το έδαφος της άλλης πλευράς με εκτεταμένες οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες. Για τις ΗΠΑ μόνο, το εμπόριο με την Κίνα υπολογίζεται ότι καλύπτει 10 εκατ. θέσεις εργασίας ενώ οι κινέζοι φοιτητές στο Ηνωμένο Βασίλειο αυξάνουν το ΑΕΠ της χώρας σχεδόν κατά 3,5 δισ. δολάρια ετησίως. Ταυτόχρονα, η δεσπόζουσα θέση που έχει στην εξόρυξη και επεξεργασία πρώτων υλών (στις λεγόμενες «σπάνιες γαίες») ενισχύει τη στρατηγική σημασία του Πεκίνου για την δυτικές βιομηχανίες, τις τεχνολογίες αιχμής και την πολυπόθητη πράσινη μετάβαση της Δύσης.

Υπό αυτά τα δεδομένα, δημιουργούνται ερωτήματα για το κατά πόσο θα ήταν εφικτό -ή μάλλον πολιτικά επιθυμητό- να οδηγηθούμε προς μια πλήρη οικονομική αποσύνδεση. Ο βαθμός αλληλεξάρτησης των οικονομιών Δύσης-Κίνας (κυρίως της Δύσης) δεν αφήνει πολλά περιθώρια για μια καταφατική απάντηση -τουλάχιστον επί του παρόντος, οδηγεί ωστόσο σε μια άλλη διαπίστωση. Η αντιπαράθεση Δύσης-Ανατολής, με επικεφαλής τις ΗΠΑ και την Κίνα αντίστοιχα, δεν παίρνει τον χαρακτήρα μιας αυστηρά διμερούς διαμάχης στο πεδίο της οικονομίας. Αναδυόμενες δυνάμεις διεκδικούν όλο και πιο έντονα την αναβάθμισή τους στον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και επιζητούν την εδραίωση ενός πολυμερούς κόσμου.

Σε αυτήν την προσπάθεια παγιοποίησης μιας διαφορετικής παγκόσμιας αρχιτεκτονικής η Κίνα έχει εξέχοντα ρόλο. Μέσω του επενδυτικού εγχειρήματος OBOR αναδιαμορφώνει τη γεωπολιτική της Ευρασίας, επηρεάζοντας Μεσόγειο και Αφρική, ενώ παράλληλα αναζητεί υβριδική ηγεμονία εκτοξεύοντας την οικονομική της επιρροή. Η αποχώρηση των ΗΠΑ από το Αφγανιστάν, την οποία η Κίνα χαρακτήρισε ως «το τελευταίο δειλινό της Αυτοκρατορίας», της δίνει ακόμη μεγαλύτερες δυνατότητες αξιοποίησης του μεταβαλλόμενου τοπίου στην Κεντρική Ασία, ενώ μέσω του Digital Silk Road καθίσταται όλο και πιο απαραίτητος εταίρος πλειάδας χωρών, με στόχο οι επενδύσεις της να φτάσουν τα 15 τρισ. δολάρια έως το 2040.

… προς τις πολυεπίπεδες «περιφερειοποιήσεις»

Η Κίνα, που ποτέ δεν είδε θετικά το «Pivot to Asia»2 του Μπαράκ Ομπάμα, χρησιμοποιώντας την οικονομική της επιρροή, φιλοδοξεί να αναδειχθεί σε περιφερειακό ηγεμόνα της ευρύτερης περιοχής του Ινδοειρηνικού, σε μια λογική ανάσχεσης της αμερικανικής διείσδυσης στην Νοτιοανατολική Ασία. Σφυρηλατεί δεσμούς ασφάλειας (πρόσφατη Συμφωνία μεταξύ Κίνας και Νησιών Σολομώντα, σχήμα CRIP-Κίνα, Ρωσία, Ιράν, Πακιστάν -στον αντίποδα του QUAD και της AUKUS)3, ενέργειας (αγωγοί Power of Siberia για την ενεργειακή διασύνδεση Κίνας-Ρωσίας) και εμπορίου. Προσφάτως τέθηκε σε ισχύ η μεγαλύτερη περιφερειακή οικονομική συμφωνία (Regional Comprehensive Economic Partnership-RCEP) μεταξύ της Κίνας και 14 κρατών της Ασίας-Ειρηνικού (μεταξύ των οποίων η Αυστραλία και η Ιαπωνία, δύο στενοί σύμμαχοι των ΗΠΑ) η οποία καλύπτει πληθυσμό 2,2 δισ. ανθρώπων και αναμένεται να αυξήσει το διαπεριφερειακό εμπόριο κατά 43 δισ. δολάρια. Παράλληλα, ήδη δέκα συμφωνίες ελεύθερου εμπορίου μεταξύ Κίνας και κρατών ανά την υφήλιο βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση, την ίδια στιγμή που η επικύρωση της επενδυτικής συμφωνίας Κίνας-ΕΕ είναι λιγότερη πιθανή από ποτέ.

Η βαθιά ενσωμάτωση της Κίνας στο διεθνές οικονομικό σύστημα πιθανότατα δεν θα επιτρέψει την αποσύνδεσή της από τις δυτικές οικονομίες, ενώ και οι δυο υπερδυνάμεις θα θελήσουν να αποφύγουν μια ευθεία σύγκρουση. Η αμφισβήτηση των ΗΠΑ ως δεδομένου ηγέτη του σύγχρονου κόσμου και η αναδιάταξη περιφερειακών δυνάμεων οδηγεί σταδιακά στην ανάδυση ενός πολυμερούς κόσμου, χαρακτηριστικό του οποίου είναι οι «περιφερειοποιήσεις», νοούμενες ως ζώνες ενισχυμένης οικονομικής, στρατιωτικής και εμπορικής συνεργασίας. Το νέο πολυπολικό σύστημα που φαίνεται να διαμορφώνεται θα έχει δύο κυρίαρχους πόλους (ΗΠΑ, Βρετανία, ΕΕ αφενός, Κίνα, Ρωσία και φιλικές τους χώρες αφετέρου),καθώς και επιμέρους περιφερειακούς πόλους. Στη διαμόρφωση/εδραίωση του νέου συστήματος συμβάλει και η αυξανόμενη τάση διάβρωσης της παγκοσμιοποίησης των τελευταίων ετών, ιδίως μετά το Brexit, τον απομονωτισμό της προεδρίας Τραμπ και την αμερικανική στρατηγική της «διπλής ανάσχεσης», της απομόνωσης δηλαδή της Κίνας και της Ρωσίας.

Η μετάβαση από μια παγκόσμια ανοιχτή οικονομία σε συστήματα λιγότερα συνδεδεμένα μεταξύ τους θα γίνει μέσα από «περιφερειοποιήσεις» σε οικονομικό επίπεδο (πχ RCEP), σε επίπεδο ασφάλειας (πχ QUAD, AUKUS, CRIP) καθώς και σε πολιτικο-ιδεολογικό επίπεδο (πχ η πρόσφατη σύγκληση της Συνόδου των Δημοκρατιών). Η ανακατεύθυνση της αμερικανικής πολιτικής προς το friend-shoring (μετεγκατάσταση της παραγωγής στις φιλικές χώρες ώστε η Δύση να μην εξαρτάται από μη φιλικές χώρες) προϊδεάζει για τον κατακερματισμό της οικονομίας σε γεωπολιτικά μπλοκ και αναδεικνύει μια νέα σύλληψη της παγκοσμιοποίησης, αυτή της «παγκοσμιοποίησης μεταξύ φίλων». Τέτοιες διεργασίες θα οδηγούσαν σε νέες καταστάσεις. Αν για παράδειγμα η Κίνα απαντήσει δημιουργώντας ένα μπλοκ Renminbi που θα της επέτρεπε να συναλλάσσεται αποκλειστικά στο νόμισμά της, θα μιλούσαμε για την απαρχή της από-δολαριοποίησης.

Τα πράγματα περιπλέκονται και για την ΕΕ η οποία (σύμφωνα με το Πεκίνο πρέπει «να σταματήσει να κρατά το κερί στον διάβολο») οφείλει να αναλογιστεί αν και σε ποιο βαθμό πρέπει να εμπλακεί στην σινοαμερικανική αντιπαράθεση. Η δύσκολη ισορροπία που καλείται να διατηρήσει μεταξύ των οικονομικών της συμφερόντων με το Πεκίνο και της διατήρησης του διατλαντικού δεσμού -που εξ αντικειμένου ενισχύεται με τη συνθήκη που έχει διαμορφωθεί με την Ρωσία, ενδεχομένως να λειτουργήσει αφυπνιστικά/ως καταλύτης για τη διαμόρφωση μιας ενιαίας και στρατηγικά αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής. Το μόνο σίγουρο πάντως είναι ότι η ώρα της αποκλιμάκωσης και της διαμόρφωσης μιας σταθερής και προβλέψιμης σχέσης μεταξύ των διάφορων πόλων του διεθνούς συστήματος δεν έχει έρθει ακόμη.

* Αντιγόνη Βουλγαράκη, Πολιτική Επιστήμονας, MSc Ευρωπαϊκό Δίκαιο & Πολιτική – Η ανάλυση περιλαμβάνεται 5ο Δελτίο Διεθνών & Ευρωπαϊκών Εξελίξεων του Ινστιτούτου Εναλλακτικών Πολιτικών ΕΝΑ

Ακολουθήστε το Flash.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι τις ειδήσεις